Πώς ασκείται σωστά η επιχειρηματική ηγεσία

Τα τρία θεμέλια για να χτίσει εμπιστοσύνη ο ηγέτης
Πώς ασκείται σωστά η επιχειρηματική ηγεσία. Γιατί είναι κρίσιμο να «πείθει» συνεργάτες και πελάτες. Η σημασία της ευθυγράμμισης λόγων και έργων και το κυνήγι υψηλών επιδόσεων.

Γράφει ο Δημήτρης Μπουραντάς.
Η εμπιστοσύνη αποτελεί θεμέλιο της ανάπτυξης θετικών σχέσεων αλληλεπίδρασης και συνεργασίας μεταξύ ατόμων και ομάδων. Πιο συγκεκριμένα, ο ηγέτης απαιτείται να κερδίζει την εμπιστοσύνη των συνεργατών του προκειμένου να τον ακολουθούν εθελοντικά και πρόθυμα.

Η επιχείρηση απαιτείται να κερδίζει την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και των πελατών της, αν θέλει αυτοί να έχουν θετική στάση απέναντι της. Η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ δυο ανθρώπων απαιτεί εμπιστοσύνη. Ακόμα και οι σωστές σχέσεις μεταξύ γονέα και παιδιού δε νοούνται χωρίς την ύπαρξη εμπιστοσύνης.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, για τον ηγέτη, το χτίσιμο της εμπιστοσύνης με τους συνεργάτες του αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση για την άσκηση αποτελεσματικής ηγεσίας.

Οι πυλώνες στους οποίους στηρίζεται η εμπιστοσύνη και τους οποίους οφείλει να δημιουργήσει ο ηγέτης είναι: η ακεραιότητα (integrity), η ικανότητα (ability) και η καλοσύνη (benevolence). Ο ηγέτης διαθέτει ακεραιότητα όταν οι συνεργάτες του πιστεύουν ότι διαθέτει και κάνει πράξη ηθικές αρχές όπως η εντιμότητα, η συνέπεια, η δικαιοσύνη, η υπευθυνότητα, η προβλεψιμότητα και η διαφάνεια στις αποφάσεις και στη συμπεριφορά του.

Ακεραιότητα σημαίνει ότι ο ηγέτης χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια, ηθική και συγκεκριμένες αρχές τις οποίες τηρεί στην πράξη. Δηλαδή, ηγείται μέσω παραδείγματος, με την έννοια ότι η συμπεριφορά και οι πράξεις του είναι χειροπιαστά παραδείγματα των όσων πρεσβεύει και ζητά από τους συνεργάτες του να αποδεχθούν και να κάνουν πράξη.

Η συνέπεια και η προβλεψιμότητα σημαίνει ότι τηρεί τις υποσχέσεις του, κάνει πράξεις όσα κηρύσσει, οι πράξεις είναι σύμφωνες με τα λόγια του, καθώς και ότι στον λόγο και στις αξίες του υπάρχει συνέπεια και συνοχή, δηλαδή δε «φάσκει και αντιφάσκει». Υπευθυνότητα σημαίνει ότι αναλαμβάνει πάντα το μέρος της ευθύνης που του αναλογεί για τις αποφάσεις, τις πράξεις, τις επιδόσεις του, και αναγνωρίζει τα λάθη του.

Ο δεύτερος πυλώνας της εμπιστοσύνης είναι η ικανότητα. Αυτό σημαίνει ότι οι συνεργάτες του ηγέτη θεωρούν πως αυτός διαθέτει τις γνώσεις, τις ικανότητες και την τεχνογνωσία ν’ ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στα καθήκοντα του. Ο ηγέτης κερδίζει την εμπιστοσύνη όταν φαίνεται ότι γνωρίζει επαρκώς να υλοποιεί το έργο που αναλαμβάνει, διαθέτει σωστή κρίση, στρατηγική σκέψη, ικανότητα λήψης αποφάσεων, επίλυσης προβλημάτων και σχεδιασμού, ανθρώπινες ικανότητες, αυτοκυριαρχία, αισιοδοξία, εντιμότητα, θάρρος, κουράγιο, ανθεκτικότητα, οργανωτικότητα, μεθοδικότητα.

