Στα Σκούρτα Βοιωτίας ο Σταυρός του Πορφυρίου

Ο Όσιος Πορφύριος γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης του σημερινού Δήμου Ταμιναίων της Εύβοιας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης και από πολύ νωρίς έδειξε έφεση προς το μοναχισμό. Έτσι, σε ηλικία 13 χρόνων και έχοντας τελειώσει μόνο την Β’ Δημοτικού, μετέβη στη σκήτη της Αγίας Τριάδος, τα γνωστά “Καυσοκαλύβια” του Αγίου Όρους, όπου έζησε τα επόμενα 6 περίπου χρόνια, ως υποτακτικός σε δύο γέροντες μοναχούς, λαμβάνοντας το όνομα Νικήτας. Κατόπιν, λόγω σοβαρής ασθένειας, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Εύβοια, όπου και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Ευβοίας, στο Αυλωνάρι της Εύβοιας.

Σε αυτή θέση στα Σκούρτα ο Άγιος σχεδίαζε να οικοδομήσει μοναστήρι, τελικά όμως προτίμησε το Μήλεσι. Τα σχέδια του ναού είναι στην κατοχή του Β. Π. που ανήγειρε και τον επιβλητικό σταυρό.
Πιστεύουμε ότι  θα έλθει σύντομα το πλήρωμα του χρόνου και θα  αναγερθεί και ο ναός.

Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του ΣινάΠορφύριο, ο οποίος αναγνωρίζοντας σε αυτόν πνευματικά χαρίσματα, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του και το όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός. Τα επόμενα χρόνια, επειδή το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών έγινε γυναικείο, ο π. Πορφύριος εγκαταστάθηκε στη Μονή Αγίου Νικολάου, στην Άνω Βάθεια του σημερινού Δήμου Αμαρυνθίων, επίσης στην Εύβοια.

Το 1940, σε ηλικία 34 ετών, μετέβη στην Αθήνα, όπου στις 12 Οκτωβρίου διορίστηκε ως Εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική Αθηνών στην Ομόνοια.

Στις 16 Μαρτίου 1970, έχοντας συμπληρώσει 35ετία, έλαβε μικρή σύνταξη από το Ταμείο Ασφαλίσεως Κληρικών Ελλάδος και αποχώρησε από τη θέση του εφημερίου του Αγίου Γερασίμου, όπου όμως συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το 1973. Τη χρονιά εκείνη έφυγε από την Αθήνα για να εγκατασταθεί αρχικά στον Άγιο Νικόλαο, στα Καλλίσια (σημερινή Καλλιθέα) της Πεντέλης και μετά από μερικά χρόνια στο Μήλεσι της Μαλακάσας, όπου και οικοδόμησε το Ιερό Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Απέκτησε σημαντική φήμη και πολλοί πιστοί τον επισκέπτονταν στον τόπο διαμονής του. 

Το Νοέμβριο του 1991 μετέβη στο παλαιό κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου και κοιμήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

Κατατάχθηκε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στη συνεδρίασή της που διεξήχθη στις 27 Νοεμβρίου 2013.[1]

Tο πιο διάσημο πιστολίδι στην ιστορία της Άγριας Δύσης

Tο πιο διάσημο πιστολίδι στην ιστορία της Άγριας Δύσης

Στις 26 Οκτωβρίου 1881, οι αδελφοί Ερπ με τον φίλο τους Ντοκ Χόλιντεϊ, που εκπροσωπούσαν το νόμο, συγκρούστηκαν με τη συμμορία των Κλάντον – ΜακΛόρι στο Τόμπστοουν της Αριζόνα, στο πιο διάσημο πιστολίδι στην ιστορία της Άγριας Δύσης, που έγινε γνωστό μέσω του κινηματογράφου…

To Τόμπστοουν το 1881

To Τόμπστοουν το 1881

Στις 26 Οκτωβρίου 1881, οι αδελφοί Ερπ με τον φίλο τους Ντοκ Χόλιντεϊ, που εκπροσωπούσαν το νόμο, συγκρούστηκαν με τη συμμορία των Κλάντον – ΜακΛόρι στο Τόμπστοουν της Αριζόνα, στο πιο διάσημο πιστολίδι στην ιστορία της Άγριας Δύσης, που έγινε γνωστό μέσω του κινηματογράφου.

Μετά την ανακάλυψη κοιτασμάτων αργύρου το 1877, το Τομπστόουν άρχισε να αναπτύσσεται και να πλουτίζει με γοργούς ρυθμούς. Ο Γουάιατ Ερπ, πρώην αστυνομικός στο Κάνσας, βρήκε δουλειά ως υπεύθυνος ασφαλείας σε τράπεζα της πόλης και οι αδελφοί του Μόργκαν και Βέρτζιλ στην τοπική αστυνομία. Ο φίλος τους Ντοκ Χόλιντεϊ, που παρεπιδημούσε στην πόλη, είχε ορκιστεί βοηθός τους. Είχε σπουδάσει οδοντογιατρός, αλλά έμεινε στην ιστορία ως χαρτοπαίκτης και πιστολάς. Οι αδελφοί Κλάντον και οι αδελφοί ΜακΛόρι εργάζονταν ως γελαδάρηδες σ’ ένα γειτονικό ράντσο και συμπλήρωναν το εισόδημά τους ως κλέφτες και πιστολάδες

