Μακρονήσια και Μελιγαλάδες σε μια χώρα που γυρνά στο… 1949

Τα τελευταία χρόνια, όψεις του Εμφυλίου, αλλά και του μεταπολεμικού ελληνικού κόσμου επανέρχονται στη σύγχρονη πολιτική σκηνή και σχεδόν επικαθορίζουν ακόμη και πολιτικές συμπεριφορές
Μακρονήσια και Μελιγαλάδες σε μια χώρα που γυρνά στο… 1949 | tanea.gr
Δημήτρης Ν. Μανιάτης
7 Σεπτεμβρίου 2020

Χθες εκτός απροόπτου έγινε η εκδήλωση του ΚΚΕ στη Μακρόνησο για τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου που φιλοτέχνησε ο γλύπτης και καθηγητής της ΑΣΚΤ Μάρκος Γεωργιλάκης. Στην εκδήλωση θα μιλήσει ο Δημήτρης Κουτσούμπας ενώ θα γίνει και συναυλία με τα έργα του Θάνου Μικρούτσικου «Καντάτα για τη Μακρόνησο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη».

Οπως σημειώνει η ΚΕ του ΚΚΕ με το Μνημείο «τιμά τον άφθαστο ηρωισμό των αγωνιστών απέναντι στην επιστημονικά οργανωμένη κρατική βία, που ξεπέρασε κάθε φαντασία σε μεθόδους και μέσα βασανισμού για την εξόντωση των κρατούμενων αγωνιστών – στην πλειοψηφία τους κομμουνιστών – ηθικά και σωματικά. Τιμά την άρνηση των εξόριστων να αποκηρύξουν το ΚΚΕ, τις ιδέες τους, με βαρύ τίμημα εκατοντάδες νεκρούς και βαριές συνέπειες στην υγεία τους και τη σωματική τους ακεραιότητα».
Τα τελευταία χρόνια, όψεις του Εμφυλίου, αλλά και του μεταπολεμικού ελληνικού κόσμου, επανέρχονται στη σύγχρονη πολιτική σκηνή και σχεδόν επικαθορίζουν ακόμη και πολιτικές συμπεριφορές. Για να μην παρεξηγηθούμε: το ΚΚΕ με συνέπεια επεξεργάζεται – και κάτω απ’ τη δική του οπτική – ιστορικά γεγονότα. Προχωρεί στις δικές του «αναθεωρήσεις», ξαναδιαβάζει ολόκληρες περιόδους, παραδίδει συλλογικά κείμενα, ενίοτε κάνει αυτοκριτική, στέκεται με αυστηρότητα απέναντι και στον δικό του πρότερο εαυτό. Συχνά παρεξηγείται για την προσήλωσή του στη μία όχθη των γεγονότων. Ακόμη κι όταν αποκαθιστά τον Νίκο Ζαχαριάδη ή μερικώς τον Αρη Βελουχιώτη.

Εσχάτως βλέπει σε βάθος την Ιστορία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, επιμένει όμως και σε μια υπόμνηση του μαρτυρολογίου των μελών του αλλά και του λαϊκού κινήματος από άλλες περιόδους. Σε αυτό εντάσσεται και η αυριανή τελετουργία στη Μακρόνησο. Για το ΚΚΕ, ο κυρίαρχος λόγος σήμερα επιχειρεί μια συνολική αντιδραστική αναθεώρηση των γεγονότων. Αναβιώνει μια εθνικόφρονα χροιά. Αποσιωπά θυσίες και αγώνες. Αυτά στον Περισσό. Οι ιστορικές ανησυχίες από τις δραματικές μέρες της Μακρονήσου, ή της Κατοχής, ή του Εμφυλίου διαπερνούν κι άλλες πολιτικές δυνάμεις.