Ο τρίτος πυλώνας της εμπιστοσύνης είναι η καλοσύνη, με την έννοια ότι ο ηγέτης ενδιαφέρεται ειλικρινά για το καλό των συνεργατών του, δεν τους εκμεταλλεύεται, τους νοιάζεται, τους φροντίζει, τους προστατεύει και τους υποστηρίζει στην εργασία και την εξέλιξη τους μέσω καθοδήγησης, εκπαίδευσης, ενθάρρυνσης και παρακίνησης.

Η επίτευξη των προηγούμενων αποτελεσμάτων από τον ηγέτη απαιτεί την άσκηση αποτελεσματικής ηγετικής συμπεριφοράς στην πράξη. Μέσω αυτής ασκεί επιρροή στους ανθρώπους, κερδίζει την εμπιστοσύνη τους, τους πείθει, τους εμπνέει, τους κινητοποιεί για υψηλές επιδόσεις και τους κατευθύνει.

Μέσω αυτής διαχειρίζεται τους πόρους που διαθέτει και αναπτύσσει τις σχέσεις με το περιβάλλον του.

Η αποτελεσματικότητα της ηγετικής συμπεριφοράς προσδιορίζεται από δύο βασικές συνιστώσες. Πρώτον, από το περιεχόμενό της, δηλαδή το τι κάνει ο ηγέτης. Η ηγετική συμπεριφορά συνίσταται σε συγκεκριμένους ρόλους και λειτουργίες που 6α πρέπει να ασκούνται στην πράξη. Δεύτερος και εξίσου σημαντικός με το περιεχόμενο της ηγετικής συμπεριφοράς είναι ο χαρακτήρας της.

Παίζει σημαντικό ρόλο στο γενικό κλίμα, το οποίο σήμερα είναι και κινητήρια δύναμη.

  • Δ. Μπουραντάς ,Καθηγητής, διευθυντής Executive MBA στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ, ο σπανιόλος που έγινε αγιά βαρβάρα …

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣ:
Πέρασα δυστυχία,όχι αστεία
Να κοιμάμαι στα πεζοδρόμια,και άλλα πολλά.
Έτρωγα σήμερα και μετά έκανα τρεις ή πέντε μέρες. Άμα πω αριθμούς, δεν θα το πιστεύει κανείς.
Μια φορά έκανα να φάω 18 μέρες!.
Πήγαινα κι έκανα τον ύποπτο στις βιτρίνες, να με πιάνουν και να με κλείνουν μέσα, γιατί τότε όταν σε πηγαίνανε τηλεφωνούσανε στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών και Πειραιώς και ώσπου να βγει άκρη πήγαινε 4 το πρωί.
Αλλά ως τότε σ’ αφήνανε στο γραφείο του υπαξιωματικού που είχε ζεστούλα. Βέβαια, το ανακαλύψανε και δεν με πιάνανε μετά.

Μεγάλωσα στη Λιβαδειά.
Ήμαστε οι μόνοι Τσιγγάνοι εκεί, η οικογένειά μου, ο παππούς μου και οι λοιποί, οι οποίοι όμως δεν λέγανε ότι είναι Τσιγγάνοι, κάτι που ήταν και κωμικό. Και ’γώ, μη νομίζετε, στην αρχή ήθελα να το κρύβω. Μετά όμως έφτασα σ’ ένα σημείο που δεν μπορούσα άλλο. Δηλαδή, είχα ξεχάσει τι θα πει αλήθεια!

