Η χολεριασμένη (διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)

Τις Κυριακές βάζουμε λογοτεχνικό θέμα, και σήμερα αποφάσισα να βάλω κάτι επίκαιρο, σχετικό με τους καιρούς πανδημίας που περνάμε. Μου το θύμισε μια ανάρτηση του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ο οποίος αναφέρθηκε σε λογοτεχνικά έργα που έχουν γραφτεί με αφορμή επιδημίες του παρελθόντος. Ο Κουτσουρέλης μάλιστα επισήμανε ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348 στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο.

Τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά. Σήμερα θα δημοσιεύσουμε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, που το είχα βάλει στον παλιό μου ιστότοπο, τη Χολεριασμένη και αφορά την επιδημία που έπληξε την Αθήνα το 1854, όπως τη διηγήθηκε στον Παπαδιαμάντη μια «σεβάσμια γερόντισσα Αθηναία».

Το διήγημα δημοσιευτηκε στο περιοδικό Παναθήναια τον Οκτώβριο του 1901. Στο ίδιο περιοδικό είχε προηγουμένως δημοσιευτεί και το συγγενικό διήγημα Το θαύμα της Καισαριανής.

Παραθέτω μονοτονισμένα (αν θέλετε πολυτονικό, εδώ).

Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ

Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και την άλλην, την επιγραφομένην «Το Θαύμα της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είναι η κυρα-Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβάσμια γερόντισσα Αθηναία.

«Με είχαν παραιτήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι ο αδερφός μου… Είχα πανδρευθεί μικρή, μ’ αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που βλέπεις, που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από μένα.

Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών χρονών. Εκείνος μ’ έπαιρνε στα γόνατα του, και μ’ εφίλευε καραμέλες. Θα ήτον τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ’ αυτά τα πράγματα.

Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και την χολέρα· που βάσταξε τρεις μήνες, κι έπαψε την ημέρα του Αγίου Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία και δέηση που έκαμε ο λαός με τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια· κι οι Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιλιά μας, τον Όθωνα, κι εκείνος ήτον κλεισμένος στο Παλάτι, μόνο για να παρηγορεί τον λαό έβγαινε, και δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ’ όλη την χολέρα και το θανατικό. Κι έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλαρία, Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια, και τους λέγανε Ζουάβους· κι άλλοι με κατακόκκινες γιακέτες, κάτι φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως κει πάνω, με άντζες γυμνές, που φορούσαν κάτι σα φουστανέλες· κι έβγαιναν κατά την πλατέα, κι εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι τόσο τον αγαπούσε ο λαός. Κι ο βασιλιάς επονούσε τον λαό, κι εσκορπούσε ελέη και ψυχικά πολλά απ’ το Παλάτι.

Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς είμαστε παντρεμένοι τρία χρόνια  μπροστά. Ο μπαρμπα-Λευθέρης με τις καραμέλες με είχε καταφέρει. Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν, το πολύ, δεκάξι χρονών, όταν έγινε η στεφάνωση. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα.

Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάστηκα κι εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους μήνες μπροστά την μοναχοκόρη, την Κατίγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν μ’ έπιασαν οι εμετοί, και τ’ άλλα τα συμπτώματα, Θεός να φυλάει — μακριά από σας — ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ’ απαράτησε κι έγινε άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος, κι αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώσει.

Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ’ ένα στενό σοκάκι, στην Ακρόπολη από κάτω. Είχα το παιδί στην κούνια, κι έκλαιε. Εγώ υπόφερνα απ’ τους πόνους της αρρώστιας, κι εδίψαγα φοβερά. Εφώναζα να ’ρθει κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας δεν ήρχετο. Οι γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρα τους, στην εξοχή, κι άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν.

Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φουλδάκης, πέρασε το χέρι του απ’ το παραθυράκι, και μου έριξε ένδεκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να μου φέρει νερό. Αλλά, μου είπε, δεν είχε, κι έφυγε. ΄Η δεν είχε αληθινά, ή φόβος τον έπιασε, και δεν ήθελε ν’ αργοπορήσει  σιμά μου, μην κολλήσει.

Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό.

Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο από έν’ αραφάκι. Σηκώθηκα, επήρα ένα, και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν κα­λύτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά, κι έ­ψησα δυο-τρία και τα ’φαγα.

Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μού είχε πάψει από ώρα.

Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα. Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα.

Σηκώθηκα, κι εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυ­ρα κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά.

Επήγα παραπέρα ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύση κάπου εκεί. Έφτασα, με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστριψα με κόπο την κάνουλα της βρύσης. Ώ, συφορά μου! Το νερό είχε κοπεί.

Σηκώνομαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα… Δεν θυμάμαι αν είχα πά­ρει μαζί μου το κορίτσι μου απ’ την κούνια…»

Εδώ η αφηγούμενη διεκόπη, και προσεπάθει ν’ αναπολήσει. Είτα επα­νέλαβε:

«Ναι… όχι, δεν το πήρα μαζί μου. Είχα βγει έξω για προσωρινά. Το ένα πρώτο για να βρω νερό, κι έπειτα με την ελπίδα ν’ απαντήσω κανένα γνώριμο… να τον ερωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο, είχα σκοπό να γυρίσω γρήγορα πίσω, στο σπιτάκι μου.

Επήγα παραπέρα απ’ τη βρύση, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ’ έξω απ’ τους Αγίους Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρότσα με τ’ αλογάκια της που έστεκε παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου.

Η πόρτα της εκκλησιάς ήτον ανοικτή. Βλέπω μια γριά. Ήτον η κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε, κι ηθέλησε να κλείσει την πόρτα από μέσα. Θα κατάλαβε απ’ την όψη μου πως ήμουν μολεμένη. Σπρώχνω την πόρτα, φωνάζω.

—  Λίγο νερό!.. δεν είστε χριστιανοί;

Είδα που είχε δυο στάμνες ακουμπισμένες από μέσ’ απ’ την πόρτα, σιμά στο παγκάρι. Η γριά μ’ ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται να είχε λίγο νερό, κάτω απ’ τη μέση, και μου είπε:

—  Κάμε τις χούφτες σου.

Έκαμα τις χούφτες μου, τις παλάμες μου, βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου έριχνε απ’ ολίγ’ ολίγο νερό μες στις χούφτες, κι εγώ έπινα. Μου φάνηκε σαν αγιασμός. Αναστήθηκ’ ή ψυχή μου. Ύστερα η γριά, σαν ετράβηξε τη στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξει την πόρτα, για να με κλείσει απ’ έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας κι είπα:

—    Τι κάνουν μέσα;

Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά.

— Βαφτίζουν, μου είπε η καλόγρια, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον στενοχωρεμένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνει.

Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή. Εκεί μέσα, στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του, κι η Στάθαινα, η ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίσει, κι εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη που του είχε κάμει η γυναίκα του η νιόνυφη.

Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της καρότσας, που είχα ιδεί να στέκει απ’ έξω εκεί.

Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα περιβόλι, κι είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρότσα, κι ο άνδρας μου που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους. Πριν φύγουν, ηθέλησαν, σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό τους.

—Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το παιδί;

—Εσύ, πώς μ’ άφησες εμένα; του λέω.

Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτιση. Εγώ τους έγινα κουνούπι και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος.

Μ’ έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κι εβαστούσα καλά στα πόδια μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν.

—  Θά ‘ρθω κι εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του χεριού επάνω στην παλάμη μου.

—  Σύρε να φέρεις το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου.

—  Πάμε μαζί, του λέω.

Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ό αμαξάς, χωρίς να του προτείνει κανείς τίποτε, άρχισε να φέρνει δυσκολίες.

— Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους, και το μωρό τέσσεροι, και μου δώσατε τι μου δώσατε, τον άκουσα να λέει στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι τέσσεροι θα γίνουν έξι. Δεν μας παίρν’ ή καρότσα.

Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να του πει: «Ησύχασε, και μη σε μέλει… θα είμαστε όσοι είμαστε…»

Τότ’ εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο κυρ Μικέλης, και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καροτσέρης, εγύρισε κατά μένα.

— Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρεις κι εμένα μαζί.

Ο καροτσιέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν χολεριασμένη.

Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα.

—  Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα, και να με πάρεις μαζί.

Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα, κι είπα με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κι ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι γίνεται». Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το κρύψω, το ένα, μες στην παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.

—  Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ’ τα εδώ, και θα σε πάρω.

