Γιουβάλ Νώε Χαράρι για κορωνοϊό

Δυσμενέστατες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία θα επιφέρει η πανδημία εκτιμά ο Γιουβάλ Νώε Χαράρι.

Ο Ισραηλινός ιστορικός και συγγραφέας σε συνέντευξη του στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματισμένος για τις επιπτώσεις από τον κορωνοϊό.

«Τα χειρότερα έρχονται. Μια μεγάλη οικονομική κρίση βρίσκεται μπροστά μας. Οι χώρες ξοδεύουν τρισεκατομμύρια δολάρια. Θα υπάρξει ημέρα πληρωμής. Βρισκόμαστε σε ένα τεράστιο πάρτι όπου όλοι ξοδεύουν», δηλώνει και εκφράζει την άποψη ότι δεν υπάρχει παγκόσμιο οικονομικό σχέδιο διαχείρισης της κατάστασης.

«Χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Κίνα, πιστεύω ότι θα το ξεπεράσουν με κάποιον τρόπο, όμως πολλές χώρες ίσως καταρρεύσουν ολοκληρωτικά» εκτιμά και τονίζει με έμφαση ότι θα έπρεπε να υπήρχε ήδη σχέδιο αντιμετώπισης των επιπτώσεων. «Δεν υπάρχουν ενήλικες στο δωμάτιο» σημειώνει χαρακτηριστικά.

Ερωτηθείς για το πως βλέπει την κατάσταση στην Ελλάδα αναφορικά με την αντιμετώπιση της πανδημίας, απαντά ότι η χώρα μας βρίσκεται σε πολύ καλό σημείο. «Η Ελλάδα έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, σε σχέση με γείτονες χώρες όπως η Τουρκία και η Ιταλία, ακόμα και σε σχέση με υπερδυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ» λέει.

Μακροπρόθεσμα όλα θα γίνονται μέσω του Διαδικτύου και θα καταγράφονται

Ο Ισραηλινός ιστορικός και συγγραφέας μιλά και για τις ευρύτερες αλλαγές που θα προκαλέσει η πανδημία. Μακροπρόθεσμα ο κόσμος θα γίνει πιο ψηφιακός και ελεγχόμενος, προβλέπει και υποστηρίζει ότι όλα θα γίνονται μέσω του Διαδικτύου και όλα θα καταγράφονται.

«Η επιτήρηση μπορεί να μας βοηθήσει. Αν ελέγχεις την υγεία του πληθυσμού διαρκώς, μπορείς να σταματήσεις την πανδημία, ευκολότερα και πιο γρήγορα. Όμως το μειονέκτημα είναι ότι μπορεί να αποτελέσει τη βάση για χειρότερα αυταρχικά καθεστώτα, απ’ ότι έχουμε συναντήσει ποτέ στην ιστορία» αναφέρει ο Γιουβάλ Νώε Χαράρι.

Το νέο βιβλίο του Γιουβάλ Νώε Χαράρι

Ο Γιουβαλ Νώε Χαράρι μιλά τέλος για την κεντρική ιδέα του νέου του βιβλίου που είναι ότι τα έθνη, οι θρησκείες, οι επιχειρήσεις, το χρήμα, οι ιδεολογίες, αποτελούν όνειρα των νεκρών, θαμμένα από καιρό και εμείς είμαστε εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτά. «Αυτό ερευνά το βιβλίο» καταλήγει ο ισραηλινός συγγραφέας.
Πηγή: iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/

Γιώργος Κούμπας

Το στερνό αντίο στις 3 το απόγευμα την Δευτέρα στο Α’ Νεκροταφείο για τον Γιώργο Κούμπα.
Βαθύ το αποτύπωμα του Γιώργου στην ασφαλιστική αγορά τα τελευταία 45 χρόνια, θα είναι πάντα στην μνήμη μας .

Γιωργος Κούμπας στο κέντρο της φωτο.
Οι φωτογραφίες είναι στα γραφεία της Μινέττα το 2013 με στελέχη του ΣΕΜΑ και της Μινέττα .

