Το κουράγιο δεν κάνει πάντα θόρυβο. Κάποιες φορές το κουράγιο είναι η ήσυχη φωνή στο τέλος της ημέρας που ψιθυρίζει – Θα προσπαθήσω ξανά αύριο –

Mary Anne Radmacher

Πως γεννήθηκε η επιτυχημένη «Γιορτή Κρασιού» στο Δαφνί (1953)

Ο ρόλος της Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης και του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς.

Στιγμιότυπο απο τη «Γιορτή του Κρασιού». Φωτογραφικό αρχείου Μουσείου Μπενάκη.

Από τα γεγονότα που άφησαν έντονα ίχνη στην διασκέδαση και την ψυχαγωγία και όχι μόνον, το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνος ήταν η «Γιορτή του κρασιού». Ένα πολιτιστικό γεγονός που γεννήθηκε από ιδιωτική πρωτοβουλία, στις αρχές της δεκαετίας 1950, και εξέπνευσε άδοξα περίπου τέσσερις δεκαετίες αργότερα. Ταυτοχρόνως αποτελούσε την έκφραση της Ελλάδος που αγωνιζόταν να προωθήσει ελληνικά προϊόντα στις εγχώριες και ξένες αγορές, συνδυάζοντας την παράδοση με το σύγχρονο κόσμο. Εξάλλου, εξελίχθηκε σε ένα από τα αγαπημένα γεγονότα όχι μόνον των Ελλήνων αλλά και των τουριστών που επισκέπτονταν την χώρα μας.

Ελάχιστοι θυμούνται πως ξεκίνησε η διεξαγωγή της «Γιορτής του Κρασιού», με διοργανώτρια την Ελληνική Περιηγητική Λέσχη (ΕΠΛ) το 1953[1]. Το αρχικό πνεύμα ήταν ιδιαιτέρως ρομαντικό και με ποιοτικές επιδιώξεις. Όλα ξεκίνησαν τον Νοέμβριο 1953, όταν η ΕΠΛ αποφάσισε να πραγματοποιήσει «Έκθεση Κρασιού» στο Τουριστικό Περίπτερο στο Δαφνί. Η αγάπη για την ύπαιθρο, η καλυτέρευση των οικονομικών συνθηκών και οι προσπάθειες για ανάπτυξη του τουρισμού ήταν τρεις βασικοί παράγοντες για τη γέννηση ενός νέου θεσμού επωφελούς ψυχαγωγίας.

 

Στιγμιότυπο απο τη «Γιορτή του Κρασιού». Φωτογραφικό αρχείου Μουσείου Μπενάκη.

«Το Δαφνί ήταν έως τώρα ο τόπος συγκεντρώσεως των φρενοβλαβών, αλλά φαίνεται πως πλέον θα συγκεντρώνει και μία άλλην συμπαθή τάξιν: τους μπεκρήδες»![2]. Έτσι υποδέχθηκε ο Τύπος την είδηση της οργανώσεως διήμερης εκθέσεως οίνου εκ μέρους της ΕΠΛ. Η επιτυχία θεωρήθηκε… ανέλπιστη διότι συμμετείχαν 300 άτομα! Το γεγονός οδήγησε τους οργανωτές να είναι πιο λειτουργικοί στην εβδομαδιαία Γιορτή της επόμενης χρονιάς, τον Οκτώβριο 1954. Τώρα πλέον την αποκαλούσαν επισήμως «Γιορτή Κρασιού» και συνοδεύθηκε από ελληνικά τραγούδια, μουσική και χορούς, αλλά και μία έκθεση προϊόντων της λαϊκής ελληνικής τέχνης[3].

Χρυσός Ευελπίδης (1895 – 1971)

Το πρόγραμμα περιλάμβανε και ομιλία του Χρυσού Ευελπίδη, ο οποίος έκανε λόγο για το πνεύμα του Θεού Διονύσου αλλά και τις ψυχές του Ανακρέοντος και του Αλκαίου! Μέσα στο πράσινο, με ρομαντικό φωτισμό και διονυσιακή ατμόσφαιρα, πλήθος κόσμου επισκέφθηκε τη γιορτή και χειροκρότησε το συγκρότημα Γεωργίου Κουσιάδη που χόρεψε ελληνικούς ρυθμούς από τα νησιά και τις επαρχίες. Σε παράταξη πήλινες στάμνες με κρασιά της ελληνικής γης από τη Σαντορίνη έως τη Νάουσα και από τη Ρόδο έως την Κέρκυρα. Η μεγάλη επιτυχία κατέληξε στην οριστική απόφαση να δημιουργηθεί πλέον ένα Φεστιβάλ Ελληνικού Κρασιού[4].

