
Η εποχή μας είναι εποχή των τελείων μέσων και των συγκεχυμένων σκοπών.
Αλβέρτος Αΐνστάιν
Κύπρος /Σεφέρης
Απόσπασμα γράμματος του Γιώργου Σεφέρη στον Κύπριο ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή (12/3/1954):
“Στο μικρό διάστημα που έμενα στην Κύπρο άρχισαν πολλά πράγματα και νομίζω θα με κυνηγούν αδυσώπητα ώσπου να πάρουν μορφή. Παραξενεύομαι όταν το συλλογίζομαι . Η Κύπρος πλάτυνε το αίσθημα που είχα για την Ελλάδα. Κάποτε λέω μπορεί να με πήρε και ψυχοπαίδι της”.
Χριστουγεννιάτικο διήγημα
Άνθος του Γιαλού
Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911). Δημοσιεύτηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1906 στην εφημερίδα Εστία.
Eπὶ πολλὰς νύκτας κατά συνέχειαν έβλεπεν ο Μάνος του Κορωνιού, εκεί όπου έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρώνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα εις δυο υψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλαιόν ερημόσπιτον κατηρειπωμένον, – εκεῖ έστρωνε συνήθως την κάπαν επάνω στην πλώρην της βάρκας, κι᾿ εκοιμάτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ύπνον, τρεις σπιθαμές υψηλότερ᾿ από το κύμα, θεωρών τα άστρα, και μελετών την Πούλιαν καὶ όλα τα μυστήρια του ουρανού – έβλεπε, λέγω, ανοικτὰ εις το πέλαγος, έξω από τα δυο ανθισμένα νησάκια, τα φυλάττοντα ως σκοποί το στόμιον του λιμένος, εν μελαγχολικὸν φῶς – κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ή άστρον πεσμένον – να τρεμοφέγγῃ, εκεί μακράν, εις το βάθος της μελανωμένης εικόνος, επιπολής εις το κύμα, και να στέκη επί ώρας, φαινόμενον ως να έπλεε, και μένον ακίνητον.
Ο Μάνος του Κορωνιοῦ, λεμβούχος ψαράς, ήτον αδύνατος στα μυαλὰ όπως και πας θνητός. Αρκετὸν ήτο ήδη οπού έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα εις τους δυο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτον εκείνο, τ᾿ ολόρθον άψυχον φάντασμα, το οποίον είχε την φήμην, ότι ήτο στοιχειωμένον. Εκαλεῖτο κοινώς «της Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δεν ήξευρεν. Ή, αν υπήρχον ολίγα γραίδια «λαδικά», ή και δυο τρεις γέροι, γνωρίζοντες τας παλαιάς ιστορίας του τόπου, ο Μάνος δεν έτυχεν ευκαιρίας να τους ερωτήση.
Έβλεπε, βραδιές τώρα, το παράδοξον εκεῖνο μεμακρυσμένον φως να τρέμη και να φέγγη εκεί εις το πέλαγος, ενώ ήξευρεν, ότι δεν ήτο εκεί κανεὶς φάρος. Η Κυβέρνησις δεν είχε φροντίσει δι᾿ αυτὰ τα πράγματα εις τα μικρά μέρη, τα μη έχοντα ισχυρούς βουλευτάς.
Τι, λοιπόν, ήτο το φως εκείνο; Ησθάνετο επιθυμίαν, επειδὴ σχεδὸν καθημερινώς επέρνα με την βάρκα του από εκείνο το πέραμα, ανάμεσα εις τα δυο χλοερὰ νησάκια, και δεν έβλεπε κανὲν ίχνος εκεί την ημέραν, το οποίον να εξηγή την παρουσίαν του φωτὸς την νύκτα, να πλεύση τα μεσάνυχτα, διακόπτων τον μακάριον ύπνον του, και τους ρεμβασμούς του προς τ᾿ άστρα και την Πούλιαν, να φθάση έως εκεῖ, να ιδή τι είναι, και, εν ανάγκῃ, να το κυνηγήση το μυστηριώδες εκείνο φέγγος. Όθεν ο Μάνος, επειδή ήτο ασθενής άνθρωπος, καθὼς είπομεν, νέος εἰκοσαετής, εκάλεσεν επίκουρον και τον Γιαλήν τῆς Φαφάνας, δέκα έτη μεγαλύτερον του, αφού του διηγήθη τὸ νυκτερινὸν όραμά του, δια να του κάμη συντροφιὰν εις την ασυνήθη εκδρομήν.