Το βιβλίο που σκανδαλίζει και «σκοτώνει» την παρισινή διανόηση

Το τελευταίο συγγραφικό πόνημα του φιλοσόφου Ραφαέλ Εντοβέν, έχει προκαλέσει σάλο στο Παρίσι, καθώς μιλάει έξω από τα δόντια για μερικά από τα πιο επιφανή μέλη της σύγχρονης παρισινής ιντελιγκέντσιας, όπως ο διάσημος φιλόσοφος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί. Και κάποιοι νοσταλγούν τις εποχές των στρατευμένων διανοητών σαν τον Ζολά, τον Καμί, τον Μαλρό ή τον Σαρτρ

πηγή: Protagon

Τεράστιο ντόρο έχει προκαλέσει στο Παρίσι και ειδικά στο περίφημο Σεν Ζερμέν ντε Πρε, το πάλαι ποτέ κέντρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής της πρωτεύουσας της Γαλλίας, η έκδοση του «Le Temps Gagné», του τελευταίου συγγραφικού πονήματος του γάλλου φιλοσόφου Ραφαέλ Εντοβέν. Στην 500 σελίδων αυτομυθοπλασία του (autofiction – ένα «μπέρδεμα» της αυτοβιογραφίας με τη μυθοπλασία) ο Εντοβέν μιλάει έξω από τα δόντια για μερικά από τα πιο επιφανή μέλη της σύγχρονης παρισινής ιντελιγκέντσιας, με την πλοκή να εκτυλίσσεται στο σικ 6ο διαμέρισμα της πρωτεύουσας της Γαλλίας, στον περίγυρο των «σοσιαλιστών της σαμπάνιας», σύμφωνα τουλάχιστον με την Le Figaro.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο διάσημος γάλλος φιλόσοφος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, γνωστός ανά τον κόσμο ως BHL, αλλά και η κόρη του, η συγγραφέας Ζιστίν Λεβί, με την οποία ήταν παντρεμένος ο Ραφαέλ Εντοβέν. Ο γάμος τους, ωστόσο, είχε άδοξο τέλος. Τον συντάραξε η Κάρλα Μπρούνι, που πριν ξελογιάσει τον Ραφαέλ Εντοβέν, με τον οποίο απέκτησε και ένα παιδί, είχε σχετιστεί, ερωτικά φυσικά, και με τον πατέρα του, τον επίσης φιλόσοφο, εκδότη και δημοσιογράφο Ζαν-Πολ Εντοβέν. Η μετέπειτα Πρώτη Κυρία της Γαλλίας (ως σύζυγος πλέον του Νικολά Σαρκοζί) την οποία ο Εντοβέν χαρακτηρίζει στο βιβλίο του «ιδανική γυναίκα» είναι ένα από τα ελάχιστα πρόσωπα κατά του οποίου δεν βάλλει ο συγγραφέας, περιγράφοντας τη στενάχωρη νεότητά του. Ο 46χρονος γάλλος φιλόσοφος Ραφαέλ Εντοβέν Ο ίδιος δηλώνει πως δεν πρόκειται για ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Ο 71χρονος πατέρας του, ωστόσο, αποκήρυξε δημόσια τον 46χρονο γιο του. Οχι γιατί του πήρε από την αγκαλιά την Κάρλα Μπρούνι, αλλά επειδή το βιβλίο «συνέτριψε» τον ίδιο, πνίγοντας συγχρόνως αγαπημένα πρόσωπα «σε μια θάλασσα αγνωμοσύνης». «Δεν μου αρέσει η προσωπική ζωή των ανθρώπων να ξετυλίγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δημοσίως. Γιατί να πρέπει να υποστώ εγώ και οι αγαπημένοι μου αυτήν τη συμπεριφορά, που εδράζεται στην αδιακρισία και την υποτίμηση; Ποιος έχει το δικαίωμα να βγάζει δίχως τη συναίνεσή μας και για την προσωπική του ευχαρίστηση τις μάσκες τις οποίες ο καθένας από εμάς πιθανώς να χρειάστηκε να φορέσει κατά τη διάρκεια της ζωής του;», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Εντοβέν ο Πρεσβύτερος στην Le Figaro. «Οπως είπε ο Καμί, τον οποίο ο γιος μου αρέσκεται τόσο πολύ να παραθέτει, “ένας άνδρας πρέπει να συγκρατείται”».