Επιστροφή στο 1949

Είναι σχεδόν όλο και πιο πυκνό δε, πως η Ιστορία, δεν αποσπάται από την πολιτική επικαιρότητα. Εντάσσεται σε αυτήν, εργαλειοποιείται εκατέρωθεν. Επανέρχεται ως λόγος στη Βουλή ή ως δημόσιος λόγος στα θορυβώδη κοινωνικά δίκτυα. Πιο πρόσφατα παραδείγματα, το κάμπινγκ της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ στον Γράμμο. Οι αντιδράσεις που πυροδότησε. Αλλά και η αρθρογραφία από την άλλη για το τέλος του Εμφυλίου, για «την τύχη που είχαμε να νικήσει ο ελεύθερος κόσμος έναντι του ολοκληρωτισμού». Ακόμη και η τελικώς και ευτυχώς ματαιωθείσα συμμετοχή – με απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη – του υφυπουργού Εθνικής Αμυνας Αλκιβιάδη Στεφανή σε γιορτές μίσους κατά των «συμμοριτών», σήκωσε αντιδράσεις κομμάτων και προσώπων. Τελικά το 1949 είναι εδώ πιο ζωντανό από ποτέ; Τι έφερε αυτή την αναζωπύρωση του εμφυλιοπολεμικού λόγου, και μάλιστα συχνά με την οξύτητα άλλων εποχών; Θα έλεγε κανείς πως επειδή ακριβώς η ιστορική επιστήμη στην Ελλάδα έχει προχωρήσει πολύ, έχει καταδυθεί σε άγνωστες πλευρές της συλλογικής περιπέτειας, έχει ξαναδεί με τόλμη γεγονότα, θα ήταν πιο ώριμη και η ενασχόληση των πολιτικών με αυτά. Κι όμως. Το αντίθετο συμβαίνει. Το νέο και θορυβώδες καφενείο των κοινωνικών δικτύων συνετέλεσε σε μια αναβίωση του εμφυλιοπολεμικού λόγου με Μελιγαλάδες και Γράμμους. Κι ας ακούγεται όλο και πιο σοφή και πια ουτοπική μια παλιά ρήση του ιστορικού στελέχους της 3ης Σεπτέμβρη Μιχάλη Χαραλαμπίδη: «Ας κατέβουμε όλοι πια απ’ το Βίτσι και από τον Γράμμο».

Θα περίμενε δε κανείς πως μετά τη μνημονιακή συναίνεση και το τέλος του ριζοσπαστικού λόγου του 2010- 2015 τα πράγματα θα αμβλύνονταν. Μια (αριστερή) άποψη λέει πως η σημερινή κυβέρνηση με τις πρακτικές της σε επίπεδο καταστολής και γενικής πολιτικής ζωηρεύει έναν νέο δεξιό λόγο και τα παράγωγά του. Βουλευτές της (π.χ. Μπογδάνος) συχνά μιλούν με πούρα ρητορική, γράφουν και δημοσιολογούν. Εδώ, κρατήστε πως υπάρχει μια άποψη πως για χρόνια η Αριστερά είχε την ιδεολογική ηγεμονία στη χώρα – παρά την πολιτική και στρατιωτική ήττα του ’49. Και πως οι συντηρητικοί φορείς θα πρέπει να βγουν πιο απενοχοποιημένα υπερασπιζόμενοι τις ιδέες τους. Οχι, όλο αυτό δεν έχει σχέση πια με την πολύτιμη συμβολή μιας «Ορθοκωστάς» ή μιας «Καθόδου των Εννιά» του Θανάση Βαλτινού που ανέδειξαν μιαν άλλη όψη του Εμφυλίου – λαϊκά παιδιά στελέχωναν και τον κυβερνητικό στρατό εξάλλου στον Εμφύλιο. «Συχνά τα δύο άκρα φαίνεται να αλληλοτροφοδοτούνται» λέει πεπειραμένος ιστορικός σήμερα, διαβάζοντας κυρίως τα κοινωνικά δίκτυα. Και ο νέος συντηρητικός λόγος στην προσπάθειά του να μιλήσει απενοχοποιημένα, ασπάζεται μέρος του εθνικόφρονος. Και ο νέος ριζοσπαστικός, συχνά, διατηρεί το άρωμα ενός «τρίτου γύρου» και μιας κόκκινης ρεβάνς που κάποια στιγμή θα έλθει.

