Μαχάτμα Γκάντι: Από άθεος ληστής, πνευματικός ηγέτης ενός ολόκληρου λαού

Ο Μαχάτμα Γκάντι
Ο Μαχάτμα Γκάντι

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός, Μαχάτμα Γκάντι, ο οποίος υπήρξε κήρυκας της μη βίας στον 20ο αιώνα και καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας.

Ο Μαχάτμα Γκάντι το 1931.
O Μαχάτμα Γκάντι
O Μαχάτμα Γκάντι

Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869, στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Είναι γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.

Ο Γκάντι ήταν το μικρότερο παιδί του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ και της τέταρτης συζύγου του Πουτλιμπάι. Η οικογένειά του λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν επηρεασμένη από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι.

Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι. Δεν τον εμπόδισαν, όμως, να κηρύξει τη δική του επανάσταση όταν ήταν έφηβος. Πέρασε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και – το χειρότερο – έτρωγε κρέας. Οι γονείς του τον πάντρεψαν 13 ετών με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, την Καστουρμπάι.Ο Μαχάτμα Γκάντι το 1931.  

Όταν τελείωσε το σχολείο, η οικογένειά του αποφάσισε να τον στείλει στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Στην Αγγλία, την οποία φανταζόταν ως «χώρα φιλοσόφων και ποιητών, το ίδιο το κέντρο του πολιτισμού», αγωνίστηκε σκληρά για να προσαρμοστεί στον δυτικό τρόπο ζωής. Η χορτοφαγία του γινόταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά το ότι αναγκαζόταν να υπερασπίζεται τις αξίες του τον έκανε να βγει από το καβούκι του και να αποκτήσει μαχητικότητα. Έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους. Γνώρισε δυναμικούς άνδρες και γυναίκες, που τον μύησαν στη Βίβλο και την Μπαγκαβατγκίτα (Bhagavadgita), την πιο εκλαϊκευμένη έκφραση του ινδουϊσμού.

Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γι’ αυτό δέχθηκε με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική. Οι εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι από τότε και στο εξής δεν θα δεχόταν την αδικία.

Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Όπως, όμως, αναφέρουν οι βιογράφοι του, «αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον». Εκεί μετατράπηκε από δικηγόρος σε πολιτικό ηγέτη.

Το 1915 επέστρεψε στην Ινδία και δεν έφυγε ξανά από τη χώρα του, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Στην αρχή κράτησε χαμηλό προφίλ, αλλά ως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας. Επί των ημερών του το Ινδικό Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου έγινε μια μαζική πολιτική οργάνωση, που άπλωνε τις ρίζες της σε κάθε πόλη και χωριό της Ινδίας. Το μήνυμα του Γκάντι ήταν απλό: δεν την κρατούσαν υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών.

Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όσο, όμως, οι Ινδοί συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να αντισταθούν στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο αυξανόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της αχανούς χώρας, τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.

Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.

Μετά την νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945 άρχισαν τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση, στους ινδουιστές του Κογκρέσου και του Συνδέσμου των Μουσουλμάνων υπό τον δικηγόρο Μοχάμετ Τζίνα, οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947) και στην ίδρυση δύο νέων κυρίαρχων κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947), προς μεγάλη απογοήτευση του Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές. 

Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.

Σύμφωνα με το SanSimera.gr, ο Γκάντι με την πολιτική και πνευματική στάση του πυροδότησε τρεις από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα: την επανάσταση κατά της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων και της βίας. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που επηρεάστηκαν από τη δράση του αξίζει να αναφέρουμε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στις ΗΠΑ και τον Νέλσον Μαντέλα στη Νότιο Αφρική.

Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονται ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος έβλεπε στην πολιτική της μη βίας τού Γκάντι το πιθανό αντίδοτο στη μαζική βία που εξαπολύθηκε με τη διάσπαση του ατόμου, και o σουηδός νομπελίστας οικονομολόγος Γκούναρ Μίρνταλ, που χαρακτηρίζει τον Γκάντι «φωτισμένο φιλελεύθερο σε όλα σχεδόν τα πεδία».

