Ένα από τα πρώτα καθήκοντα του γιατρού είναι να εκπαιδεύσει τον κόσμο να μην παίρνει φάρμακα.

Γουίλιαμ Όσλερ, 1949-1919

Καναδός γιατρός και διανοούμενος

Η ανθρωπότητα έχει τρεις μεγάλους εχθρούς: τον λοιμό, την πείνα και τον πόλεμο. Από αυτούς μακράν ο μεγαλύτερος, μακράν ο τρομερότερος είναι ο λοιμός.

Σέρ Ουίλλιαμ Όσλερ . Η μελέτη των επιδημιών στον Νότο (1896).

Λευτέρης Αντωνιάδης

Λευτέρης Αντωνιάδης (1925 – 2012)

Θρύλος του τουρκικού ποδοσφαίρου και σύμβολο της Φενέρμπαχτσέ.

Ο Λευτέρης Αντωνιάδης (Lefter Küçükandonyadis στα τουρκικά) γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1925 στη νήσο Πρίγκηπο της Προποντίδας (Μπουγιουκαντά στα τουρκικά). Ο πατέρας του ήταν ψαράς ελληνικής καταγωγής και η μητέρα του τουρκάλα. Η οικογένεια Αντωνιάδη είχε δέκα παιδιά.

Ο Λευτέρης έδειξε από μικρός τις ποδοσφαιρικές ικανότητές του και σε ηλικία 16 ετών ξεκίνησε την καριέρα του στη συνοικιακή ομάδα της Κωνσταντινούπολης Ταξίμ, που αγωνιζόταν στο τοπικό πρωτάθλημα. Μετά τη στρατιωτική του θητεία (1943-1947) πήρε μετεγγραφή για τη Φενέρμπαχτσέ, με την οποία γνώρισε δόξες και τιμές. Με τα «κίτρινα καναρίνια» της Κωνσταντινούπολης αγωνίστηκε συνολικά δεκαπέντε χρόνια (1947-1951 και 1953-1964). Έπαιξε σε 615 αγώνες και σημείωσε 423 τέρματα, όντας ο δεύτερος σκόρερ της ομάδας, πίσω από τον Ζεκί Ριζά Σπορέλ (470).

Ο Λεφτέρ, όπως τον αποκαλούσαν οι Τούρκοι, είχε το παρατσούκλι «καθηγητής» (ordinaryus στα τουρκικά), διότι πάντα είχε τον τρόπο να ξεκλειδώνει τις αντίπαλες άμυνες και να σκοράρει. Ήταν μόλις 1,67 μ. και αγωνιζόταν στη θέση του αριστερού μέσου. Οι συμπαίκτες του τον φώναζαν «κιουτσούκ» (μικρός στα τουρκικά), παρατσούκλι που αποτέλεσε συνθετικό του επίθετου του (Küçükandonyadis ). Το όνομά του είναι θρύλος μεταξύ των οπαδών της Φενέρμπαχτσέ, οι οποίοι ακόμα τραγουδούν το σύνθημα: «Ver Leftere Yazsin Deftere», που σημαίνει «Δώσε στον Λευτέρη, να γράψει στο τεφτέρι».

Η φήμη του ξεπέρασε τα τουρκικά σύνορα και το 1951 πήρε μετεγγραφή για την ιταλική Φιορεντίνα, στην οποία αγωνίστηκε τη σεζόν 1951-1952. Έτσι έγινε ο πρώτος τούρκος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στο εξωτερικό. Την επόμενη χρονιά αγωνίστηκε στη γαλλική Νις (1952-1953), προτού επιστρέψει στην Τουρκία και τη Φενέρμπαχτσέ. Το 1964, σε ηλικία 39 ετών, μετεγγράφηκε στην ΑΕΚ, στην οποία αγωνίστηκε μόνο σε πέντε παιγνίδια. Σ’ ένα αγώνα με τον Ηρακλή τραυματίστηκε σοβαρά και η ποδοσφαιρική του καριέρα έλαβε τέλος.

Στην Εθνική Τουρκίας αγωνίστηκε 46 φορές (1948-1963), επιτυγχάνοντας 21 γκολ. Είναι ο τρίτος σκόρερ της ομάδας πίσω από τον Χακάν Σουκούρ (51) και τον Τουντσάι Σανλή (22). Στις 23 Απριλίου 1948 τέθηκε αντιμέτωπος της Εθνικής Ελλάδας σε φιλικό παιγνίδι που διεξήχθη στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και στο οποίο η εθνική Τουρκίας αναδείχθηκε νικήτρια με 3-1, με τον Λεφτέρ να σημειώνει το δεύτερο γκολ της ομάδας του. Συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 1948 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 1954.