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Guardian η οικογενειακή διαμάχη μεταξύ των δύο γάλλων στοχαστών αποτελεί το σκάνδαλο της αποκαλούμενης στη Γαλλία «La rentrée», της μεγάλης επιστροφής στην κανονικότητα μετά τις καλοκαιρινές διακοπές η οποία συμπίπτει και με την έναρξη της νέας εκδοτικής περιόδου. O Ραφαέλ Εντοβέν, o Ζαν-Πολ Εντοβέν και στη μέση η Κάρλα Μπρούνι και το εξώφυλλο του βιβλίου «Le Temps Gagné» Το περιοδικό Gala χαρακτήρισε το βιβλίο «ευφυές», σημειώνοντας ότι στις σελίδες του ο συγγραφέας διηγείται «την κόλαση της παιδικής του ηλικίας και τη μακρά χειραφέτησή του από το να είναι “ο γιος του”…» πατέρα του. Η Figaro από την πλευρά της επισήμανε πως η έκδοση του βιβλίου είχε αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένας «πόλεμος χαρακωμάτων» μεταξύ των υποστηρικτών πατέρα και γιου. «Θρηνώ. Η καρδιά μου είναι ραγισμένη. Είναι ένα απαίσιο βιβλίο για εκείνους, όπως εγώ και άλλοι, που αγαπήσαμε τον Ραφαέλ και τώρα πνιγόμαστε σε μια θάλασσα αχαριστίας. Ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι η ζωή μου, στην οποία εκείνος διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο, θα έπαιρνε τόσο στενάχωρη τροπή», σημείωσε ο πατέρας Εντοβέν.

Αρκετοί βιβλιοκριτικοί, κάνοντας λόγο για οιδιπόδειο σύμπλεγμα, υποστήριξαν πως ο Ραφαέλ αποφάσισε να σκοτώσει τον πατέρα του. Ο θάνατος του «στρατευμένου διανοούμενου» Σύμφωνα, όμως, με τον Τζουζέπε Σκαράφια, ο υιός Εντοβέν, πέρα από τον πατέρα του, σκότωσε και ό,τι έχει απομείνει από τη γαλλική διανόηση. Σε κείμενό του στο Il Venerdi, το εβδομαδιαίο περιοδικό της La Repubblica, ο ιταλός συγγραφέας αναφέρει πως το «Le Temps Gagné» αποτελεί τη νεκρώσιμη ακολουθία της φιγούρας του «intellectuel engagé», του στρατευμένου διανοούμενου. Γιατί οι σημερινοί διανοούμενοι – θαμώνες των καφέ και των μπιστρό του Σεν Ζερμέν ντε Πρε έχουν ελάχιστα κοινά με τον Εμιλ Ζολά, ο οποίος δεν δίστασε να υπερασπιστεί με το ιστορικό του «Κατηγορώ» τον Αλφρεντ Ντρέιφους που κατηγορήθηκε αδίκως για κατασκοπεία. Και απέχουν παρασάγγες από τον Αντρέ Μαλρό, ο οποίος στα νιάτα του δεν σταματούσε να καταγγέλλει «τις κοινωνικές αδικίες και τις αποικιοκρατικές καταχρήσεις», αναφέρει ο ιταλός δημοσιογράφος. Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου ο Μαλρό έσπευσε να συνδράμει τις δυνάμεις των Δημοκρατικών, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας μικρής Πολεμικής Αεροπορίας. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο συγγραφέας και κριτικός της τέχνης Μαλρό εντάχθηκε αρχικά στον Γαλλικό Στρατό και στη συνέχεια στη Γαλλική Αντίσταση, ενώ αρκετά χρόνια μετά το 1958, όταν ο Ντε Γκολ επανήλθε στην εξουσία, ανέλαβε χρέη υπουργού Πολιτισμού της χώρας έως το 1969, καθαρίζοντας τις μαυρισμένες προσόψεις εξαιρετικών αρχιτεκτονημάτων της Γαλλίας και ιδρύοντας πλήθος «maisons de la culture» στη γαλλική επαρχία. Ο συγγραφέας και κριτικός Τέχνης Αντρέ Μαλρό Καμιά σχέση δεν έχουν οι σύγχρονοι διανοούμενοι της Γαλλίας ούτε με τον «διακριτικό δανδή» Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, ο οποίος έζησε μια σύντομη και τραγική και αντιφατική ζωή. Συγγραφέας και δοκιμιογράφος, φίλος των ντανταϊστών, αρχικά αριστερός και μετά δεξιός, άλλοτε φτωχός και άλλοτε πλούσιος χάρη στα χρήματα των γυναικών με τις οποίες σχετιζόταν, ο Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ παρασύρθηκε τελικά από τις Σειρήνες του φασισμού. Μετά το τέλος του πολέμου, όμως, δήλωνε πως εάν είχε επικρατήσει ο φασισμός, θα περνούσε στην αντίσταση. Ο φασισμός, ωστόσο, ηττήθηκε και εκείνος αυτοκτόνησε τελικά, παρά την προστασία που του πρόσφερε ο φίλος του Μαλρό. Στρατευμένος υπήρξε φυσικά και ο Λουί Αραγκόν, ο οποίος «πέρασε από τον υπερρεαλισμό στον σταλινισμό και κατέστη σύμβολο του κομμουνιστή διανοούμενου», σημειώνει ο Σκαράφια.