Όταν η πάμπτωχη Ελλάς πάλεψε την κρίση με όπλο τον τουρισμό (μέσα δεκαετίας 1930)

Η εκστρατεία της κυβέρνησης Τσαλδάρη για την προσέλξυση ξένων επισκεπτών. Το γιγάντιο πρόγραμμα αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς και των πανέμορφων τοπίων

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Οι έκτακτες υγειονομικές συνθήκες που επικράτησαν και στη χώρα μας και τα μέτρα που λήφθηκαν για την προστασία του κοινού, επηρέασαν αρνητικά και την τουριστική κίνηση πλήττοντας την εθνική οικονομία και μακρά σειρά επαγγελματιών. Οι προβλέψεις για την εφετινή κίνηση ήταν θαυμάσιες και τα τουριστικά πρακτορεία προέβλεπαν θεαματική άνοδο των αριθμών. Ωστόσο, τα πάντα ανατράπηκαν και οι επαγγελματίες ευελπιστούν πως σύντομα θα λήξει η πρωτοφανής περιπέτεια που τους έχει θέσει σε δοκιμασία. Με αφορμή τις εξελίξεις αυτές θα αναφερθούμε σε μία σημαντική σελίδα της ιστορίας του τουρισμού στη χώρα μας.

Το Πασαλιμάνι (1937).

Στα απόνερα της σφοδρής οικονομικής κρίσης των αρχών της δεκαετίας 1930, η Κυβέρνηση Τσαλδάρη θα υιοθετήσει το σύνθημα «Τουρισμός – Πολιτισμός», προκαλώντας ένα λίαν προσοδοφόρο και πολλαπλά ωφέλιμο τουριστικό κύμα στην Ελλάδα. Όταν ο τουρισμός, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, αποκτούσε τα χαρακτηριστικά ενός παγκόσμιου κοινωνικού φαινομένου, η πάμπτωχη Ελλάς προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της και να αφήσει πίσω της τις εθνικές περιπέτειες και την οικονομική ανέχεια που μάστιζε τον πληθυσμό. Χρησιμοποιώντας ως εργαλείο άσκησης πολιτικής τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ), ο οποίος είχε ιδρυθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920, το ελληνικό κράτος ιδεολογικοποίησε τις δράσεις του. Έτσι, η Ελλάδα γίνεται πρωτοπόρος στο φαινόμενο το οποίο σήμερα θα αποκαλούσαμε «πολιτιστικό τουρισμό». Στην έλλειψη υποδομών απαντούσε με την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στην αδυναμία επενδύσεων πρότασσε τα φυσικά της τοπία και τους πανέμορφους ελληνικούς τόπους. Το κύριο βάρος ρίχτηκε στην Αττική, στα νησιά και τις «Νεράιδες της Μακεδονίας», όπως αποκαλούσαν τις σημαντικότερες πόλεις του Bορρά (Θεσσαλονίκη, Νάουσα, Έδεσσα, Καστοριά κ.ά.). Με τις μικρές της δυνάμεις η χώρα εκπονούσε και υλοποιούσε ένα γιγαντιαίο –για τα δικά της μέτρα– πρόγραμμα που ξεκινούσε από την αποβάθρα του Περάματος, έφτανε στις πλαζ της Γλυφάδας και της Βουλιαγμένης για να καταλήξει στο μαγευτικό τοπίο του Σουνίου. Την περίσταση εκμεταλλεύονταν και οι Έλληνες, οι οποίοι την ίδια εποχή αναπτύσσουν το περίφημο κίνημα της «σκηνοπηγίας», όπως αποκαλούσαν τη δημιουργία πρόχειρων θερινών κατασκηνώσεων στα περίχωρα των Αθηνών.

Έδεσσα (φωτ. Fred. Boissonnas).

Ο «εξακροπολισμός»

Οι οργανωμένες προσπάθειες για προσέλκυση τουρισμού είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Η πρώτη υπηρεσία, το «Γραφείο Ξένων και Εκθέσεων» συστήθηκε ήδη το 1914, ενώ χρειάστηκαν περίπου 15 χρόνια για να ιδρυθεί ο ΕΟΤ. Παρά τις αδυναμίες του, το κράτος βελτίωνε τις υποτυπώδεις ξενοδοχειακές υποδομές και δημιουργούσε το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη και λειτουργία τους, προσπαθούσε να συνδέσει συγκοινωνιακά τους τουριστικούς προορισμούς με τις κοντινές μεγαλουπόλεις και να εξωραΐσει τις αρχαιολογικές περιοχές. Θεσμοί όπως η τουριστική αστυνομία και εκδόσεις ξενόγλωσσων τουριστικών οδηγών έβλεπαν το φως, ενώ δεκάδες εκδόσεις εντυπωσιασμένων ταξιδιωτών –κυρίως σε ευρωπαϊκές χώρες– διαφήμιζαν τη χώρα.