Εμφυλιοπολεμικές ρητορικές

Μια πιο κεντρώα άποψη θέλει τα απόνερα του αντιμνημονιακού λόγου αλλά και έναν συνεχιζόμενο θολό ριζοσπαστισμό να επαναφέρει εμφυλιοπολεμικές ρητορικές από την άλλη. Θυμίζουν ας πούμε πως μια συχνή κατηγορία του δικομματισμού στις πάλαι πλατείες του Συντάγματος ήταν το «γερμανοτσολιάδες» – όσο κι αν το εν λόγω σύνθημα δεν ήταν το κυρίαρχο σύμφωνα με τις πιο φίλιες δυνάμεις των Αγανακτισμένων. Εγκαλούν τη Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ που έκανε κάμπινγκ στον Γράμμο. Οι νέοι της Κουμουνδούρου από την άλλη απαντούν πως απλώς έκαναν ιστορική περιήγηση στο Πάρκο Συμφιλίωσης.

Από τον Γράμμο μάλλον δεν κατεβήκαμε, για να επανέλθουμε στον Μ. Χαραλαμπίδη. Το θέμα επίσης είναι πως κλιμακούμενα στον δημόσιο λόγο ο Εμφύλιος είναι ζωντανός και μεταβάλλει συχνά την οξύτητα των επιχειρημάτων. Το δε δημοκρατικό Κέντρο, συρρικνωμένο σήμερα, δεν επιτελεί την παλιά του λειτουργία να ρευστοποιεί τα άκρα. Εχει σχεδόν σπάσει η αυτοτέλειά του, έχει εκχωρηθεί μέρος του στους δύο βασικούς πόλους του πολιτικού συστήματος. Το απόλυτα αντιφατικό είναι, όπως προείπαμε, πως η Ιστορία στην Ελλάδα έχει κάνει πολύ καλά βήματα, έχει αναμετρηθεί με τις πιο σκοτεινές όψεις της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ο διάλογος που κάποτε σχεδόν ξεκίνησε από τούτην την εφημερίδα («Βιβλιοδρόμιο») συνεχίζεται με πλούσια βιβλιογραφία και νέα πεδία. Κι όμως δίπλα, χίτες και συμμορίτες μαλώνουν στα κοινωνικά δίκτυα. Και μέρος της σύγκρουσης περνάει στον νέο δημόσιο και πολιτικό λόγο.

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ (αφήγημα της Άννας Ρόδη)

Πηγή:sarantakos.wordpress.om

Η Άννα Ρόδη γεννήθηκε το 1966, είναι δασκάλα και ζει με την οικογένειά της στην Αίγινα. Αρθρογραφεί εδώ και χρόνια σε περιοδικά όπως η Εκπαιδευτική Κοινότητα, τα Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, η Αιγιναία, στο διαδίκτυο και αλλού. Τα θέματα που την απασχολούν αφορούν κυρίως την εκπαίδευση, την ιστορία της εκπαίδευσης, την τοπική ιστορία και λαογραφία του νησιού της, κτλ.

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, τα περιβόλια και 18 βυσσινιές να… βρίσκονται

 

                                                                                       Στον πατέρα μου

 

                                                                              «Γεράσαμε, μας έφαγε η δουλειά και τίποτα δεν κερδίσαμε[1]»

 

   Ο πατέρας έφυγε νωρίς εκείνο το καλοκαίρι. Βρήκε καλό μπάρκο και δεν θέλησε να το χάσει. Τα γκαζάδικα δεν ήταν παίξε – γέλασε, τον περίμενε κι εκεί σκληρή δουλειά, να ψήνεται στις κουζίνες τους[2] και να κοιμάται στον προθάλαμο του ψυγείου, αναζητώντας λίγη δροσιά στην ανελέητη ζέστη της Σαουδικής Αραβίας[3].

