112 δια πάσα νόσον

Aμεση ανάλυση: 112 δια πάσα νόσον

ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

Φωτ. ΙΝΤΙΜΕ

Δεν έχουμε τις γνώσεις, ούτε τα δεδομένα που είχε ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας κ. Νίκος Χαρδαλιάς σχετικώς με τις πλημμύρες στην Εύβοια. Πιθανολογούμε ότι έχει δίκιο όταν λέει ότι μια εντολή εκκένωσης μέσω του 112 σε πλημμυρισμένες περιοχές θα δημιουργούσε κινδύνους «εκατόμβης», όπως ο ίδιος δήλωσε. Υπάρχει όμως μια σοβαρή αντίφαση στις δηλώσεις του. «Έχουμε 5 νεκρούς», είπε το μεσημέρι της Κυριακής, «τρεις πνίγηκαν στην προσπάθεια τους να διαφύγουν».

Αυτοί οι τρεις νεκροί χρεώνονται στην μη λειτουργία του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης. Δηλαδή, σε αντίθεση με όσα είπε ο υφυπουργός,  το «112» είναι δια πάσαν νόσον. Δεν χρησιμοποιείται μόνο για να καλέσει κάποιους να φύγουν, μπορεί κάλλιστα να τους προτρέψει να μείνουν. Θα μπορούσε δηλαδή να σταλεί ένα μήνυμα του στιλ «πλημμύρες στην περιοχή μην βγαίνετε στους δρόμους, βρείτε ένα ψηλό σημείο για να προστατευτείτε από τα νερά…» κ.λπ.

«Δεν είχαμε σωστή πρόβλεψη. Θα είχαμε ενεργήσει διαφορετικά», είπε ο κ. Χαρδαλιάς. «Δυστυχώς, η ένταση του φαινομένου ήταν πολύ μεγάλη και χτύπησε και στον τομέα των υποδομών. Η πρόβλεψη που είχαμε έκανε εκτίμηση για 63 χιλιοστά βροχής σε 24 ώρες, ενώ η βροχή έφτασε τα 350 χιλιοστά μέσα σε έξι ώρες».

Αυτό το «διαφορετικά» είναι το ζητούμενο. Η αποτυχία του κράτους, που αποτυπώνεται στον αριθμό των νεκρών, είναι ένα θέμα προς εξήγηση με μελέτη. Πρέπει να αξιολογηθεί το σύστημα, να βρούμε τι πήγε στραβά, όχι μόνο για να αποδοθούν ευθύνες, αλλά να υπάρξει την επόμενη φορά καλύτερη αντίδραση. Αυτός ο στόχος δεν υπηρετείται με μισές αλήθειες και ολόκληρα ψέματα. Επιπλέον: όπως έγραφε προ ημερών με αφορμή το Μάτι ο κ. Αλέξης Παπαχελάς: «Ενα παλιό και δοκιμασμένο ρητό μάς διδάσκει ότι η απόπειρα συγκάλυψης είναι συνήθως χειρότερη από το ίδιο το έγκλημα, όποιο και αν είναι αυτό. Κάνει στο τέλος μεγαλύτερη πολιτική ζημιά και σπρώχνει τους χειριστές της επιχείρησης συγκάλυψης σε έναν πολύ ολισθηρό, επικίνδυνο κατήφορο» (Καθημερινή 19.7.2020).

Η μοναδική διαφορά ανάμεσα σε έναν αμαρτωλό και έναν άγιο, είναι ότι ο άγιος έχει παρελθόν και ο αμαρτωλός έχει μέλλον

Μπουκόφσκι:

«το πρόβλημα με τον κόσμο είναι ότι οι έξυπνοι είναι γεμάτοι αμφιβολίες ενώ οι ηλίθιοι γεμάτοι αυτοπεποίθηση».

ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ:

Ναι, έκανα ένα παιδί και δεν παντρεύτηκα. Αυτή είμαι, γουστάρω.Και μιλάμε για το 1973.

Ήμουν τόσο τολμηρή για την εποχή μου. Να βλέπεις μια γυναίκα με την κοιλιά να τραγουδάει.

Δεν έδωσα ποτέ καμία σημασία. Ζούσα για αυτό το παιδί και δεν με ενδιέφερε τίποτε. Ο κόσμος το ήξερε. Δεν βγήκα ποτέ να πω ποιος, πώς, τι. Ποτέ.

Ηξερε ο κόσμος για μια σχέση που είχα.

Δεν το έκρυψα, δεν μπήκα στο κουκούλι μου. Βγήκα και είπα “αυτή είμαι”. Με δέχτηκε ο κόσμος έτσι ακριβώς όπως ήμουν, με αγάπησε πιο πολύ, μπορώ να πω. Θάρρος ήθελε. Η κοινωνία τότε δεν μπορούσε να το δεχτεί. Θα μπορούσε να πει “σαν δεν ντρέπεται”. Ηθελε τόλμη. Ημασταν δύο τότε που το τολμήσαμε. Εγώ και η Ελενα Ναθαναήλ.