—  Δέκα, είπα εγώ.

—  Φέρ’ το και τ’ άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς.

Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε:

—  Τώρα δεν έλεγες πώς θα πέσουμε πολλοί;

—  Μα, αφού μας παίρν’ ή βάρκα! απηλογήθη ο αμαξάς· ή βάρκα χωρεί, εσάς τι σας μέλει;

Είχαν ιδεί πώς δεν είχα πλέον άσκημα συπτώματα, η όψη μου φαίνε­ται να είχε σιάξει, και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού έριξε μια ματιά, σαν να μ’ ελυπήθη.

—Ας έρθει κι αυτή, η καημένη, Στάθη, είπε του ανδρός της.

Κοντολογίς, ο άντρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε, κι ολίγα ρουχικά μαζί.

Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρότσα.

Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ’ ένα περιβόλι μιανής  συγγένισσάς μας, κοντά στον Αι-Γιάννη του Ρέντη.

Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους έπλυνα τα ρούχα, και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι μου, την Κατίγκω μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κι εκόντευε να χρονίσει. Την εχάιδευαν κι έλεγαν: «Πίκκολο! πίκκολο!».

Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλαρία, με τις περικεφαλαίες τους, εφαίνονταν φοβεροί· χωριστά κι ολίγοι-ολίγοι, εφαίνονταν κι αυτοί καλοί άνθρωποι.

Περάσαμε καλά, Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, το ηύραμε απείραχτο, κι εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη.

Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μού περίσσεψαν από τις υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια.

Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά στον καροτσιέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κι εκαρποφόρησαν το δεκαπλάσιο.»

(1901)

Σημείωση

Τα σβάντζικα ή σφάντζικα ήταν παλιό αυστριακό νόμισμα των 20 κρόιτσερ (zwanzig = 20) που είχε μεγάλη πέραση στην Ελλάδα σε όλον τον 19ο αιώνα. Κάποτε και σε θηλυκό, η σφάντζικα. Τον καιρόν εκείνο, κυκλοφορούσαν πολλά νομίσματα παράλληλα με τις δραχμές. Αν δείτε την αλληλογραφία του Παπαδιαμάντη, ο πατέρας του συχνά συμπλήρωνε τα τάλιρα που του έστελνε με σφάντζικα.

Τα ποτούρια ή πουτούρια είναι είδος παντελόνι, συχνά μάλλινο ή τσόχινο, συνήθως φαρδύ επάνω και στενό κάτω.

Πηγή : sarantakos.wordpress.com

Κορωνοϊός”

Κορωνοϊός”
Το πανεπιστήμιο Johns Hopkins έβγαλε αυτή την εξαιρετική περίληψη για το πώς να αποφύγετε τη μετάδοση του ιού.