Φέτος ήταν ένα… καλό καλοκαίρι κι εκείνος όπως πάντα δυνατός, δραστήριος, εργατικός. Από το προηγούμενο πλοίο είχε ξεμπαρκάρει την άνοιξη και οι αγροτικές δουλειές είχαν προχωρήσει καλά. Η τεράστια ρόδα του πηγαδιού με τους μεταλλικούς κουβάδες δεν σταματούσε να γυρίζει και να δροσίζει τα αχόρταγα περιβόλια, που ποτίζονταν όχι μόνο από το κρυστάλλινο νερό του αλλά και από τον ιδρώτα, που έρεε ποτάμι από την κάψα του ήλιου και τον σκληρό μόχθο του ίδιου και των ανθρώπων του. Πίσω από τους στάβλους έβοσκαν μακάρια δύο ήμερες λευκές φοράδες και ένα ατίθασο μαύρο άλογο, ενώ πιο πέρα μια γαϊδουρίτσα, η Πιτσίκα, κι ένα τζαναμπέτικο μουλάρι επιδίδονταν στην ίδια απολαυστική ασχολία. Η μια λευκή φοράδα και το μουλάρι την περίοδο αυτή έδειχναν πιο κουρασμένα και λιγότερο ζωηρά από τα υπόλοιπα, γιατί είχαν αναλάβει εκ περιτροπής την ασταμάτητη διαδικασία του γυρίσματος του μαγκανοπήγαδου σχεδόν μέρα – νύχτα με σκοπό να είναι πάντα γεμάτη η στέρνα και να μη σταματά για κανέναν λόγο το πότισμα. Η εκκλησούλα μας, η Παναγία Ελεούσα (η Σισίκα όπως την έλεγαν χαϊδευτικά οι Ρόδηδες), συμπαραστεκόταν με συγκαταβατική αυστηρότητα και τις ευλογίες της σε ανθρώπους και ζωντανά.

Και κάπως έτσι άρχισαν να βγαίνουν οι καρποί και να συγκεντρώνεται η σοδειά. Το πατατοχώραφο πλημμύρισε με χρυσές πατάτες, παραδίπλα επικρατούσε μέσα σε πράσινες πινελιές άλλο χρώμα, το κόκκινο της φωτιάς από τις αμέτρητες πεντανόστιμες ντομάτες και τα κ(π)ομοντόρια[4] με την κρουστή σάρκα και πιο πέρα απλωνόταν το σκιερό δάσος με τις ψιλόλιγνες κορμοστασιές των αμπελοφάσολων, των νοστιμότερων φασολιών του κόσμου! Δεν έλειπαν όμως και τα άλλα φασόλια, οι μελιτζάνες, τα κολοκύθια, που τότε είχαν γεύση, τα αγγούρια και τα ξυλάγγουρα. Τα πάντα έσφυζαν από ζωή και δημιουργία.

Ανάμεσα στα περιβόλια και σε άλλα σημεία του χτήματος υπήρχαν και διάφορα καλοκαιρινά φρουτόδεντρα. Οι βερικοκιές και κυρίως η μεγάλη κοντά στο ποτάμι «στολίστηκαν» με τα πορτοκαλί τους κοσμήματα («και το κουκούτσι αμύγδαλο») και φάνηκαν στον κόσμο σαν τις λαμπρές βασίλισσες του παραμυθιού, ενώ οι χαμηλές βανίλιες, πιο… σεμνές και ταπεινές φανέρωσαν κι εκείνες τους ρουμπινόχρωμους καρπούς τους. Τα βερίκοκα δεν τα πουλούσαμε, γιατί ήταν λίγα και αγαπημένα από την οικογένεια. Τα περισσότερα τα τρώγαμε, κάποια τα δίναμε σε συγγενείς και φίλους, μια ποσότητα γινόταν μαρμελάδα και οπωσδήποτε κάμποσα τα δίναμε στην θεία την Κατινούλα[5], που έφτιαχνε το καλύτερο γλυκό βερίκοκο Πειραιώς Αθηνών και περιχώρων. Στην καρδιά του καθενός σιροπιασμένου φρούτου έβαζε και αμύγδαλα. Τι αμβροσία ήταν αυτή!

Οι συκιές πάλι ετοίμαζαν κι εκείνες σιγά – σιγά τα μελένια πουγκάκια τους μα εκείνη η μία και μοναδική βασιλικιά με τα μελιτζανί σύκα της, που άρεσαν τόσο πολύ στη νονά μου την Κική[6] και πάντα της φυλάγαμε μερικά, ήταν πραγματικά ασυναγώνιστη. Το αμπέλι, οι ελιές και οι αμυγδάλες με αφράτο (αγάλικο) ή σκληρόφλουδο καρπό και η μεγάλη καρυδιά (που μετά από λίγα χρόνια κόπηκε και από τα ξύλα της φτιάχτηκε το πρώτο μου έπιπλο – γραφείο[7]) σιωπούσαν ακόμη αινιγματικά, γιατί θα μας «μιλούσαν» για την προκοπή τους και θα μας πρόσφεραν τα πολύτιμα δώρα τους αργότερα.