Το πρωί της 25ης Οκτωβρίου 1881, ο Άικ Κλάντον και ο Τομ ΜακΛόρι πήγαν στο Τόμπστοουν, προκειμένου να αγοράσουν εφόδια για το ράντσο. Τις επόμενες 24 ώρες ήρθαν σε αντιπαράθεση αρκετές φορές με τους αδελφούς Ερπ και με τον Ντοκ Χόλιντεϊ. Και οι δύο πλευρές ζητούσαν την αφορμή για να ξεκαθαρίσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς τους.

Γύρω στη 1:30 μετά το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου κατέφθασαν στην πόλη ο Μπίλι Κλάντον και ο Φρανκ ΜακΛόρι, μαζί με τον φίλο τους Μπίλι Κλέιμπορν, που ήταν μέλος της συμμορίας. Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησαν, όταν μπήκαν στο σαλούν, ήταν ο Ντοκ Χόλιντ, ο οποίος τους πληροφόρησε με ένα πλατύ χαμόγελο ότι τα αδέλφια τους είχαν χτυπηθεί από τους Ερπ. Ο Μπίλι και ο Φρανκ αμέσως εγκατέλειψαν το σαλούν, ζητώντας εκδίκηση.

Στις 3 μετά το μεσημέρι οι τρεις αδελφοί Ερπ και ο Ντοκ Χόλιντεϊ εντόπισαν τα πέντε μέλη της συμμορίας, σ’ ένα ανοιχτό χώρο, πίσω από το σαλούν O.K. Corral. Το περίφημο πιστολίδι μόλις άρχιζε. Διάρκεσε 30 δευτερόλεπτα και ρίχτηκαν πάνω από 30 σφαίρες. Αν και δεν είναι σίγουρο ποιος πυροβόλησε πρώτος, οι περισσότερες μαρτυρίες συγκλίνουν ότι αυτός ήταν ο Βέρτζιλ Ερπ. Μόλις καταλάγιασε η σκόνη, ο Μπίλι Κλάντον και οι αδελφοί ΜακΛόρι κείτονταν νεκροί, ενώ ο Βέρτζιλ και ο Μόργκαν Ερπ, καθώς και ο Ντοκ Χόλιντεϊ είχαν τραυματιστεί ελαφρά. Ο Άικ Κλάντον και ο Μπίλι Κλέιμπορν κατόρθωσαν να διαφύγουν.

Ο σερίφης της κομητείας Κότσιζ, όπου υπαγόταν το Τόμπστοουν, Τζον Μπίχαν, δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τους Ερπ και τον Χόλιντεϊ και τους κατηγόρησε για τους τρεις φόνους. Κατόρθωσε να εκδώσει ένταλμα και να τους συλλάβει. Ένα μήνα αργότερα, ο τοπικός δικαστής τούς απάλλαξε από τις κατηγορίες, επειδή θεώρησε τους φόνους «δικαιολογημένους».

Το περιστατικό στο Τόμπστοουν θα είχε ξεχαστεί ή θα παρέμενε μόνο στη μνήμη των ντόπιων, αν δεν το αναδείκνυε ο συγγραφέας Στιούαρτ Λέικ, που έγραψε το 1931 τη βιογραφία του Γουάιατ Ερπ. Τη σκυτάλη πήρε το Χόλιγουντ, που έκανε γνωστό το πιστολίδι σ’ όλο τον κόσμο. Οι πιο γνωστές ταινίες είναι: «Αίμα στον Πράσινο Βάλτο» («Gunfight at the OK Corral», 1957) του Πρέστον Στάρτζες με τους Μπαρτ Λάνκαστερ και Κερκ Ντάγκλας, «Σύγκρουση στον Πράσινο Βάλτο» («Tombstone», 1993) του Τζορτζ Κοσμάτος με τους Κερτ Ράσελ και Βαλ Κίλμερ και «Γουάιατ Ερπ» («Wyatt Earp», 1994) του Λόρενς Κάσνταν με τους Κέβιν Κόστνερ και Τζιν Χάκμαν.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

Από τις αρχές Οκτωβρίου του 1912 η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο με την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας ως συμμάχους τη Βουλγαρία και τη Σερβία.

29 Οκτωβρίου 1912. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α' και αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος εισέρχονται στη Θεσσαλονίκη επικεφαλής του στρατού.

29 Οκτωβρίου 1912. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ και αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος εισέρχονται στη Θεσσαλονίκη επικεφαλής του στρατού.

Από τις αρχές Οκτωβρίου του 1912 η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο με την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας ως συμμάχους τη Βουλγαρία και τη Σερβία (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος). Θέατρο των επιχειρήσεων, η περιοχή της Μακεδονίας.