1) Ο ιός δεν είναι ζωντανός οργανισμός, αλλά ΜΟΡΙΟ ΠΡΟΤΕΪΝΗΣ που καλύπτεται από ένα προστατευτικό στρώμα λιπιδίου (λίπος), το οποίο όταν απορροφάται από τα κύτταρα του οφθαλμικού, ρινικού ή στοματικού βλεννογόνου και αλλάζει τον γενετικό τους κώδικα (μετάλλαξη) μετατρέποντάς τα επιθετικά, πολλαπλασιαζόμενα κύτταρα.
2) Δεδομένου ότι ο ιός δεν είναι ζωντανός οργανισμός αλλά πρωτεϊνικό μόριο, δεν θανατώνεται, αλλά αποσυντίθεται μόνος του. Ο χρόνος αποσύνθεσης εξαρτάται από τη θερμοκρασία, την υγρασία και τον τύπο του υλικού όπου βρίσκεται.
3) Ο ιός είναι πολύ ευαίσθητος. Το μόνο που τον προστατεύει είναι ένα λεπτό εξωτερικό στρώμα λίπους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το απλό σαπούνι ή το απορρυπαντικό είναι το καλύτερο φάρμακο, επειδή ο αφρός ΚΟΒΕΙ το ΛΙΠΟΣ (γι ‘αυτό και πρέπει να τρίψουμε τα χέρια μας τόσο πολύ: για 20 δευτερόλεπτα ή περισσότερο, για να φτιάξουμε πολύ αφρό). Με τη διάλυση της στιβάδας λίπους, το μόριο πρωτεΐνης διασκορπίζεται και διασπάται από μόνο του.
4) Η ΘΕΡΜΟΤΗΤΑ λιώνει το λίπος. Γι ‘αυτό είναι καλό να χρησιμοποιείτε νερό πάνω από 25 βαθμούς Κελσίου για πλύσιμο χεριών, ρούχων και οτιδήποτε άλλο. Επιπλέον, το ζεστό νερό παράγει περισσότερο αφρό και αυτό το κάνει ακόμα πιο χρήσιμο.
5) Το αλκοόλ ή οποιοδήποτε αλκοολούχο μείγμα πάνω από 65% ΔΙΑΛΥΕΙ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ λίπος, ειδικά το εξωτερικό λιπιδικό στρώμα του ιού.
6) ΤΑ ΜΙΚΡΟΒΙΟΚΤΟΝΑ ΔΕΝ ΒΟΗΘΑΝΕ. Ο ιός δεν είναι ζωντανός οργανισμός όπως τα βακτήρια. Δεν μπορούν να σκοτώσουν ό, τι δεν είναι ζωντανό με τα αντιβιοτικά, αλλά γρήγορα να αποσυνθέσει τη δομή του με όλα όσα είπε.
7) Μην τινάζετε ΠΟΤΕ χρησιμοποιημένα ή αχρησιμοποίητα ρούχα, σεντόνια ή πανιά. Όσο ο ιός είναι κολλημένος σε μια πορώδη επιφάνεια, είναι πολύ αδρανής και αποσυντίθεται μεταξύ 3 ωρών (ύφασμα και πορώδη υλικά), 4 ωρών (χαλκός, γιατί είναι φυσικά αντισηπτικός ― και ξύλο, γιατί το ξύλο απομακρύνει την υγρασίας και δεν αφήνει να αποκολληθεί και να αποσυντεθεί), 24 ωρών (χαρτόνι), 42 ωρών (μέταλλο) και 72 ωρών (πλαστικό). Αλλά αν τα τινάξετε ή χρησιμοποιήσετε φτερό για να καθαρίσετε, τα μόρια του ιού επιπλέουν στον αέρα για έως και 3 ώρες και μπορούν να κατακαθίσουν στη μύτη σας.
Τα μόρια του ιού παραμένουν πολύ σταθερά στο εξωτερικό κρύο, ή σε τεχνητό κρύο (κλιματιστικά σε σπίτια και αυτοκίνητα). Χρειάζονται επίσης υγρασία για να παραμείνουν σταθερά και ιδιαίτερα το σκοτάδι. Επομένως, τα αφυδατωμένα, ξηρά, ζεστά και φωτεινά περιβάλλοντα θα τον υποβαθμίσουν ταχύτερα.
9) ΥΠΕΡΙΩΔΗΣ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ (UV LIGHT) που πέφτει πάνω σε οποιοδήποτε αντικείμενο που μπορεί να περιέχει τον ιό, διασπά τη πρωτεΐνη του ιού. Για παράδειγμα, η απολύμανση και η επαναχρησιμοποίηση μάσκας γίνεται με υπεριώδη ακτινοβολία. Προσέξτε, όμως, γιατί η υπεριώδης ακτινοβολία διασπά και το κολλαγόνο (που είναι πρωτεΐνη) στο δέρμα, προκαλώντας τελικά ρυτίδες και καρκίνο του δέρματος.
10) Ο ιός ΔΕΝ μπορεί να περάσει από υγιές δέρμα.
11) Το ξύδι ΔΕΝ είναι χρήσιμο γιατί δεν διασπά το προστατευτικό στρώμα του λίπους.
12) Το LISTERINE βοηθά! Φτάνει να είναι αυτό που εμπεριέχει τουλάχιστον 65% αλκοόλ και όχι αυτό χωρίς.
13) Όσο πιο περιορισμένος είναι ένας χώρος, τόσο μεγαλύτερη η συγκέντρωση του ιού που μπορεί να υπάρξει εντός του. Όσο πιο ανοιχτός ή φυσικά αεριζόμενος, τόσο λιγότερη.
14) Το λέμε και το ξαναλέμε, αλλά ΠΡΕΠΕΙ να πλένετε τα χέρια σας πριν και μετά αγγίξετε οποιοδήποτε βλεννογόνο, φαγητό, κλειδαριές, διακόπτες, τηλεχειριστήριο, κινητό τηλέφωνο, ρολόγια, υπολογιστές, τραπέζια, τηλεόραση, κλπ. Και φυσικά όταν χρησιμοποιείτε το μπάνιο.
15) Κρατήστε να νύχια σας κοντά, έτσι ώστε ο ιός να μην κρύβεται εκεί. Καθαρίζετε τα όσο μπορείτε.
16) Κανένα αλκοολούχο ποτό δε βοηθά. Η ισχυρότερη βότκα περιέχει 40% αλκοόλ, και το λίπος για να σπάσει χρειάζεται τουλάχιστον 65%.
17) Οποιοδήποτε μείγμα 1 μέρος χλωρίνης ανά 5 μέρη νερού διαλύει άμεσα την πρωτεΐνη, και διασπά τον ιό από μέσα προς τα έξω