Το 1956 αγωνίστηκε με την Εθνική Τουρκίας στο νικηφόρο 3-1 επί της θρυλικής ουγγρικής ομάδας του Φέρεντς Πούσκας. Μάλιστα, είχε σκοράρει δύο γκολ. Μετά το ματς οι Ούγγροι παραδέχτηκαν την ανωτερότητα των αντιπάλων τους, λέγοντας πως αν η Τουρκία είχε παίξει έτσι και το 1954 στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, θα είχε σίγουρα τερματίσει στην τετράδα.

Όταν σταμάτησε το ποδόσφαιρο, εργάστηκε ως προπονητής. Η καριέρα του στους πάγκους ήταν σύντομη και διήρκεσε επτά χρόνια. Ξεκίνησε από την Αθήνα και την ομάδα του Αιγάλεω και τερματίστηκε το 1972 στη Σαμψούντα με τη Σαμσούνσπορ. Ενδιάμεσα δούλεψε στη Σουπερσπόρτ Γιουνάιτεντ του Γιοχάνεσμπουργκ και τις τουρκικές Ορντουσπόρ, Μπολουσπόρ και Μερσίνιντμανιουρντού.

Ο Λευτέρης Αντωνιάδης πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 2012, σε ηλικία 86 ετών.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Τάσος Λειβαδίτης: Στάχτη

Μιαρές ασήμαντες λεπτομέρειες που καθορίζουν σιγά – σιγά τη ζωή σου.

Ποια ζωή σου;

Φιλοδοξίες, έρωτες, ενοχές,

πανάρχαια χρέη σπατάλησαν τη ζωή σου.

Τι έμεινε;

Η στάχτη των περασμένων κάθεται στα έπιπλα,

θολώνει τα τζάμια, τους καθρέπτες

και πάνω τους γράφω καμιά φορά τα ονόματα εκείνων που έφυγαν.

Και άλλοτε στέκομαι στο παράθυρο και κοιτάζω τους περαστικούς, να πηγαίνουν στην λήθη.

Οι γυναίκες κλαίνε θυμούμενες τα ψιθυρισμένα λόγια από παλιά ειδύλλια.

Όλο ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε έναν δρόμο.

Για να πάμε που;

Λοιπόν, πού ζήσαμε;

Ούτε εδώ, ούτε εκεί.

Φτηνά ξενοδοχεία σε μακρινές συνοικίες.

Με τα τραχωματικά λαμπιόνια, τους βρώμικους νιπτήρες.

Όπου πάνω τους ακούμπησαν και έκλαψαν ανύποπτοι ακόμα

μελλοντικοί δολοφόνοι, οι αυτόχειρες.

Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα,

βγήκα από το σπίτι και ξάπλωσα στον κήπο.

Και όπως κοίταξα τον ουρανό,

Θεέ μου! Τι απεραντοσύνη;

Πόσα άστρα!

Με έπιασε πανικός.

Από τότε ξέρω πως δεν θα προφτάσω.

Αναστάσιος Λειβαδίτης (1922-1988) ποιητής.

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο

Νίκος Γκάτσος.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας «Ἀκρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα. Ο Σταμάτης Σταματίου δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του. Ακολουθεί ο χαρακτηριστικός διάλογος στο πολυτονικό της καθαρεύουσας, όπως τον κατέγραψε Στ. Σταματίου: «-Κι᾿ αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε; Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας. –Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται. Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε, σκυφτὸς νὰ φύγῃ, ξαναγύρισε. –Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ; –Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα. –Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα. –Μά δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἐμεῖς!… –Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε. Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι. Ἐσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο. –Μά τί εἶναι, ἐπὶ τέλους αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε; –Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε. –Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων… καὶ ποιὸς εἶσθε σεῖς; –Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! –Ο ἴδιος; –Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος! Ἔπεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω. Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!… Αὐτὸς ὁ μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καὶ τσαλακωμένος ἄνθρωπος, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!… Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικὲς καὶ συγκινήσεις ψυχικές, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνοὺς κι᾿ ἀγνώστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!… Τοῦ ἕσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μιὰ λέξι νὰ προφέρω. Ἀπὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα pτρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγῃ τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι… Ἔμεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ…»

Οι πολιτικοί, οι ιερείς και οι γονείς είναι όλοι δημιουργοί ενοχών, επειδή μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούν να σας ελέγχουν και να σας χειραγωγούν…

OSHO