Άποψη της Θεσσαλονίκης με τον Λευκό Πύργο (φωτ. Fred. Boissonnas).

Το σχέδιο που υλοποιεί η Κυβέρνηση Τσαλδάρη στα μέσα της δεκαετίας του 1930 περιλαμβάνει την αξιοποίηση των κειμένων που σπεύδουν να γράψουν φιλόσοφοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι και πολιτικοί που επισκέπτονται την χώρα και ενθουσιάζονται από τα μνημεία της. Στις εντυπώσεις αυτές προστίθενται η λαογραφία και ο μεσογειακός τρόπος ζωής του ελληνικού λαού, το φαγητό και τα τοπικά προϊόντα. Οι σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της Ευρώπης γίνονται κήρυκες του ελληνικού πολιτισμού και της άφατης ομορφιάς τοπίου και μνημείων. Ο Γάλλος Ακαδημαϊκός Georges Duhamel (1884-1966) επισκέπτεται την Αθήνα και υπόσχεται: «Θα ξανάρθω ιερά γη! Θα ξανάρθω να ονειρευτώ αργότερα, εις τα ιερά σου χώματα»! Ο ίδιος θα εισάγει και τον «εξακροπολισμός» (s’ acropoliser) θέλοντας να δώσει με έντονο τρόπο τη μαγεία που ασκεί η Ακρόπολη στους επισκέπτες της. Στα ευρωπαϊκά έντυπα επανέρχεται στην επικαιρότητα η ρήση του Γάλλου ποιητή Jean Richepin (1849-1926): «Όταν η γη θα ξεψυχά στο διάστημα η τελευταία λέξη της θα είναι: Αθήνα!».

Το Μόντε Κάρλο στο Κεφαλάρι!

Το θαλάσσιο μέτωπο της πρωτεύουσας, από το Φάληρο έως τη Βάρκιζα, δέχεται τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες καλλωπισμού του, ώστε να είναι προσιτό στους επισκέπτες. Επίσης ευπρεπίζεται το λιμάνι του Πειραιά για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης αποβίβασης των τουριστών και απομακρύνονται τα περιθωριακά στοιχεία που αποτελούσαν όνειδος για τη χώρα, αφού συγκεντρώνονταν στο λιμάνι και γύρω από τους αρχαιολογικούς χώρους. Από το εστιατόριο του Τσελεμεντέ μέχρι το περίφημο «Ακταίον» σταθμεύουν αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που έχουν επιστρατευθεί για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Το ενδιαφέρον στρέφεται και σε περιοχές όπως η Κηφισιά και η Πεντέλη, με την δημιουργία ελκυστικών τουριστικών περιπτέρων, όπως το Στροφύλι. Έφθαναν στο σημείο να σχεδιάζουν πισίνα στο Κεφαλάρι, η οποία θα καλείτο να ανταγωνιστεί εκείνες της Ριβιέρας και του Μόντε Κάρλο!

Η χώρα χωρίζεται σε 5 τουριστικές περιφέρειες, όπου στη μεγαλύτερη πόλη της κάθε περιφέρειας εδρεύει η Επιτροπή Τουρισμού. Συγκαλούνται τοπικά συνέδρια στα οποία συζητούνται όλα τα εκκρεμή τουριστικά ζητήματα. Ξεκινά η δημιουργία ξενώνων στην Πεντέλη, το Σούνιο, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Υιοθετούνται ευρωπαϊκές διατάξεις για τους θορύβους στις πόλεις. Περιορίζονται δραστικά ο ανατριχιαστικός θόρυβος των τραμ στις ράγες, τα κλάξον, οι ρομβίες και τα γραμμόφωνα των πλανόδιων μουσικών.