Τα πράγματα ήταν ακόμη καλύτερα το 1955, αφού η ΕΠΛ ζήτησε την βοήθεια του Οργανισμού Τουρισμού και εκτός από το εστιατόριο του Τουριστικού Περιπτέρου λειτούργησε και μία λαϊκή ταβέρνα. Τώρα πλέον η Γιορτή Κρασιού διήρκεσε από τις 24 Σεπτεμβρίου μέχρι 9 Οκτωβρίου, από τις έξι το απόγευμα μέχρι τα μεσάνυχτα. Δωρεάν κρασιά και πλούσια καλλιτεχνικά προγράμματα. Μέχρι ολόκληρη επιθεώρηση οργανώθηκε ειδικά για τη γιορτή. Γραμμένη από τον Δημήτρη Γιαννουκάκη, με μουσική Κώστα Γιαννίδη, σκηνογραφίες Γιώργου Ανεμογιάνη και καλλιτεχνική εποπτεία του Πέλου Κατσέλη[5].

Η «Γιορτή Κρασιού» μετατρεπόταν και σε μείζον καλλιτεχνικό γεγονός. Συμμετείχαν η χορωδία και το μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και ηθοποιούς όπως οι Γεωργία Βασιλειάδου, Χρήστος Ευθυμίου, Ανθή Ζαχαράτου, Αλέκα Κατσέλη, Χριστόφορος Νέζερ, Σάσα Ντάριο, Άννα Συνοδινού κ.ά. Με είσοδο δέκα δραχμές και ελεύθερη κατανάλωση κρασιού, οι επισκέπτες μεταφέρονταν με δρομολόγια λεωφορείων από το κέντρο των Αθηνών. Μια ατέλειωτη παράταξη βαρελιών περίμενε τους επισκέπτες που απολάμβαναν την ατμόσφαιρα και τους ελληνικούς οίνους. Κάθε χρόνο και καλύτερα, προπαντός για το αυξανόμενο ρεύμα τουριστών που επισκεπτόταν την χώρα μας, απολαμβάνοντας στιγμές ευθυμίας και ελληνικής παραδόσεως. Πάνω στα βαρέλια ήταν τοποθετημένες επιγραφές από τον τόπο παραγωγής του κρασιού, ορχήστρες ελαφράς μουσικής συνόδευαν την οινοποσία, ενώ υπαίθρια εστιατόρια είχαν πλέον καταλάβει την θέση τους[6].

Δεύτερη φορά ακυρώνονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Τόκυο!

Την πρώτη φορά ήταν το 1940 και δεν έγιναν λόγω πολέμου

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς 

Η καλαίσθητη και άρτια τυποτεχνικά έκδοση της Οργανωτικής Επιτροπής «Τόκυο 1940» με τους Κανονισμούς και το Πρόγραμμα των Αγώνων που επρόκειτο να διεξαχθούν το 1940.

Μια παράξενη Ολυμπιακή μοίρα φαίνεται να κατατρέχει το Τόκυο αφού, για δεύτερη φορά στην ιστορία τους, αναβάλλεται η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων που επρόκειτο να διεξαχθούν εφέτος. Παρά το γεγονός ότι οι προετοιμασίες έγιναν κανονικά, ακόμη και η Ολυμπιακή Φλόγα παραδόθηκε προ ημερών, η διοργάνωση ακυρώθηκε λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και της αντίδρασης εκ μέρους ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών.

Η ανακοίνωση έγινε από τον πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Τόμας Μπαχ, αφού προηγήθηκαν τηλεδιασκέψεις με τον Πρωθυπουργό της Ιαπωνίας και όλους τους συναρμόδιους παράγοντες και φορείς. Η πρόβλεψη είναι να πραγματοποιηθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες το αργότερο το καλοκαίρι 2021, ενώ η Ολυμπιακή Φλόγα θα παραμείνει στο Τόκυο αναμμένη ως σύμβολο ελπίδας για την ανθρωπότητα.