Γεννήθηκα στις 20 Μαΐου του 1938 στη Θεσσαλονίκη, όπου πέρασα και τα πρώτα 18 μου χρόνια.

Το πραγματικό μου όνομα είναι

Κυριακή Παπαδοπούλου. Είμαι το τέταρτο και τελευταίο μέλος της οικογένειας. Οι γονείς μου πριν εγκατασταθούν στην Θεσσαλονίκη, ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη και κατάγονταν από τον Πόντο. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν φτωχικά, αλλά πολύ ζεστά.

Στα 17 μου, ήμουν ήδη μέλος του θιάσου της Μαίρης Λωράνς και μαζί με τον Κώστα Βουτσά και τη Μάρθα Καραγιάννη κάναμε περιοδείες σε όλη την Ελλάδα. Από τα μπουλούκια, παρακολουθώντας την χορεύτρια Ντέπυ Φιλοσόφου, έμαθα χορευτικές κινήσεις και ειδικά να κινώ με χάρη τα χέρια μου που αργότερα, έγιναν σήμα κατατεθέν μου.

Ένα βράδυ η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και δεν ήταν σε θέση να εμφανιστεί στη σκηνή. Για να μην ακυρωθεί η παράσταση, εγω, που ήξερα απ’ έξω τα τραγούδια, προσφέρθηκα να την αντικαταστήσω.

Από εκείνη την ημέρα, έγινα η βασική τραγουδίστρια του θιάσου.

Ο Στέλιος Καζαντζίδης με άκουσε να τραγουδώ το «Πικρό ψωμί» του Γιώργου Μητσάκη. Και με έκανε ταίρι του, στο πάλκο, αλλά και στη ζωή, έως το 1966.

Τον Καζαντζίδη τον γνώρισα από τον Στέλιο Ζαφειρίου. Εγώ δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης, δεν τον ήξερα. Μου λέει «Τραγουδάς ωραία, μπράβο! Σεκόντα ξέρεις να κάνεις»; Λέω «Ξέρω» και μετά μου λέει «Ψαρεύεις»; Λέω «Βεβαίως» και με ρωτά «Πάμε για ψάρεμα»; Ψαρέψαμε, δεν πιάσαμε τίποτε, αλλά μάλλον έπεσε ένα φλερτάκι εκεί θυμάμαι.

Στη δεκαετία που ακολούθησε, όργωσα την Ελλάδα, ξεκίνησα τα «σόου» ,χάρισα αγκαλιές ολόκληρες με αγαπημένα τραγούδια, είδα τη ζωή μου, τον γάμο μου, για οχτώ χρόνια, με τον Τόλη Βοσκόπουλο, αλλά και την τετράχρονη σχέση μου με τον Φρέντυ Σερπιέρη να γίνεται «βορά» των περιοδικών…

Ουδέποτε πήρα στο τηλέφωνο δημοσιογράφο να πω “ξέρεις, έβγαλα καινούργιο δίσκο”. Με παρακαλάνε να δώσω συνεντεύξεις και τους λέω “πάμε να πιούμε ένα ούζο τώρα”. Εχω βρει το νόημα της ζωής εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Δεν με αγγίζει τίποτε. Δεν το λέω από εγωισμό.

Πάντα ντυμένη. Δεν ήθελα να προκαλέσει η εμφάνιση μου και να χάσει ο κόσμος απ’ αυτό που θα άκουγε. Αν με έβλεπε γδυτή, δεν θα άκουγε τι έλεγα. Κι’ εγώ ήθελα να με βλέπει και να με ακούει…

Τι να ζηλέψω; Χόρτασα η γυναίκα από όλα! Κρούω τον κώδωνα μήπως και ξυπνήσουν. Ας κοιτάξουν γύρω τους… Ποιες έμειναν και κράτησαν γερά στον χρόνο. Η Χαρούλα, η Γαλάνη, η Άλκηστις, η Βιτάλη, η Γλυκερία… Έμεινε καμιά που τα πέταγε;

Ένα πράγμα δεν γίνεται: λίφτινγκ στις χορδές. Κατ’ αρχήν δεν ξοδεύομαι τσάμπα. Δεν καπνίζω τα τελευταία χρόνια. Δεν ξενυχτάω πολύ, εκτός και αν υπάρχει ανάγκη. Μου αρέσει να τρώω, να πίνω, να βγαίνω στα ταβερνάκια. Και το πιο σπουδαίο: δεν έχω άγχος.

Έφυγα από τον Καζαντζίδη μ’ ένα κατοστάρικο στην τσέπη. Δεν είχα πού να πάω, και πάλι δεν είχα άγχος. Λέω: ο Θεός είναι μεγάλος, ξέρει και τα δίνει κατά την καρδιά του ανθρώπου…

Πάνω στη σκηνή, απαγόρευα στον εαυτό μου να κουτσαίνει. Και έπειτα, στα παρασκήνια, ούρλιαζα από τους πόνους.