Αλλαγή κεφαλαίου μία λευκή σειρά
Eπήγαν μίαν νύκτα, όταν η σελήνη ήτο εννέα ημερών, κι᾿ έμελλε να δύση περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Το φως εφαίνετο εκεί, ακίνητον ως καρφωμένον, ενώ ο πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ήρεμα προς δυσμάς κι᾿ έμελλε να κρυφθή οπίσω του βουνού. Οσον έπλεαν αυτοί με την βάρκαν, τόσον τούς έφευγε, χωρίς να κινήται οφθαλμοφανώς, ο μυστηριώδης πυρσός. Έβαλαν δύναμιν εις τα κουπιά, «εξεπλατίσθηκαν». Το φως εμακρύνετο, εφαίνετο απώτερον ολονέν. Ήτο άφθαστον. Τέλος έγινεν άφαντον από τους οφθαλμούς των.
Ο Μάνος, μαζί με τον Φαφάναν, έκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Αντήλλαξαν ολίγας λέξεις:
– Δεν είναι φανάρι, δεν είναι καίκι, όχι.
– Και τι είναι;
– Είναι…
Ο Γιαλής της Φαφάνας δεν ήξευρε τι να είπῃ.
Την νύκτα της τρίτης ημέρας, και πάλιν δυο ή τρεις ημέρας μετ᾿ αυτήν, οι δυο ναυτίλοι επεχείρησαν εκ νέου την εκδρομήν. Πάντοτε έβλεπαν την μυστηριώδη λάμψιν να χορεύη εις τα κύματα. Είτα, όσον επλησίαζαν αυτοί, τόσον το όραμα έφευγε. Και τέλος εγίνετο άφαντον. Τι άρα ήτο;
Εiς μόνον γείτων είχε παρατηρήσει τας επανειλημμένας νυκτερινὰς εκδρομὰς των δυο φίλων με την βάρκαν. Ο Λίμπος ο Κόκοϊας, άνθρωπος πενηντάρης, είχε διαβάσει πολλά παλαιά βιβλία με τα ολίγα κολλυβογράμματα που ήξευρε, και είχεν ομιλήσει με πολλάς γραίας σοφάς, αίτινες υπῆρξαν το πάλαι. Εκάθητο όλην την νύκτα, αγρυπνών, σιμὰ εις το παράθυρόν του, βλέπων προς την θάλασσαν, και πότε εδιάβαζε τα βιβλία του, πότε ερρέμβαζε προς τα άστρα και προς τα κύματα. Η καλύβη του, όπου έρημος και μόνος εκατοικούσεν, έκειτο ολίγους βράχους παραπέρα απὸ το σπίτι της Λουλούδως, όπου έδενε την βάρκαν του ο Μάνος, ανάμεσα εις το σπίτι της Βάσως του Ραγιά και της Γκαβαλογίνας.
Μίαν νύκτα, ο Κορωνιὸς και ο εγγονὸς της Φαφάνας ητοιμάζοντο να λύσουν την βάρκαν, και να κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, δια να κυνηγήσουν το ασύλληπτον θήραμά των.
Ο Λίμπος ο Κόκοϊας τους είδεν, εξήλθεν απὸ την καλύβην του, φορών άσπρον σκούφον και ράσον μακρύ, όπως εσυνήθιζε κατ᾿ οίκον, επήδησε δυο τρεις βράχους προς τα εκεί, κι᾿ έφθασε παραπάνω απὸ το μέρος, όπου ευρίσκοντο οι δυο φίλοι.