Χάρτης με τις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις που συνόδευε το πρόγραμμα της Οργανωτικής Επιτροπής της 12ης Ολυμπιάδας «Τόκυο 1940». Διακρίνονται το Ολυμπιακό Στάδιο (Α), το Στάδιο στο Σίμπα Παρκ (Β), οι εγκαταστάσεις Ιππασίας (C) και Ποδηλασίας (D), το Ολυμπιακό Χωριό (E), οι εγκαταστάσεις Κωπηλασίας (F) κ.ά.

Η ανάθεση

Κάπως έτσι όμως κύλησαν τα πράγματα και στο δεύτερο μισό της δεκαετίας 1930, αμέσως μετά τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου (1936). Τότε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή ανέθεσε τη διοργάνωση των 12ων Ολυμπιακών Αγώνων στο Τόκυο και τη διοργάνωση της Χειμερινής Ολυμπιάδας στην ιαπωνική πόλη Sapporo. Ήταν η πρώτη φορά που θα διεξάγονταν Ολυμπιακοί Αγώνες στην Ασία και για πρώτη φορά ίσως οι Ιάπωνες φαινόταν ότι έβαζαν στην άκρη τις πολεμικές προτεραιότητές τους. Η χώρα τους είχε αποχωρήσει από την Κοινωνία των Εθνών και είχε ακολουθήσει η απομόνωσή τη[1].

Χισαΐτσι Τεραούτσι, (1879-1946)

Θεωρήθηκε λοιπόν ότι η ανάληψη μιας παγκόσμιας διοργάνωσης ήταν θαυμάσια ευκαιρία για μια νέα αφετηρία. Υπήρχαν βεβαίως και εκείνοι που δεν καλόβλεπαν τους Αγώνες. Όπως ο Χισαΐτσι Τεραούτσι (Hisaichi Terauchi, 1879-1946) που ήταν υπουργός Στρατιωτικών της Ιαπωνίας όταν ανατέθηκαν οι Αγώνες. Εφιστούσε την προσοχή στους Ιάπωνες να μη παρασυρθούν σε υπερενθουσιασμούς για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και γελοιοποιηθούν, ενώ δεν έχανε ευκαιρία να απαξιώνει τον θεσμό. Φοβόταν μήπως μειωθεί η επιρροή του στρατού[2].

Πυρετώδεις προετοιμασίες

Τα γεγονότα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά. Οι Ιάπωνες, θεωρώντας μεγάλη τιμή την ανάθεση της διοργάνωσης, καταλήφθηκαν από ενθουσιασμό. Ήταν πράγματι μία διεθνής χειρονομία φιλίας που έδινε την ευκαιρία να βγει η Ιαπωνία από την απομόνωση. Γι’ αυτό η είδηση της ανάθεσης των Αγώνων πανηγυρίστηκε στους δρόμους με σημαιοστολισμένο το Τόκυο. Οι Ιάπωνες άρχισαν τις προετοιμασίες τους με τη βοήθεια έμπειρων –από την Ολυμπιάδα του 1936- Γερμανών ειδικών[3].

Η αφίσα των Ολυμπιακών Αγώνων του Τόκυο (1940).

Κατάστρωσαν σχέδια για τη διεύρυνση των δρόμων του Τόκυο, ενώ σε πολλά χωριά της Ιαπωνίας οι νέοι δημιούργησαν ειδικό ταμείο για να εξασφαλίσουν το ταξίδι τους στην πρωτεύουσα την εποχή των Αγώνων. Ήταν τέτοια η προσήλωση του ιαπωνικού λαού, ώστε αδιαφόρησε ακόμη και για τις αεροπορικές επιδείξεις που οργάνωσε ο στρατός. Εν τω μεταξύ οι προετοιμασίες ήταν πυρετώδεις. Ακόμη και αγώνα… ηθικοποιήσεως έκαναν οι Αρχές του Τόκυο.