Ο κορυφαίος ποιητής είχε ταυτιστεί απόλυτα με τη σοβιετική πολιτική και όταν του προσήψαν ότι είχε αποδεχτεί την κομμουνιστική καταδίκη του φιλοσόφου και δοκιμιογράφου Πολ Νιζάν ο οποίος ήταν αντίθετος στο γερμανό-σοβιετικό σύμφωνο, εκείνος απάντησε πως «το Κόμμα μου είπε πως ο Νιζάν ήταν ένας προδότης και το δέχτηκα. Εγώ πάντα πιστεύω ό,τι μου λέει το Κόμμα». Μόνον μετά την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην τότε Τσεχοσλοβακία ο Αραγκόν καταδίκασε την ΕΣΣΔ και μόνον μετά τον θάνατο της συζύγου του Ελσα Τριολέ αποκάλυψε την ομοφυλοφιλία του. Ζαν-Πολ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ σε παριζιάνικο καφέ, το 1969 Οσον αφορά τον μεγάλο αστέρα της γαλλικής αριστερής διανόησης στα μέσα του περασμένου αιώνα, είναι ευρέως γνωστό ότι ο Ζαν-Πολ Σαρτρ συγκαταλεγόταν μεταξύ των πιο μαχητικών διανοούμενων της εποχής του. Πέρα από φιλόσοφος και συγγραφέας, υπήρξε και ακτιβιστής, παρών σε όλα τα μεγάλα γεγονότα στην πατρίδα του και στον υπόλοιπο κόσμο, υποστηρικτής, για παράδειγμα, του Φιντέλ Κάστρο και όλων των επαναστατημένων.

Δίπλα στον Σαρτρ μεγαλούργησε μια εξίσου στρατευμένη διανοούμενη της Γαλλίας η Σιμόν ντε Μποβουάρ, η οποία προσέφερε στο παγκόσμιο φεμινιστικό κίνημα το «Δεύτερο Φύλο», ένα απόλυτο έργο αναφοράς για τις γυναίκες. Ως δημόσιος στοχαστής ξεχώρισε φυσικά και ο Αλμπέρ Καμί, πνεύμα ελεύθερο και ιδιαίτερα αγωνιστικό που μαχόταν ακατάπαυστα για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, παίρνοντας θέση, λόγου χάρη, στο ζήτημα της Αλγερίας κατά της βίας από όπου κι αν προερχόταν αυτή.

Με το που έδυσε το άστρο του Σαρτρ, δημιουργήθηκε ο κύκλος των αποκαλούμενων «nouveaux philosophes», των νέων φιλοσόφων της Γαλλίας, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, ο Αλέν Φινκελκρότ, ο Πασκάλ Μπρικνέρ και ο Αντρέ Γκλικσμάν, στοχαστές που αξιοποίησαν ιδιαίτερα τα ΜΜΕ για την ανάδειξη των θέσεων και των απόψεών τους. Τώρα, ένας δικός τους βάλθηκε να τους αποδομήσει. Πηγή: Protagon.gr

Καταλαβαίνει κανείς πως δουλεύει καλά, όταν κάθε περιστατικό, το πιο μικρό και ασήμαντο, της καθημερινής ζωής του και της σκέψης του, έρχεται, σαν μοναχό του, και βάζει ένα πετραδάκι στο πράγμα που φτιάνει.