Έκανα τα σόου, με τα φώτα… Σήκωσα κόσμο από την καρέκλα του. Κάθησα δέκα χρόνια στο πάλκο και ξαφνικά έβγαλα το θέατρο από μέσα μου. Έτσι μου βγήκε. Γιατί σαν καφενεία ήταν τότε τα κέντρα.

Όχι, δεν τα αγάπησα όλα τα τραγούδια μου. Δεν ήταν όλα καλά. Έχω πει και άσχημα τραγούδια όπως όλοι μας πιστεύω. Είπα και κακά τραγούδια, εις γνώσιν μου, όμως. Γιατί; Ήταν οι συγκυρίες, πολλές φορές. Κάποτε σου αρέσει ένα καλό τραγούδι κι’

αναγκάζεσαι να τραγουδήσεις μαζί και ένδεκα “μάπες”. Έχω πει κακά τραγούδια, δεν το κρύβω. Έχω πει και πάρα πολύ ωραία.

Το 1991 γύρισα από την Αργεντινή και τους ανακοίνωσα: θα χορέψω τανγκό! «Στα μπουζούκια τανγκό; Τρελή είσαι;» απόρησαν οι συνεργάτες μου. Και όμως, έστησα ένα ολόκληρο πρόγραμμα με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσουμε να χορέψουμε με τον Παπάζογλου. Την επόμενη χρονιά, όλες τανγκό χόρευαν.

Έχω μία καταπληκτική οικογένεια…

Δεν θέλει τίποτ’ άλλο ο άνθρωπος!…

Με την αδελφή μου τη Λούλα, που ζούμε μαζί σχεδόν σαράντα χρόνια, από τότε που τα παιδιά μας ήταν μωρά, και με την οικογένεια της κόρης μου. Ολη η φαμίλια μαζί. Νιώθω προστατευμένη μ’ αυτό το «κουκούλι» γύρω μου. Είμαι καλά.

Κοιτάω την κόρη μου κοιτάω τα εγγόνια μου κοιτάω τον γαμπρό μου κοιτάω τα ανίψια μου. Όλοι είμαστε μία οικογένεια ,

Εκανα δύο γάμους, είχα και δυο-τρεις μεγάλες σχέσεις. Γνώρισα τον πατέρα της Τζωρτζίνας, γεννήθηκε εκείνη, με τον Φρέντι (σ.σ. Σερπιέρη) μείναμε καλοί φίλοι. Αν κάνεις τη σούμα, βγαίνουν πολλά χρόνια. Από τότε που το παιδί μου έγινε 11-12 ετών, είπα: Δεν σε παίρνει πια, κορίτσι μου, τελείωσαν οι άντρες για σένα. Δεν ήθελα η κόρη μου να με βλέπει μια με τον έναν γκόμενο και μια με τον άλλο, ούτε να διαβάζει για τους έρωτές μου στα περιοδικά.

Είμαι χορτάτη.Ερωτεύτηκα, με ερωτεύτηκαν, έκανα έρωτα, ευχαριστήθηκα, το φόρεσα αυτό το «κοστούμι». Κάτσε να κάνω την αφαίρεση… Τριάντα χρόνια είμαι χωρίς άντρα. Δεν λέω ότι δεν με φλέρταραν από τότε, αλλά όλα είναι στο μυαλό μας. Οπως πέταξα ένα πρωί τα τσιγάρα μου από το παράθυρο, εγώ που κάπνιζα πέντε πακέτα τη μέρα, όπως σταμάτησα να τρώω κρέας, έτσι έγινε και με τους άντρες. Τέρμα!

Δεν μου λείπει ο σύντροφος.

Δεν νιώθω μόνη. Είμαι πανευτυχής. Εχω κάνει τις επιλογές μου…

Έχω ζήσει μεγάλους έρωτες. Είμαι χορτασμένη. Πολύ αγάπησα, πολύ με αγάπησαν, πολύ ερωτεύτηκα, πολύ χτυπήθηκα, πολύ πόνεσα. Δεν έκανα τίποτε λίγο.

Ο έρωτας δεν έχει ηλικία.

Αν είναι να έρθει, ας έρθει. Αλλιώς να προσπεράσει. Δεν βγήκα στη γύρα ποτέ. Κατ’ αρχήν τώρα δεν με κοιτάνε πια, τελείωσε.

Πάει και αυτό το θέμα, κλείσαμε…

Αποσπάσματα απο συνεντεύξεις:

-Protothema.gr

-ie

Μια από τις πιο διάσημες φωτογραφίες στην ιστορία της μουσικής. Εικονίζονται οι τέσσερις Beatles να διασχίζουν μια διάβαση πεζών στην οδό Άμπεϊ του Λονδίνου.