Β΄ Σινοϊαπωνικός πόλεμος

Η αστυνομία της πόλης απαγόρευε τον χορό στις χαριτωμένες γκέισες, με σκοπό την καλύτερη εικόνα του Τόκυο όταν θα έφταναν οι επισκέπτες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Με το πρόσχημα ότι μερικές από τις γκέισες ήταν ανήθικες, η Αστυνομία έκλεισε τη μία μετά την άλλη τις οκτώ μεγάλες αίθουσες χορού που λειτουργούσαν στην πόλη. Ωστόσο συνεχίστηκε η έκδοση των γκεϊσών στον σαρκικό έρωτα. Το καλοκαίρι του 1937 οι Ιάπωνες κατέθεταν το πρόγραμμά τους για έγκριση στο συνέδριο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.

Το λογότυπο

Δημιούργησαν λογότυπο, εξέδωσαν κανονισμούς και γενικώς προχώρησαν με ταχύτητα τις εργασίες. Έγινε ακόμη και διαγωνισμός για αφίσα που ανέδειξε νικητή τον Nori Kurode, έναν νεαρό Ιάπωνα από το Kyoto. To έργο του παρουσίαζε έναν πολεμιστή ντυμένο με αρχαία ιαπωνική ενδυμασία, σύμβολο του εθνικού πνεύματος και του μακρινού παρελθόντος, που οδηγούσε στην αυτοκρατορία της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου. Οι Ιάπωνες ξεκίνησαν με ενθουσιασμό τις προετοιμασίες, αλλά τον Ιούλιο 1937 ξέσπασε ο αποκαλούμενος Β΄ Σινοϊαπωνικός πόλεμος[4]

Οι προβληματισμοί

Οι δύο χώρες, η Δημοκρατία της Κίνας και η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας, είχαν συνεχείς διαμάχες από το 1931 αλλά ο πόλεμος άρχισε το 1937, γεγονός το οποίο δικαιολογημένα θορύβησε τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή. Και ενώ συνεχιζόταν η δράση της Ιαπωνικής Αεροπορίας, το φθινόπωρο 1937, ο τρίτος Πρόεδρος της ΔΟΕ, ο Βέλγος Κόμης Ανρί ντε Μπαγιέ Λατούρ (Count Henri LL de Baillet – Latour, 1876-1942), επέμενε πως η Ιαπωνία συνέχιζε τις προετοιμασίες της για τους Αγώνες[5]

Ο τρίτος Πρόεδρος της ΔΟΕ, ο Βέλγος Κόμης Ανρί ντε Μπαγιέ Λατούρ (1876-1942)

Πράγματι η Οργανωτική Επιτροπή της Ιαπωνίας αφού καθόρισε ότι οι Αγώνες θα διεξάγονταν από 24 Αυγούστου έως 8 Σεπτεμβρίου 1940, στη συνέχεια ανακοίνωσε τις διαδρομές που έπρεπε να ακολουθήσουν όσοι ήθελαν να επισκεφθούν την Ιαπωνία. Δεν υπήρχαν αεροπορικές συγκοινωνίες και χρειαζόταν ταξίδι τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών για να φτάσει ένας Ευρωπαίος στην Ιαπωνία. Ταυτοχρόνως και με γοργούς ρυθμούς, παρά τις πολεμικές συνθήκες, ετοιμάζονταν το Ολυμπιακό Στάδιο.

Φιλόδοξες προετοιμασίες

Άλλο Στάδιο ανεγειρόταν για τις Ιππικούς Αγώνες κοντά στο Τόκυο και ιδιαίτερες εγκαταστάσεις για την ιστιοπλοΐα στη Γιοκοχάμα. Ξεκίνησε επίσης και η κατασκευή τριών νέων υπερωκεάνιων, 16.500 τόνων το καθένα, για την εκτέλεση δρομολογίων από και προς την Ευρώπη και την Αμερική. Ανάλογες ήταν οι προετοιμασίες και για τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, οι οποίοι θα διεξάγονταν στο Σαππόρο, στο νησί Χοκάϊντο[6] Φιλόδοξοι όμως ήταν και οι ελληνικού ενδιαφέροντος σχεδιασμοί για την Ολυμπιακή Φλόγα και στη Λαμπαδηδρομία. Έπρεπε να ξεκινήσει από την Ολυμπία για να φτάσει στο Τόκυο και να καλυφθούν από λαμπαδηδρόμους δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα!