Σεφέρης

Μαχάτμα Γκάντι: Από άθεος ληστής, πνευματικός ηγέτης ενός ολόκληρου λαού

Ο Μαχάτμα Γκάντι
Ο Μαχάτμα Γκάντι

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός, Μαχάτμα Γκάντι, ο οποίος υπήρξε κήρυκας της μη βίας στον 20ο αιώνα και καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας.

Ο Μαχάτμα Γκάντι το 1931.
O Μαχάτμα Γκάντι
O Μαχάτμα Γκάντι

Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869, στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Είναι γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.

Ο Γκάντι ήταν το μικρότερο παιδί του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ και της τέταρτης συζύγου του Πουτλιμπάι. Η οικογένειά του λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν επηρεασμένη από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι.

Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι. Δεν τον εμπόδισαν, όμως, να κηρύξει τη δική του επανάσταση όταν ήταν έφηβος. Πέρασε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και – το χειρότερο – έτρωγε κρέας. Οι γονείς του τον πάντρεψαν 13 ετών με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, την Καστουρμπάι.Ο Μαχάτμα Γκάντι το 1931.  

Όταν τελείωσε το σχολείο, η οικογένειά του αποφάσισε να τον στείλει στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Στην Αγγλία, την οποία φανταζόταν ως «χώρα φιλοσόφων και ποιητών, το ίδιο το κέντρο του πολιτισμού», αγωνίστηκε σκληρά για να προσαρμοστεί στον δυτικό τρόπο ζωής. Η χορτοφαγία του γινόταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά το ότι αναγκαζόταν να υπερασπίζεται τις αξίες του τον έκανε να βγει από το καβούκι του και να αποκτήσει μαχητικότητα. Έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους. Γνώρισε δυναμικούς άνδρες και γυναίκες, που τον μύησαν στη Βίβλο και την Μπαγκαβατγκίτα (Bhagavadgita), την πιο εκλαϊκευμένη έκφραση του ινδουϊσμού.

Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γι’ αυτό δέχθηκε με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική. Οι εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι από τότε και στο εξής δεν θα δεχόταν την αδικία.

Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Όπως, όμως, αναφέρουν οι βιογράφοι του, «αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον». Εκεί μετατράπηκε από δικηγόρος σε πολιτικό ηγέτη.

Το 1915 επέστρεψε στην Ινδία και δεν έφυγε ξανά από τη χώρα του, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Στην αρχή κράτησε χαμηλό προφίλ, αλλά ως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας. Επί των ημερών του το Ινδικό Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου έγινε μια μαζική πολιτική οργάνωση, που άπλωνε τις ρίζες της σε κάθε πόλη και χωριό της Ινδίας. Το μήνυμα του Γκάντι ήταν απλό: δεν την κρατούσαν υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών.

Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όσο, όμως, οι Ινδοί συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να αντισταθούν στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο αυξανόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της αχανούς χώρας, τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.

Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.

Μετά την νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945 άρχισαν τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση, στους ινδουιστές του Κογκρέσου και του Συνδέσμου των Μουσουλμάνων υπό τον δικηγόρο Μοχάμετ Τζίνα, οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947) και στην ίδρυση δύο νέων κυρίαρχων κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947), προς μεγάλη απογοήτευση του Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές. 

Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.

Σύμφωνα με το SanSimera.gr, ο Γκάντι με την πολιτική και πνευματική στάση του πυροδότησε τρεις από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα: την επανάσταση κατά της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων και της βίας. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που επηρεάστηκαν από τη δράση του αξίζει να αναφέρουμε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στις ΗΠΑ και τον Νέλσον Μαντέλα στη Νότιο Αφρική.

Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονται ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος έβλεπε στην πολιτική της μη βίας τού Γκάντι το πιθανό αντίδοτο στη μαζική βία που εξαπολύθηκε με τη διάσπαση του ατόμου, και o σουηδός νομπελίστας οικονομολόγος Γκούναρ Μίρνταλ, που χαρακτηρίζει τον Γκάντι «φωτισμένο φιλελεύθερο σε όλα σχεδόν τα πεδία».