– Για που, αν θέλη ο Θεός, παιδιά; τους εφώναξεν. Είναι βραδιὲς τώρα που τρέχετε έξω απὸ το λιμάνι, χωρὶς να γιαλεύετε, χωρὶς να πυροφανίζετε – καὶ τὰ ψάρια σας δεν τα είδαμε. Μήπως σας ωνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, για να βρήτε τίποτα θησαυρό;
Ο Μάνος παρεκάλεσε τον Κόκοϊαν να κατεβή παρακάτω και να ομιλή σιγανώτερα. Είτα δεν εδίστασε να του διηγηθη το όραμά του.
Ο Λίμπος ήκουσε μετά προσοχῆς. Είτα εγέλασε:
– Αμ᾿ που να τα ξέρετε αυτὰ εσεῖς, οι νέοι, είπε, σείων σφοδρώς την κεφαλήν. Τον παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σαν αυτὸ που είδες, Μάνο, τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τα βλέπουν μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι. Εγὼ δε βλέπω τίποτα!.. Το ίδιο κι ο Γιαλὴς βλέπει αυτὸ που λες πως βλέπεις;
Ο Γιαλὴς ηναγκάσθη με συστολὴν κατωτέραν της ηλικίας του να ομολογήση, ότι δεν έβλεπε το φως, περὶ ου ο λόγος, αλλ᾿ επείθετο εις την διαβεβαίωσιν του Μάνου, όστις έλεγεν ότι το βλέπει.
Ο Κόκοϊας, ήρχισε τότε να διηγήται:
«- Ακοῦστε να σας πω, παιδιά. Εγὼ που με βλέπετε, έφθασα τη γριά-Κοεράνω του Ραγιά, τὴν μαννοὺ αυτής της Βάσως της γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα της Γκαβαλογίνας, ακόμα κι άλλες γριές. Μου είχαν διηγηθή πολλὰ πρωτινά, παλαιϊκὰ πράματα, καθὼς κι αυτὸ που θα σας πω τώρα:
»Βλέπετε αυτὸ το χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, που λένε πως είναι στοιχειωμένο; Εδῶ τον παλαιὸν καιρὸ εκατοικούσε μιὰ κόρη, η Λουλούδω, οπού την είχαν ονοματίσει για την εμορφιά της, – έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι αυτὴ – μαζὶ με τον πατέρα της τον γερό-Θεριὰ (ελληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), όπου εκυνηγούσε όλους τους Δράκους και τα Στοιχειά, με την ασημένια σαγίτα καὶ με φαρμακωμένα βέλη.Ένα Βασιλόπουλο απὸ τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω. Της έδωκε το δαχτυλίδι του, κ᾿ εκίνησε να πάη στο σεφέρι και της έταξε με όρκον ότι, άμα νικήση τους βαρβάρους, την ημέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, θα έρθη να την στεφανωθή.
»Επῆγε το Βασιλόπουλο. Έμεινεν η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυά της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της, και την προσευχὴ στα ουράνια, να βγή νικητὴς το Βασιλόπουλο, να έρθη η μέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, να γυρίση ο σαστικός της, νὰ τὴν στεφανωθῆ.
»Έφθασε η μέρα που ο Χριστὸς γεννᾶται. Η Παναγία με αστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε το Βρέφος μες στη Σπηλιά, το εσήκωσε, το εσπαργάνωσε με χαρά, και το ῾βαλε στο παχνί, για να το κοιμίση. Ένα βοϊδάκι κ᾿ ένα γαϊδουράκι εσίμωσαν τα χνώτα τους στο παχνὶ κ᾿ εφυσούσαν μαλακὰ να ζεστάνουν το θεῖο Βρέφος. Να, τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
»Ήρθαν οι βοσκοί, δυο γέροι με μακριὰ ασπρα μαλλιά, με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ έπεσαν κ᾿ επροσκύνησαν το θεῖο Βρέφος. Είχαν ιδεί τον Άγγελον αστραπόμορφον, με χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, είχαν ακούσει τ᾿ αγγελούδια που έψαλλαν: Δόξα εν υφίστοις Θεώ! Έμειναν γονατιστοί, μ᾿ εκστατικὰ μάτια, κάτω απὸ το παχνί, πολλὴν ώρα, κ᾿ ελάτρευαν αχόρταγα το θάμα το ουράνιο. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη την Λουλούδω!