Από τον Γιάννη Αναγνωστάκη στάλθηκε η πιο κάτω ανάρτηση:

Μην περιμένεις η ζωή να σε ρωτήσει εάν και πόσο αντέχεις…
Μην περιμένεις να βρεθούνε οι τέλειες συνθήκες για να πεις θα ζήσω…
Μην περιμένεις να διαμορφωθούν οι ιδανικές καταστάσεις για να γελάσεις…
Μην περιμένεις να βρεις τον τέλειο πατέρα ή μάνα για να μην έχεις τραύματα…
Μην περιμένεις να βρεις τον τέλειο σύζυγό γιατί απλά δεν θα τον βρεις ποτέ…
Μην περιμένεις να κάνεις τα τέλεια παιδιά, γιατί απλά δεν υπάρχουν…
Μην περιμένεις να συναντήσεις του τέλειους φίλους, γιατί ούτε και εσύ είσαι…
Μην περιμένεις να δουλέψεις στην ιδανική δουλειά γιατί απλά θα μείνεις άνεργος…
Μην περιμένεις να βρείς το τέλειο σπίτι για να απολαύσεις το ηλιοβασίλεμα…
Μην περιμένεις να έχεις την τέλεια παρέα για να πας ένα περίπατο…
Μην περιμένεις να δοθούν όλες οι απαντήσεις για να σταματήσουν οι ερωτήσεις…
Μην περιμένεις να δεις τον Θεό ως Ον που κατεβαίνει από τους ουρανούς ή ως χέρι που βγαίνει απο το υπερπέραν. Απλά δεν θα συμβεί και θα χάσεις και την ευκαιρία να Τον συναντήσεις στην καθημερινότητα σου…
Μην περιμένεις να βρεις τον αναμάρτητο και τέλειο πνευματικό, γιατί απλά δεν υπάρχει. Και όπου νομίζεις ή σε έπεισαν ότι τον είδες, φεύγα μακριά είναι της φαντασίας σου…
Γενικά στην ζωή αυτή, δεν υπάρχουν τέλειες καταστάσεις, τέλειες συνθήκες, τέλεια πρόσωπα. Αυτά μετά το πέρας της εδώ παράστασης… Οπότε συμφιλιώνομαι με την αδυναμία μου, την ατέλεια του άλλου και του κόσμου που με περιβάλει και ζω όπως μπορώ και όσο μπορώ, με δοξολογία και ευχαριστία προς τον Χριστό. Δεν μπορώ πάντα; Ναι, αλήθεια είναι αυτό!! Κανείς δεν τα καταφέρνει πάντα καλά. Ακόμη και οι Άγιοι είχαν τις κακές μέρες και περιόδους τους. Αλλά δεν τρελαίνομαι σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν αυτομαστιγώνομαι, δεν χάνω την ψυχραιμία μου, ούτε βιάζομαι να φύγει το κακό που με βρήκε. Κυρίως δεν λέω όλη μέρα γιατί και γιατί; Γιατί απλά καλέ μου φίλε, μέχρι να μάθεις το γιατί, θα έχει τελειώσει η ζωή…!!!

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Λέων Τολστόι

«Ένας από τους πιο κοινούς πειρασμούς, ο οποίος όμως οδηγεί στις μεγάλες συμφορές είναι ο πειρασμός των λέξεων: «Όλοι έτσι κάνουν»