Ο παππούς, ο Γιώργης, με περίμενε συνήθως καθισμένος στη μεγάλη κοτρώνα κάτω από την ελιά και μου έκοβε ζουμερά κιτρινοπράσινα τζάνερα από ένα μεγάλο δέντρο, που αργότερα το ξερίζωσαν, γιατί οι ρίζες του είχαν πάει τόσο βαθιά που θα βούλιαζαν το πηγάδι. Από τότε δεν ξανάφαγα τέτοια φρούτα ούτε κανείς από τους γύρω μου φαίνεται να τα γνωρίζει. Η γιαγιά έκανε δουλειές και περίμενε να με κεράσει γλυκό βύσσινο από τον καρπό της περασμένης χρονιάς και να με ξεδιψάσει με δροσερό νεράκι από την αιγινήτικη στάμνα της με το κουκουνάρι για πώμα.

Τίποτα δεν έλειπε από κείνο το κτήμα και τίποτε δεν έμενε αφρόντιστο. Εκείνο μάλιστα που θα θυμάμαι πάντα είναι ένα μικρό ποταμάκι που το σκίαζαν κάτι ψηλά (έτσι μου φαίνονταν τουλάχιστον) καταπράσινα δέντρα με μαυροκόκκινους γυαλιστερούς καρπούς σαν κεράσια. Όταν περνούσε κανείς απ’ αυτό, δεν υπήρχε περίπτωση να μη βραχούν τα πόδια του με σχεδόν παγωμένο νερό κι ας ήταν κατακαλόκαιρο και τα δέντρα του ήταν 18 πανέμορφες βυσσινιές, που γέμιζαν ένα σωρό τελάρα με βύσσινα.

Το καταμεσήμερο ο πατέρας μετά τη δουλειά στο χωράφι φορτωνόταν με τσάντες και καλάθια, έπαιρνε το λεωφορείο από τον Κοντό και κατέβαινε στο σπίτι μας στην Αίγινα μοιράζοντας σχεδόν τα μισά πράγματα ή και ακόμη παραπάνω σε οδηγούς, εισπράκτορες, φίλους αλλά και τους θείους μου, που βρίσκονταν στον δρόμο του.

Κάθε δύο μέρες ερχόταν στο σπίτι της Αίγινας μια πράσινη μοτοσικλέτα με την καρότσα της γεμάτη ζαρζαβατικά και η βεράντα του δρόμου γινόταν σκέτο μανάβικο, ενώ οι πατάτες μεταφέρονταν στο υπόγειο, γιατί εκεί υπήρχε σκιά και δροσιά. Οι νοικοκυρές της γειτονιάς κατέφθαναν, για να ψωνίσουν και η μπαλάντζα ζύγιζε ασταμάτητα. Τότε στηνόταν πανηγύρι αληθινό με φωνές, αστεία, πειράγματα και… κουτσομπολιά. Στις πωλήσεις συμμετείχαν μάνα και πατέρας, όπως και στην καλλιέργεια των φιστικιών, που βρίσκονται μπροστά στο σπίτι μας. Είναι ν’ απορεί κανείς πώς τα κατάφερναν αυτοί οι άνθρωποι κι έκαναν τόσα πράγματα μαζεμένα!