Ο πατέρας μου, Ευάγγελος Χατζής, έπαιζε σαντούρι. Ήτανε Μακεδόνας.
Η μάνα μου ηθική, αλλά την ηθική και τη δικαιοσύνη την έφερνε στα μέτρα της.
Το κόμπλεξ, η διαπαιδαγώγηση, έχουν μεγάλη σημασία. Και ’γώ είχα το κόμπλεξ ότι ήμουν γύφτος και όπου κι αν πήγαινα με κοιτάζανε. Μην κοιτάς που τώρα όπου στρίψεις βλέπεις κι έναν μαύρο. Τότε ξεχώριζα. Και που με κοιτάζανε με αγρίευε, όπως κι άλλα πράγματα που συνέβησαν αργότερα μέσα στη δουλειά μας.

Πήγαινα σχολείο και τ’ άλλα παιδιά με βρίζανε και αντιδρούσα, φερόμουν άσχημα. Δεν ήμουν το ήσυχο παιδάκι, όρμαγα και με έδιωχναν. Είχα πολλά προβλήματα. Μεγαλώνοντας και διαβάζοντας, κατάλαβα πως δεν έφταιγαν ούτε τα παιδιά, ούτε οι γονείς τους. Έφταιγε το σύστημα, του οποίου ήμουν κι εγώ αιμοδότης.

Εγώ είχα ένα πατέρα και μια μάνα που μέναμε σε σπίτι δικό μας. Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς 4Χ4, αλλά το οξυγόνο μας μέσα σ’ αυτό ήταν η αγάπη των γονιών μας. Ο πατέρας μου ήταν πολύ τίμιος άνθρωπος.

Ήρθα στην Αθήνα, σε μια σχολή μηχανικών στον «Ήφαιστο». Εκεί έπρεπε να πληρώνουμε σαράντα δραχμές τον μήνα λεφτά που δεν υπήρχανε. Ο πατέρας μου έπαιζε σαντούρι σε γάμους, σε πανηγύρια, και αυτά… Πήγα, λοιπόν, στην οδό Ηπείρου, σ’ ένα μηχανουργείο όπου έκαναν κεφαλές από γκαζιέρες.
Δούλεψα και στα σκουπίδια, στον Ιερόθεο,περιοχή στο Περιστέρι, γιατί έπρεπε να δουλεύω την ημέρα και να πηγαίνω στη σχολή βράδια.

Ήτανε σκοτάδι, δεν υπήρχε τίποτα στο τούνελ ούτε καντήλι. Δεν είχα δικαίωμα ούτε να ονειρεύομαι. Ήτανε τόσες οι απογοητεύσεις…

Εκεί που ’χαμε νοικιάσει, εγώ και η αδερφή μου -γιατί ήρθε κ’ η αδερφή μου για να πάει στο γυμνάσιο-, το είχε μια γυναίκα που καθάριζε σπίτια. Μου λέει «υπάρχει ένα σπίτι που θέλουν άντρα, όχι γυναίκα, για να μη βάζει μέσα άντρες. Θες να πας;» Πήγα, λοιπόν, υπηρέτης στο σπίτι του Δούνια στην πλατεία Κάνιγγος. Θα ήμουν δεκατεσσάρων ετών. Ήταν το σπίτι ενός αρεοπαγίτη που είχε φύγει από τη ζωή, αλλά είχε γυναίκα και δυο παιδιά. Τέλος πάντων, έπρεπε να μαζεύω νερό σε κιούπια, να κάνω παρκέ, να πλένω τα πιάτα, να φτιάχνω καφέ, τέτοια πράγματα. Μ’ έβαλαν να κοιμάμαι σε μια σοφίτα μ’ ένα κρεβάτι.

Η κιθάρα για ’μένα είναι το κορμί μου.
Πήγα να τραγουδήσω, να με ακούσουν, γιατί αν έβγαινες τότε στο ραδιόφωνο την άλλη μέρα ήσουνα κάτι.