Την ίδια εποχή ο ελληνικός λαός αδυνατώντας βεβαίως να ξοδέψει χρήματα για θερινές διακοπές, αναπτύσσει το περίφημο κίνημα της σκηνοπηγίας. Έστηναν τις σκηνές τους «εις την άβυσσον των Πεύκων του δάσους Μελίσσια» ή στις απόμερες παραλίες! Ήταν οι προπομποί των γνωστών μας κατασκηνώσεων, οι οποίες είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να εμφανίζονται από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τον Αύγουστο 1936, με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά σχεδόν τα πάντα άλλαξαν. Ο ΕΟΤ καταργήθηκε για να επανιδρυθεί περίπου μία 25ετία αργότερα (1950), ο τουρισμός τέθηκε υπό αυστηρότατο έλεγχο και άρχιζε μια νέα περίοδος για την τουριστική μας ιστορία.

Δημήτρης Καμπουράκης: Ο dealer των ασφαλιστικών εταιρειών!
H αντίδραση του κόσμου σε μια απλή πρόταση!

Πηγή: liberal.gr

Δυο μέρες μετά την επέλαση του «Ιανού» κι ενώ ήμουν στην εκπομπή και σχολιάζαμε τις τεράστιες καταστροφές σε σπίτια και επιχειρήσεις, είχα την φαεινή ιδέα να κάνω μια πρόταση στον τηλεοπτικό αέρα. «Τώρα που η κλιματική αλλαγή θα φέρνει όλο και πιο συχνά φυσικές καταστροφές, καλά θα κάνουμε όλοι να ασφαλίσουμε την περιουσία μας.» Τι το ‘θελα το απόφθεγμα; Δεν δάγκωνα καλύτερα την γλώσσα μου;

Πριν καν τελειώσω την φράση μου, ένα τσουνάμι μηνυμάτων κατέφθασε στην εκπομπή μέσω mail, social media και τηλεφωνημάτων, ακόμα και με fax. Μηνύματα οργισμένα, θυμωμένα, εξαγριωμένα, ανάστατα. Το περιεχόμενο τους ήταν πανομοιότυπο: «Να α-σφα-λι-στού-με; Πως τολμάς να λες τέτοιο πράγμα; Αυτό είναι δουλειά του κράτους.» Δεν μιλώ για δύο, πέντε ή δέκα μηνύματα. Μιλώ για εκατοντάδες. Γέμισε στο δευτερόλεπτο η οθόνη του υπολογιστή που είχα μπροστά μου, κατέφθαναν τα χαρτιά από το τηλεφωνικό κέντρο σε πάκα. Σελίδες ολόκληρες, κατεβατά ατέλειωτα.

Περιττό να σας πω τι διάβαζα στα μηνύματα. «Είσαι dealer των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών», «εδώ δεν έχουμε να φάμε, τις ασφαλιστικές θα πληρώνουμε;», «πας να καλύψεις τις ευθύνες του κράτους που δεν αποζημιώνει τον κοσμάκη που καταστρέφεται», «να βάλουν οι υπουργοί το χέρι στην τσέπη και να μην ζητάτε συνέχεια από μας να δίνουμε τα λεφτά μας» και άλλα παρόμοια, όλα εξαγριωμένα και άκρως επιθετικά. Μιλάμε για χιονοστιβάδα, για πραγματική λαϊκή οργή.

Ομολογώ ότι το βούλωσα. Όταν έχεις απέναντι σου χίλιους που δεν θέλουν να ακούσουν το αυτονόητο και σου ορμούν όλοι μαζί να σε καταπιούν, ακόμα και ιεροκήρυκας να σαι κατεβαίνεις από το στασίδι και βγαίνεις στο προαύλιο ν’ ανάψεις τσιγάρο. Πόσο μάλλον δημοσιογράφος που εξαρτάσαι από την αποδοχή του κοινού σου. Θα μου πείτε, λες δηλαδή όσα θέλει ν’ ακούσει ο ακροατής και ο τηλεθεατής σου; Όχι ασφαλώς, αλλά απέναντι σ’ ένα εχθρικό, μονόχνοτο και επιθετικό κοινό, δεν θα κάνω δα και επίδειξη ειλικρίνειας. Στις απόψεις μου αναφέρομαι, όχι στις ειδήσεις.