Ένα τέτοιο απόγευμα ερχομού της πράσινης μοτοσυκλέτας τα ζαρζαβατικά ξαφνικά φαίνεται πώς έχασαν έστω και για λίγο την… αίγλη και την πρωτοκαθεδρία τους και η βεράντα χρωματίστηκε βυσσινί (να φανταστεί κανείς ότι πολλά βύσσινα είχαν πάει ήδη στον μανάβη). Για πότε το έμαθαν οι γειτόνισσες από τον Μεριστό ως τη Βάρδια και από τον Ασώματο μέχρι κάτω στην πόλη, δεν ξέρω αλλά έρχονταν μια – μια ή πολλές μαζί και ρίχνονταν με μανία να τα εξαφανίσουν. Έβλεπα τα χέρια τους να τα χουφτιάζουν σαν να είχαν μοτεράκι σε αντίθεση με τα περιβολιστικά που, αν και ήταν εκλεκτά, κάποιες συνήθισαν να τα μαλάζουν και να τα διαλέγουν τόσο εξονυχιστικά που μας εκνεύριζαν. Πόσο λυπήθηκα, όταν τα βύσσινα εξαφανίστηκαν τόσο γρήγορα ως δια μαγείας κι έχασα από τα μάτια μου το απίστευτο χρώμα τους!

Τώρα γιατί έκαναν έτσι τότε οι γυναίκες για τα βύσσινα δεν ήταν δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Σχεδόν κάθε νοικοκυρά (εξαιρούνται οι… ακαμάτρες και τις ανεπρόκοπες) έπρεπε να φτιάξει το κονιακοβύσσινο και το γλυκό του κουταλιού της χρονιάς για την οικογένεια και τους επισκέπτες. Έτσι γρήγορα βρήκα που είχαν… κρυφτεί τα βύσσινά μου. Άλλα απ’ αυτά ήταν στις ταράτσες των σπιτιών της γειτονιάς και του δικού μου μέσα σε μεγάλα γυάλινα μπουκάλια με στόμιο σκεπασμένο με τούλι «ποτισμένα» με ζάχαρη και κονιάκ, αφημένα στον ήλιο για μέρες, για να γίνει το περίφημο λικέρ κονιακοβύσσινο και άλλα μέσα στα σπίτια σε μεγάλες γυάλες με σιρόπι που έκλειναν μέσα τους τόση γλύκα, αγάπη και τρυφερότητα!!! Ακόμη έχω στο στόμα μου τη γεύση του γλυκού βύσσινου της γιαγιάς της Άννας στον Κοντό αλλά πιο πολύ της γερόντισσας Μαρίας Καλαμάκη, της γειτόνισσας που με συντρόφευε μέχρι τα εφηβικά μου χρόνια.

Εκείνο όμως ήταν το τελευταίο καλοκαίρι που… κολυμπήσαμε στα βύσσινα. Κάποιος είχε την ιδέα να αλλάξουν τη ροή στο μικρό ποταμάκι του Κοντού, για να πηγαίνει το νερό κατευθείαν στα περιβόλια και όλοι συμφώνησαν και την άλλαξαν. Το νερό τότε άρχισε να φεύγει με ορμή προς τα περιβόλια και να «κοντοστέκεται» για πολύ λίγο στις ρίζες των δέντρων. Στην αρχή εκείνα από κεκτημένη ταχύτητα προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν κάθε σταγόνα του, σιγά – σιγά όμως μαράζωναν και στο τέλος εγκατέλειψαν την προσπάθεια μέχρι που ξεράθηκαν εντελώς.

Όσο για τον άνθρωπο που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, πέρασε ακόμη πολλά καλοκαίρια μεταξύ ξηράς – αγροτικής ζωής και θάλασσας – θαλασσινής ζωής, προσπαθώντας να τα συνδυάζει και να τα προλαβαίνει όλα για το καλό της οικογένειάς του μέχρι που οι… ρίζες του δεν έβρισκαν πια ούτε στάλα νερό, για να τον δροσίσει. Έτσι έφυγε κι εκείνος, για να ξεκουραστεί και να γαληνέψει από τον ατελείωτο αγώνα και την υπερπροσπάθεια… σαν τις βυσσινιές του.

 

Αίγινα, Ιούλιος 2020

[1] Αυτό ακριβώς μου είπε ο πατέρας μου Παναγιώτης Ρόδης λίγες μέρες πριν πεθάνει και έσπευσα να το σημειώσω, για να μην το ξεχάσω.

[2]  Ήταν μάγειρος.

[3] Στα γκαζάδικα την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν air-condition.

[4] Εμείς όλοι τα λέγαμε τότε κομοντόρια αλλά το σωστό είναι πομοντόρια.