Μ’ ακούνε που τραγούδησα και λένε:
«είσαι κρυωμένος»… Άρχισα και ’γώ να πίνω τσάι, να βάζω κασκόλ και να δουλεύω, μες στο καλοκαίρι, ντάλα ο ήλιος!.. Μετά από μια βδομάδα πήγα πάλι.
«Είσαι κρυωμένος».
Εκεί πια κατάλαβα…

Παρουσιαζόμουν σαν ξένος ,και όχι σαν γύφτος ,στα μαγαζιά στην αρχή.
Με έβγαζαν στο άλσος, το Green Park, και πότε ήμουν Βραζιλιάνος, πότε Σπανιόλος. Είχε πλάκα πραγματικά, αλλά γνώρισα μεγάλους καλλιτέχνες, σαν τον Οικονομίδη, τον Φλερύ, τον Όμηρο Αθηναίο, τον Κώστα Χατζηχρήστο.

Εβγαινα εγώ στο Green Park, αλλά έβγαινε κι η φυλή μου έξω να διασκεδάσει. Μπορεί να δούλευαν όλη μέρα, αλλά αυτοί κάθε βράδυ έβγαιναν έξω. Τα ευρωπαϊκά τα έλεγαν οι άλλοι καλύτερα, άρα εγώ σκέφτηκα να λέω τσιγγάνικα. Κι έτσι ενώ με παρουσίαζαν Βραζιλιάνο, μια μέρα που τραγουδούσα, πετάγεται ένας και λέει:
«Ε, αυτό ντικό μας είναι»
(γέλια).Μετά με αγκάλιαζαν, με φίλαγαν, ο Σπανιόλος είχε γίνει Αγιά Βαρβάρα!

Κι έρχομαι πλέον στην Αθήνα, στου «Ρούκουνα», ακριβώς δίπλα από τον «Σκορπιό» – που τότε δεν ήταν «Σκορπιός». Δούλεψα ακριβώς μια βδομάδα και μετά με διώξανε. Από ’δώ αρχίζει πλέον η περιπέτεια της ζωής μου.

Είχα φτάσει στο αμήν.Προς το καλοκαίρι πήγα στον Οικονομίδη και του είπα:
«κύριε Γιώργο, έχω τέσσερεις μέρες να φάω». Μου απάντησε «θα ’ρθεις το βράδυ να τραγουδήσεις», για να μ’ ακούσει και αυτός που είχε το Άλσος. Όλη η ζωή του Οικονομίδη ήτανε στο Άλσος. Τραγούδησα το βράδυ κι αυτός δεν με ήθελε. Με κράτησε όμως ο Οικονομίδης και με πλήρωνε από την τσέπη του. Κάθε βράδυ μου έδινε πενήντα δραχμές. Ξεχνιούνται αυτά τα πράγματα;

Όταν όμως πέρασα από τη Ναυάρχου Νικοδήμου, άκουσα κιθάρα. Έβγαινε από ένα υπόγειο. Κατέβηκα τα σκαλιά και μόλις ανοίγω την πόρτα ποιος με καλωσόρισε;
Ο Γιώργος Μούτσιος.
Ήταν πελάτης. Το πώς μου φέρθηκε αυτός ο άνθρωπος δεν θα το ξεχάσω.

Μερικοί άνθρωποι μου δώσανε ένα ποτήρι νερό να περάσω την έρημο.
Όπως κι ο Πλέσσας, ο Φλερύ, ο Χατζηχρήστος έχω πολλούς ανθρώπους τέτοιους και δεν θα τους βγάλω ποτέ από την καρδιά μου.

Ό Μαρκόπουλος με πέρασε στο ευρύ κοινό ενώ πριν έλεγα Πλέσσα και Θεοδωράκη, προτού γνωριστώ και με τον Ξαρχάκο

Πρώτη συνεργασία, ήταν με τον Πλέσσα.
Ό Πλέσσας μου έδωσε παντελόνι, πουκάμισο και σακάκι, με έντυσε.Δεν έπαψα όμως νά΄μαι φτωχός, αλλά με καλύτερη ζωή.