Τι να τους πω δηλαδή; Να προσπαθήσω να αποδείξω το αυτονόητο, απέναντι σε ανθρώπους που έχουν ρίξει λευκό σεντόνι μπροστά στα μάτια τους και αρνούνται να δουν την πραγματικότητα; Κατεβαίνει η φωτιά ή ο χείμαρρος και καταστρέφει ολοκληρωτικά ένα σπίτι ή μια επιχείρηση που κάνει 100.000 ευρώ. Είναι δυνατόν να περιμένουν ότι το κράτος θα τους δώσει αυτά τα εκατό χιλιάρικα; Είτε ο Μητσοτάκης είναι πρωθυπουργός, είτε ο Τσίπρας, είτε ο Κουτσούμπας; Έγινε ποτέ αυτό στην Ελλάδα ή σε κάποια άλλη χώρα, για το περιμένουν;

Ένα βοήθημα θα τους δώσει το κράτος για να επιβιώσουν, μια αναβολή φορολογικών υποχρεώσεων, άντε και ένα άτοκο δάνειο για να ξαναφτιάξουν τα κατεστραμμένα. Στην Καρδίτσα, τα ρημαγμένα σπίτια και μαγαζιά είναι 5.000. Η κυβέρνηση τους δίνει αρχικό βοήθημα 8.000 ευρώ και διαμαρτύρονται ότι είναι ψίχουλα. Φυσικά δεν φτάνουν, με 8.000 ευρώ δεν στήνεις από την αρχή ούτε σπίτι ούτε επιχείρηση. Άρα θέλουν 50.000 ευρώ, μερικοί και 100.000 για να ξαναστηθούν στα πόδια τους. Ναι, αλλά τότε ο λογαριασμός πλησιάζει το μισό δις, μόνο για το κέντρο μιας επαρχιακής πόλης. Ποιος θα δώσει αυτά τα λεφτά; Και να θέλει, υπάρχουν;

Φυσικά, αν κάτσει η στραβή σε κάποιον και βρεθεί στον δρόμο, μπορεί μετά να φωνάζει, να κλαίει, να απαιτεί, να βρίζει, να καταριέται, να καταψηφίζει, αλλά –ρεαλιστικά ή κυνικά μιλώντας- τα λεφτά αυτά δεν θα τα πάρει ποτέ από το κράτος. Θα τα πάρει μόνο αν έχει ασφαλίσει την περιουσία του. Θα μου πείτε ότι κοστίζει. Φυσικά κοστίζει, όλα σ’ αυτή την ζωή κοστίζουν. Ρώτησα έναν τυχαίο ασφαλιστή για το κόστος. Μου είπε ότι κατά μέσο όρο κοστίζει ένα ευρώ ανά τετραγωνικό τον χρόνο, για πλήρη ασφάλιση από φωτιά, νερό, σεισμό και κακόβουλες ενέργειες. Πάει να πει, για ένα σπίτι εκατό τετραγωνικών, πληρώνουμε περίπου εκατό ευρώ τον χρόνο.

«Ναι, αλλά εκατό εδώ, εκατό εκεί, μαζεύονται πολλά» θα αντιτείνει κάποιος. Και ο πιο ζορισμένος, θα πει ευθέως «νομίζεις ότι τα έχω εγώ αυτά τα εκατό ευρώ, άνθρωπε μου;» Ναι, πολλοί δεν τα ‘χουν, αλλά -πολλώ δε μάλλον- θα έχουν τα 50.000 ευρώ που θα χρειαστούν αν καταστραφεί το σπίτι τους; Μοιάζει ο σκληρό, αλλά στην πραγματικότητα είναι τετράγωνη λογική. Πως αυτός που αποφασίζει να αγοράσει αυτοκίνητο, υπολογίζει στα πάγια έξοδα του και την ασφάλεια; Έτσι πρέπει να κάνει και με την υπόλοιπη περιουσία του, αν κάποιος θέλει να είναι προνοητικός. Αν πάλι προτιμά να το ρισκάρει, είναι δικαίωμα του επίσης. Μόνο που οι εκ των υστέρων οιμωγές, δεν φτιάχνουν τις κατεστραμμένες ζωές των ανθρώπων. Δυστυχώς.