[5] Η θεία Κατίνα Ακριτίδου, σύζυγος Ιωάννη, ήταν πρώτη εξαδέλφη της μητέρας μου Ελένης Ρόδη το γένος Πρωτονοταρίου από το σόι της μητέρας της Ζαφειρίας. Και εκείνη και ο σύζυγος της απεβίωσαν πριν από μερικά χρόνια και ήταν πολυαγαπημένοι μου θείοι.

[6] Πρόκειται για την Κική Σαραντάκου, το γένος Πρωτονοταρίου, πρώτη εξαδέλφη της μητέρας μου από το σόι του πατέρα της Δημητρίου, πολυαγαπημένη θεία και νονά μου.

[7] Θυμάμαι ότι τα ξύλα της συγκεκριμένης καρυδιάς δόθηκαν στον επιπλοποιό Μπάμπη (Χαράλαμπο) Τζανέτογλου (στα τελευταία του χρόνια είχε… λάβει το παρατσούκλι Σερίφης), που διατηρούσε το επιπλοποιείο του στην οδό Αφαίας -35- απέναντι και διαγωνίως του φούρνου «Αφαία» (Καρανάτση), εκεί που σήμερα λειτουργεί πρακτορείο του ΟΠΑΠ. Μετά από λίγο καιρό παρέλαβα το γραφείο μου με μεγάλη χαρά και χωρίς καμιά τύψη για το ζωντανό δέντρο που θανατώθηκε χωρίς ουσιαστικό λόγο.

 

Φάρμακα αυξάνουν τον κίνδυνο για ήπια άνοια;

photo: pexels

Αυξημένος είναι ο κίνδυνος να εμφανίσει κάποιος ήπια άνοια σε περίπτωση που λαμβάνει κοινά αντιχολινεργικά φάρμακα.

Σύμφωνα με νέας αμερικανική επιστημονική έρευνα, η συχνή χρήση μιας κατηγορίας κοινών φαρμάκων, των αντιχολινεργικών, τα οποία χρησιμοποιούνται για διάφορες παθήσεις (υπέρταση, κατάθλιψη, αλλεργίες, κρυολογήματα κ.α.), συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ήπιας γνωστικής εξασθένησης ή διαταραχής, μιας κατάστασης που, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζεται από προβλήματα μνήμης και θεωρείται συχνά πρόδρομος της κανονικής άνοιας.

Η έρευνα κατέδειξε ότι όσοι άνθρωποι παίρνουν συχνά τουλάχιστον ένα τέτοιο φάρμακο (συνήθως παίρνουν περισσότερα ταυτόχρονα), έχουν κατά μέσο όρο 47% μεγαλύτερο κίνδυνο για ήπια γνωστική διαταραχή μέσα στην επόμενη δεκαετία, σε σχέση με όσους δεν παίρνουν καθόλου τέτοιους είδους φάρμακα. Ο κίνδυνος φαίνεται ακόμη μεγαλύτερος (υπερδιπλάσιος) για όσους έχουν γενετική προδιάθεση για νόσο Αλτσχάιμερ, ενώ αυξάνεται περαιτέρω (τετραπλάσιος), αν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό ενός ανθρώπου έχουν ήδη βρεθεί βιοδείκτες Αλτσχάιμερ.

Τα αντιχολινεργικά φάρμακα χρησιμοποιούνται κατά της ναυτίας, της ακράτειας ούρων, της υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης, της νόσου Πάρκινσον, της υπέρτασης κ.α. Υπάρχουν περίπου 100 τέτοια εμπορικά φάρμακα σε ευρεία χρήση, μερικά από τα οποία χορηγούνται μετά από συνταγογράφηση γιατρού, ενώ άλλα όχι.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ

Καλημέρα καλή Κυριακή!

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

Κυριακὴ ΙΓ’ Ματθαίου (Ἡ παραβολὴ τῶν γεωργῶν).

Ἡ ἀνάμνησις τοῦ ἐν Χώναις (Κολοσσαῖς) θαύματος τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Καλοδότης.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΑ´ 33 – 42

Ἄλλην παραβολὴν ἀκούσατε. ἄνθρωπος τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. 

ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. 

καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. 

πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. 

ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. 

 οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. 

καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. 

ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; 

λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. 

λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;