Η Τζένη Βάνου μού στάθηκε στη ζωή μου σε βαθμό που δεν φαντάζεστε. Δηλαδή, έκανε κάποια πράγματα για ’μένα που δεν ξεχνιούνται…

Λίγο αργότερα με φώναξαν και πήγα στην Columbia, κάπου στην αρχή της Αιόλου.
Εκεί με περίμενε ο Θεοδωράκης για τους Λιποτάκτες. Ήταν και ο Μιχάλης Κατσαρός, ο ποιητής.
Ό Θεοδωράκης μ’ έβαλε και τραγούδησα στο θέατρο της Κατερίνας (Ανδρεάδη), στα Επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Το ’κανε για ’μένα και για τον Μιχάλη, «για να φάμε», λέει, «καμμιά μακαρονάδα»…

Τραγούδαγα στην οδό Φλέσσα, στην «Καρυάτιδα». Στη γωνία ήταν η «Παλιά Αθήνα» και στο διάλειμμα τους έρχονταν η Μαρινέλλα.
Της έγραψα τραγούδια. Τα τραγούδια για τη Μαρινέλλα λογοκρίνονταν συνέχεια και μόνο το 1975, στη Μεταπολίτευση, επιτράπηκαν, οπότε και κάναμε το «Ρεσιτάλ»,.το πρώτο τριπλό άλμπουμ που έγινε στην Ελλάδα.
Δεν συνεργάστηκα μόνο με τη Μαρινέλλα. Ήταν κι η Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου που δουλέψαμε, τεράστιο κεφάλαιο αυτή η γυναίκα.
Εγώ πάντα κοίταγα να υπηρετήσω τον λόγο, γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει να δηλώνω συνθέτης.

Απευθυνόμουν σ’ έναν κόσμο από το δικό μου πεζοδρόμιο. Για να πάω στο απέναντι θα ’πρεπε να χρησιμοποιήσω κάποια άτομα που ήταν δικό τους. Έτσι, λοιπόν, το σκέφτηκα και έγινε η συνεργασία μας με την Μαρινέλλα
όπως και άλλες συνεργασίες μου στη συνέχεια, με την Ελπίδα, την Αλεξίου και την Πίτσα Παπαδοπούλου.

Έκανα δύο γάμους, γιατί έχασα την πρώτη μου γυναίκα. Παντρεύτηκα δύο άριστες συζύγους, μάνες και ανθρώπους. Πιστές πάντα.

Είναι μερικά τραγούδια που θέλω να πω, αλλά καταλαβαίνω ότι θα έπρεπε να ζει και η μάνα μου, ο πατέρας μου και η αδερφή μου, που έχουν «φύγει», για να έρθουν να μ’ ακούσουν.

Γιατί όταν θα τα πω αυτά μόνο αυτοί θα ’ρθουν.
Οι συγγενείς…

“Απ΄ το αεροπλάνο”
https://youtu.be/KRdXH65-Dxc

Η συνείδηση μου:
https://youtu.be/0ZKAaL1hZYY

Αποσπάσματα απο:
-Περιοδικό Όασις (Τεύχος 13, Νοέμβριος 2009)
-Ogdoo.gr “Δημήτρης Βάκης” 04/02/2013
-koutipandoras.gr “Αντώνης Μποσκοΐτης” 20/11/2018
Επιμέλεια :Παναγιώτης Παπαδόπουλος.

Φωτιά στα Σκούρτα

Φώτα ξέσπασε λίγο μετά την 1 και 15 στην είσοδο των Σκούρτων από την πλευρά του Αγίου Θωμά σε χώρο που τελευταία είχε γίνει χωματερή . Ευτυχώς η έγκαιρη επέμβαση της πυροσβεστικής εμπόδισε τα χειρότερα

Όταν ακούτε τον άλλον, μπορείτε να πάρετε νέες γνώσεις. Όταν μιλάτε, κλείνετε το μυαλό σας. Αποδεικνύοντας την ικανότητά σας να ακούσετε, δείχνετε την αυτοπεποίθηση σας και τον σεβασμό σας προς τον ομιλητή. Αυτό κάνει αναπόφευκτα τους ανθρώπους να σας εκτιμούν, που με τη σειρά τους, θα σας κάνουν να αισθανθείτε πιο ευτυχισμένοι.Η ικανότητα να ακούμε είναι μια ικανότητα που ενισχύει τις σχέσεις.

Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να συνέρχονται από άσχημα νέα και αυτό είναι το αντίδοτο για να μην πέσουν στην κατάθλιψη. Γνωρίζουν πως να το ξεπεράσουν. Βασικά, όπως λένε οι ψυχολόγοι, αυτή είναι η φυσική άμυνα του ανθρώπου για όλα αυτά τα άσχημα που αντιμετωπίζει σε όλη του την ζωή. ‘Πέσε εφτά φορές και σήκω οκτώ’ λέει μια ιαπωνική παροιμία

Τα τρία κόσκινα του Σωκράτη

Ο Σωκράτης, στην αρχαία Ελλάδα, είχε σε μεγάλη υπόληψη τη σωφροσύνη. Μια μέρα, κάποιος πήγε και βρήκε τον μεγάλο φιλόσοφο και του είπε:

– «Ξέρεις τι έμαθα για τον φίλο σου;»
– «Μια στιγμή» απάντησε ο Σωκράτης. «Πριν μου πεις, θα ήθελα να περάσεις από τα τρία κόσκινα».
– «Τα τρία κόσκινα;»
– «Μα ναι!» απάντησε ο Σωκράτης. «Πριν πούμε οτιδήποτε για τους άλλους, είναι καλό να περάσουμε από τα κόσκινα αυτό που θα θέλαμε να πούμε. Το πρώτο κόσκινο είναι αυτό της αλήθειας. Σιγουρεύτηκες ότι αυτό που θέλεις να μου πεις είναι αλήθεια;»
– «Όχι, απλώς άκουσα να λένε…»
– «Πολύ καλά, δεν ξέρεις λοιπόν αν είναι η αλήθεια. Ας δοκιμάζουμε το δεύτερο κόσκινο, αυτό της καλοσύνης. Αυτό που θέλεις να μου πεις για τον φίλο μου είναι κάτι καλό;»
– «Α όχι! Αντίθετα».
– «Άρα», συνέχισε ο Σωκράτης, «θέλεις να μου πεις κακά πράγματα γι’ αυτόν και δεν είσαι καν σίγουρος ότι είναι αλήθεια. Ίσως μπορείς να περάσεις το τρίτο κόσκινο, αυτό της χρησιμότητας. Είναι χρήσιμο να μάθω αυτό που έκανε ο φίλος μου;»
– «Όχι, δεν νομίζω».
– «Λοιπόν», κατέληξε ο Σωκράτης, «αν αυτό που έχεις να μου πεις δεν είναι ούτε αληθινό, ούτε καλό, ούτε χρήσιμο, γιατί θέλεις να μου το πεις;».
Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Τζακ Ντάνιελ

Η ιστορία και το άδοξο τέλος του ανθρώπου που δημιούργησε το πιο διάσημο ουίσκι.


Ο διάσημος Αμερικανός ποτοποιός Τζακ Ντάνιελ έπεσε θύμα του οξύθυμου χαρακτήρα του

Ο Τζακ Ντάνιελ έµεινε γνωστός όχι µόνο για το εξαίσιο ουίσκι του, αλλά και την εξωτερική του εµφάνιση.

Από τη στιγµή που έγινε 21 χρονών µέχρι το θάνατό του, φορούσε πάντα ένα µακρύ παλτό, καπέλο καλλιεργητή, µεταξωτό γιλέκο, άσπρο υφασµάτινο πουκάµισο και πλατύ παπιγιόν.

Ακόµα και όταν τα µαλλιά και το µεγάλο δασύτριχο µαύρο µουστάκι του γκρίζαραν, αυτός δεν πτοήθηκε και τα έβαφε µαύρα. Για πολλούς, η εµµονή του στην εξωτερική εµφάνιση είχε να κάνει µε το ότι ήταν μικροκαμωμένος, όµως στις καρδιές των εραστών του ουίσκι το όνοµά του θα βρίσκεται πάντα ψηλά.