Ο ελληνικός στρατός βάδιζε από νίκη σε νίκη στη Δυτική Μακεδονία. Όμως, από την αρχή των εχθροπραξιών σοβούσε σοβαρή διαφωνία μεταξύ του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο διάδοχος επιθυμούσε πρώτα την κατάληψη του Μοναστηρίου προς Βορρά, ενώ ο Βενιζέλος, βλέποντας την πιθανότητα να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη από το βουλγαρικό στρατό, πίεζε τον Κωνσταντίνο να κατευθυνθεί προς τη φυσική πρωτεύουσα της Μακεδονίας, μια περιοχή με στρατηγική σημασία, η απελευθέρωση της οποίας αποτελούσε διακαή πόθο του ελληνισμού. «Καθιστώ υμάς υπευθύνους διά πάσαν αναβολήν έστω και στιγμής» του τηλεγραφεί επιτακτικά.null

Τελικά, ο Κωνσταντίνος πείθεται με τη μεσολάβηση του πατέρα του βασιλιά Γεωργίου Α’ και στις 25 Οκτωβρίου η εμπροσθοφυλακή του ελληνικού στρατού φθάνει προ των πυλών της Θεσσαλονίκης. Είχε προηγηθεί η καθοριστική νίκη στη Μάχη των Γιαννιτσών (19 – 20 Οκτωβρίου), που είχε κάνει ευκολότερη την προέλαση του ελληνικού στρατού. Ο Χασάν Ταξίν Πασάς που υπερασπιζόταν τη Θεσσαλονίκη δεν είχε άλλη δυνατότητα, παρά να ζητήσει μια έντιμη συμφωνία για την παράδοση της πόλης.

Στις 25 Οκτωβρίου οι απεσταλμένοι του ζήτησαν από τον Κωνσταντίνο να επιτραπεί στον Ταξίν να αποσυρθεί με το στρατό και τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού και να παραμείνει εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου. Ο Κωνσταντίνος, φυσικά, απέρριψε τον όρο του και του πρότεινε την παράδοση του στρατού του και τη μεταφορά του στη Μικρά Ασία με δαπάνες της ελληνικής κυβέρνησης.Ο Ταξίν Πασάς υπογράφει τα πρωτόκολλα παράδοσης της Θεσσαλονίκης.Ο Οθωμανός αξιωματούχος δέχθηκε, τελικά, τους όρους του Κωνσταντίνου και στις 11 το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου, ανήμερα της εορτής του Αγίου Δημητρίου, οι πληρεξούσιοι αξιωματικοί Ιωάννης Μεταξάς (ο κατοπινός δικτάτωρ και ο άνθρωπος του «ΟΧΙ») και Βίκτωρ Δούσμανης μεταβαίνουν στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης και υπογράφουν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό.

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, παραδίνονταν ως αιχμάλωτοι 25.000 τούρκοι στρατιώτες και 1.000 αξιωματικοί. Στην κατοχή του ελληνικού στρατού περιέρχονταν όλος ο βαρύς και ελαφρύς οπλισμός του σχηματισμού (70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 70.000 τυφέκια και πυρομαχικά). Το πρωί της 27ης Οκτωβρίου εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη δύο τάγματα ευζώνων και ύψωσαν την ελληνική σημαία στο Διοικητήριο, ενώ οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να λαμβάνουν θέσεις στα υψώματα γύρω από την πόλη.

Στις 11 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1912 ο Κωνσταντίνος εισήλθε με το επιτελείο του στη Θεσσαλονίκη και το μεσημέρι έγινε πανηγυρική δοξολογία στο ναό του Αγίου Μηνά. Την ίδια μέρα, κατέφθασαν έξω από τη Θεσσαλονίκη και οι Βούλγαροι, όμως για τους γείτονες ήταν ήδη αργά. Ο επικεφαλής της μεραρχίας τους στρατηγός Τεοντορόφ ζήτησε να εισέλθει στην πόλη για να στρατοπεδεύσει. Εισέπραξε την αρνητική απάντηση του Κωνσταντίνου και ύστερα από διαπραγματεύσεις, επιτράπηκε να μπουν στην πόλη για ολιγοήμερη ανάπαυση δύο τάγματα με επικεφαλής τους βούλγαρους πρίγκιπες Βόρι και Κύριλλο. Επικράτησε, όμως, σύγχυση και τελικά εισήλθε στη Θεσσαλονίκη ένα ολόκληρο βουλγαρικό σύνταγμα, γεγονός που εκνεύρισε τον Βενιζέλο. Οι Βούλγαροι δήλωναν εμφαντικά παρόντες στις εξελίξεις στη Μακεδονία. Ο σπόρος του Β’ Βαλκανικού Πολέμου είχε ριχτεί.

Στις 29 Οκτωβρίου ήταν η σειρά του βασιλιά Γεωργίου Α’ να εισέλθει στην πόλη και να επισημοποιήσει την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους έλληνες κατοίκους της, με απάθεια ανάμικτη με φόβο του από το μουσουλμανικό στοιχείο, ενώ οι Εβραίοι που ήταν η πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα της πόλης δεν έκρυψαν την απογοήτευσή τους, καθώς προωθούσαν σχέδιο διεθνοποίησης της Θεσσαλονίκης.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

© SanSimera.gr