Ο πρόεδρος της Ιαπωνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και μέλος της ΔΟΕ Ματαχίκο Οσίμα (Matahiko Oshima, 1872-1953) πρότεινε στην αρχή να ξεκινήσει η λαμπαδηδρομία από την Ολυμπία στις 11 Φεβρουαρίου 1940 για να συνδυασθεί με την επέτειο 2600 ετών από την ανάρρηση στο θρόνο του πρώτου Ιάπωνα Αυτοκράτορα[7] Το δρομολόγιο που πρότεινε ήταν εντυπωσιακό αφού περιλάμβανε μεταφορά με δρομείς, καβαλάρηδες, ατμόπλοια, καράβια, στρατιωτικά τορπιλικά κ.ά. Για την περίσταση όμως η Ιαπωνική Ολυμπιακή Επιτροπή προσέλαβε ως συνεργάτη της τον πλέον διάσημο ταξιδιωτικό συγγραφέα, γεωγράφο, τοπογράφο και φωτογράφο.

Σβεν Άντερς Χέντιν (1865-1952)

Η ματαίωση

Ήταν ο 72χρονος τότε Σβεν Άντερς Χέντιν (1865-1952), ο οποίος υπέδειξε να ακολουθηθεί ο «Δρόμος του Μεταξιού»[8]. Ο Χέντιν επανάφερε στην επικαιρότητα το θέμα, αναδεικνύοντας τις ιστορικές του διαστάσεις και συνδυάζοντάς το με την Ελληνική Ολυμπιακή Φλόγα. Ταυτοχρόνως όμως ήταν εκείνος που πρώτος είχε εξακριβώσει και χαρτογραφήσει τη διαδρομή των παλαιών αυτών δρόμων εκδίδοντας και σχετικό σύγγραμμα. Οραματιζόταν έναν νέο τεράστιο αυτοκινητόδρομο που θα περνούσε από τις αχανείς εκτάσεις της Ασίας και θα μπορούσε να συνδεθεί με τις μεγάλες οδικές αρτηρίες της Ευρώπης. Έτσι πίστευε ότι θα εξασφαλιζόταν η σύνδεση Ατλαντικού και Ειρηνικού Ωκεανού μέσω της ξηράς. Τόσο φιλόδοξοι ήταν οι σχεδιασμοί που έκανε η Οργανωτική Επιτροπή «Τόκυο 1940»[9].

Αλλά οι Αγώνες δεν επρόκειτο να διεξαχθούν. Οι πολεμικές επιχειρήσεις Ιαπωνίας – Κίνας κλιμακώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε η Ιαπωνική Κυβέρνηση σταμάτησε τη χρηματοδότηση της Οργανωτικής Επιτροπής. Τον Ιούλιο 1938 η τελευταία ανακοίνωσε τη ματαίωση των Αγώνων στη ΔΟΕ, η οποία με τη σειρά της ανέθεσε την διεξαγωγή τους στο Ελσίνκι[10]. Μια νέα οργανωτική περιπέτεια ξεκινούσε αφού και το Ελσίνκι, παρά το γεγονός ότι ανέλαβε και ξεκίνησε τις προετοιμασίες, δεν επρόκειτο να διοργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες λόγω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι διοργανώσεις θα σταματήσουν για δώδεκα ολόκληρα χρόνια αφού μετά τη τελευταία διοργάνωση του Βερολίνου (1936) η επόμενη διεξήχθη στο Λονδίνο το 1948

Ένα είδος νοημοσύνης λειτουργεί ανεξάρτητα από την συνειδητή σκέψη μας, αλλά συμμαχώντας μαζί της, και επεξεργάζεται το υλικό για λογαριασμό μας και παράλληλα για μας. Γι’ αυτό και οι καλλιτέχνες είναι μετριόφρονες. Ξέρουν ότι δεν κάνουν αυτοί τη δουλειά, δέχονται υπαγορεύσεις. Γι’ αυτό επίσης οι μη δημιουργικοί άνθρωποι μισούν τους δημιουργικούς. Επειδή ζηλεύουν, διαισθάνονται ότι καλλιτέχνες και συγγραφείς συνδέονται με κάποιο δίκτυο ενέργειες και έμπνευσης με το οποίο οι ίδιοι δεν μπορούν να συνδεθούν…

Στίβεν Πρεσσφιλντ