Ο Ντάνιελ ήταν ο µικρότερος από τα δέκα αδέρφια µιας φτωχής οικογένειας. Το πότε ακριβώς γεννήθηκε παραμένει μυστήριο καθώς τα αρχεία γεννήσεων καταστράφηκαν σε μία πυρκαγιά.

Όταν η µητέρα του πέθανε και ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, κατάλαβε ότι δεν θα τον φρόντιζε κανείς, γι’ αυτό και πήγε να µείνει σε µια γειτονική οικογένεια. Ήταν µόλις επτά χρονών όταν δούλεψε σε έναν ιεροκήρυκα, ο οποίος παράλληλα παρασκεύαζε και πουλούσε ουίσκι από το µαγαζί του.

Το µικρό αγόρι από το Τενεσί εργάστηκε σκληρά και αποδείχτηκε ικανότατος µαθητής. Έδειχνε µεγάλο ενδιαφέρον για την παρασκευή του ουίσκι και είχε µάθει τη διαδικασία τόσο καλά, που ο ιεροκήρυκας τον έκανε συνεταίρο του. Όταν αργότερα αποσύρθηκε για να ασχοληθεί αποκλειστικά µε τα ιερατικά, πούλησε το µερίδιό του στον 13χρονο.

Στόχος του Ντάνιελ ήταν να παράγει όσο το δυνατόν καλύτερο ουίσκι. Το έφτιαχνε από καλαµπόκι, σίκαλη και βύνη, έχοντας ως αρχή το κατακάθι της προηγούµενης επεξεργασίας να το χρησιµοποιεί στην επόµενη φουρνιά.

Επίσης, εφήρμοσε µια ξεχωριστή διαδικασία «καθαρισµού» µε σκοπό να «εξευγενίσει» το ουίσκι που έβγαινε από το αποστακτήριο. Η διαδικασία αυτή απαιτούσε επιπλέον 10-12 µέρες, ώστε να καθαρίσει το ουίσκι τελείως από το ξυλοκάρβουνο των βαρελιών, τα οποία παρεμπιπτόντως κατασκευάζονταν μέσα στο αποστακτήριο, όµως ο ίδιος πίστευε ότι άξιζε το χρόνο και την προσπάθεια.

Κατά τη διάρκεια του εµφυλίου πολέµου, ο Ντάνιελ µαζί µε ένα φίλο του φόρτωναν το καµουφλαρισµένο µε σανό ουίσκι σε µια άµαξα και μετέβαιναν στην πόλη, ογδόντα χιλιόµετρα µακριά, για να το πουλήσουν. Ο κίνδυνος ήταν µεγάλος για τους δύο νέους, αφού αν τους περνούσαν για Βόρειους θα τους σκότωναν, ενώ πάντα υπήρχε ο φόβος να τους λεηλατήσουν στον δρόµο.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ο σερίφης τούς είχε απαγορεύσει να πουλάνε ουίσκι, γεγονός που τους ανάγκαζε να περιµένουν ως τα µεσάνυχτα έξω από την πόλη και να το πουλούν µε προσοχή τις πρώτες πρωινές ώρες. Όµως, ακόµα και όταν η πόλη καταλήφθηκε από τους Βόρειους, αυτοί δεν ενόχλησαν τον Ντάνιελ αφού δεν ήθελαν να ξεµείνουν από ουίσκι.

Καθώς το ουίσκι άρχισε να γίνεται δηµοφιλές, ο Ντάνιελ αναζήτησε µέρη µε απεριόριστη ποσότητα νερού µε ασβεστόλιθο. Τελικά, βρήκε στο κοίλωµα ενός σπηλαίου, στην είσοδο του οποίου σήμερα δεσπόζει ο ανδριάντας του, µία τρεχούµενη πηγή όπου το νερό δεν είχε υπολείµµατα σιδήρου και µε θερµοκρασία 10 βαθµών Κελσίου «φάνταζε» ως ιδανικό για την παραγωγή µοναδικού ουίσκι.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1860, η Οµοσπονδιακή Κυβέρνηση άρχισε να νοµιµοποιεί, ώστε να φορολογεί, τις εταιρείες παραγωγής ουίσκι, και έτσι το 1866 η εταιρεία Jack Daniel Distillery ήταν η πρώτη εγγεγραµµένη οινοπνευµατοποιία στην Αµερική. Το 1890 ήταν ο µεγαλύτερος παραγωγός στο Τενεσί, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα η φήµη του εξαπλώθηκε σε όλη την Αµερική όταν κέρδισε έναν γευστικό διαγωνισµό για το καλύτερο ουίσκι.

 

Στην αρχή, το ουίσκι εµφιαλωνόταν σε πήλινες στάµνες µε χαραγµένο το όνοµα του ιδρυτή, το οποίο λειτουργούσε και ως διαφήµιση, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 καθιερώθηκαν τα γυάλινα µπουκάλια. Αν και τα πρώτα μπουκάλια ήταν σχετικά στρογγυλά, ο Ντάνιελ, που πάντα θεωρούσε ότι η συσκευασία έπρεπε να τραβάει την προσοχή, εισήγαγε το 1895 ένα τετράγωνο µπουκάλι µε ραβδωτό λαιµό, µοναδικό για την εποχή.

Αναμφίβολα, χρονολογία-ορόσημο αποτελεί το 1876 όταν παρουσιάστηκε το Jack Daniel’sOld No. 7. Υπάρχουν διάφορες εικασίες σχετικά με την επιλογή του εν λόγω αριθμού. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το επτά ήταν ο αγαπημένος αριθμός του Ντάνιελ, άλλοι ότι τα εμπορεύματά του μεταφέρονταν από το έβδομο βαγόνι του τρένου ή ότι ο ίδιος είχε επτά φιλενάδες. Πάντα υπάρχει ένας μύθος για ένα προϊόν που θα έγραφε ιστορία…

 

Ο Ντάνιελ δεν είχε παιδιά και έτσι ανέθεσε στον αγαπηµένο του ανιψιό, Λεµ Μότλοου, την τήρηση των βιβλίων της επιχείρησης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν πια ήταν ιδιαίτερα εύπορος, δώρισε µεγάλα ποσά στην εκκλησία και σε κοινωνικές οργανώσεις. Παρέµεινε εργένης σε όλη του τη ζωή, μολονότι γνώρισε αρκετές όµορφες κοπέλες, ορισµένες αρκετά µικρές για να είναι κόρες του.

Το 1907, προβλήµατα υγείας τον ανάγκασαν να παραδώσει την επιχείρηση στον ανιψιό του. Μερικά χρόνια αργότερα, η μοίρα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Συγχυσµένος επειδή δεν µπορούσε να θυμηθεί το συνδυασμό για να ανοίξει το χρηµατοκιβώτιο στο γραφείο του, το κλώτσησε. Με το χτύπημα έσπασε το δάχτυλο του ποδιού του και μολύνθηκε, με αποτέλεσμα να προκληθεί σηψαιμία που οδήγησε στο θάνατό του το 1911, στα 61 ή στα 65 του χρόνια.

Την ίδια χρονιά παρασκευάστηκε και το άλλο διάσημο προϊόν της εταιρείας, το Black Label, το οποίο εικάζεται ότι διέθετε μαύρη ετικέτα ως φόρο τιμής στον ιδρυτή. Πάντως ο Μότλοου, όπως και οι τέσσερις γιοι του που τον διαδέχτηκαν, σεβάστηκαν την ποιότητα, την παράδοση και τις µοναδικές διαδικασίες παραγωγής του ουίσκι, που όρισε ο Τζακ Ντάνιελ πριν από 140 περίπου χρόνια.

πηγή: »Γνωστά Ονόματα Άγνωστες Ιστορίες 1» (εκδ. Σταμούλης)