»Έφτασαν κι᾿ οι τρεις Μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους. Είχαν χρυσὲς μίτρες στο κεφάλι, κι᾿ εφορούσαν μακριὲς γούνες με πορφύρα κατακόκκινη. Και τ᾿ αστεράκι, ένα λαμπρὸ χρυσὸ αστέρι, εχαμήλωσε κι᾿ εκάθισε στη σκεπὴ της Σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκὸ ουράνιο φως, που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι. Οι τρεις βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν απ᾿ τις καμήλες τους, εμπήκαν στο Σπήλαιο, κι᾿ έπεσαν κι᾿ επροσκύνησαν το Παιδί. Άνοιξαν τα πλούσια τα δισάκια τους, κι᾿ επρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
»Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το Βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρη την Λουλούδω! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το Βασιλόπουλο. Το φουσάτο του είχε νικήσει στην αρχή, τα φλάμπουρά του είχαν κυριέψει με αλαλαγμὸ τα κάστρα των βαρβάρων. Το Βασιλόπουλο είχε χυμήξει με ακράτητην ορμή, απάνω στο μούστωμα και στη μέθη της νίκης. Οι βάρβαροι με δόλο τον είχαν αιχμαλωτίσει!
»Τα δάκρυα της κόρης επίκραναν το κύμα τ᾿ αρμυρό, οι αναστεναγμοί της εδιαλύθηκαν στον αέρα, κι᾿ η προσευχή της έπεσε πίσω στη γῆ, χωρὶς να φθάση στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυὸ αυτοὺς βράχους, οπού το λεν Ανθὸς του Γιαλού, αλλὰ μάτι δεν το βλέπει. Και το Βασιλόπουλο, που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων, επαρακάλεσε να γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ του πελάγους, για να φτάση εγκαίρως, ως την ημέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξη τον όρκο του, που είχε δώσει στη Λουλούδω.
»Μερικοὶ λένε, πως το Άνθος του Γιαλοῦ έγινε ανθός, αφρὸς τοῦ κύματος. Κι᾿ η Σπίθα εκείνη, η φωτιὰ του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχὴ του Βασιλόπουλου, που έλιωνε, σβήσθηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανεὶς δεν την βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».




Χριστουγεννιάτικα έθιμα στην Κύπρο

Στις μέρες μας πολλά έχουν αλλάξει, τόσο στις πόλεις, όσο και στην ύπαιθρο. Ωστόσο, σε πείσμα των καιρών και της τεχνολογικής προόδου, κάποιοι στα χωριά της Κύπρου προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανά τα ήθη και έθιμα και γενικότερα την παράδοση του Δωδεκαημέρου, που ορίζεται χρονικά από την παραμονή των Χριστουγέννων και λήγει ανήμερα των Φώτων.
Οι γυναίκες στα χωριά και σε ορισμένες πόλεις αρχίζουν τις προετοιμασίες με το καθάρισμα του σπιτιού. Καιρό πριν στολίζουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο και όλο το σπίτι για να μπουν πιο εύκολα στο πνεύμα των εορτών. Τα παιδιά λένε τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Σήμερα, η πλειονότητά τους καταφεύγει στα ζαχαροπλαστεία για να προμηθευτεί γλυκά, όπως κουραμπιέδες, μελομακάρονα, το «Christmas cake» και τα σταυροκούλουρα. Η παράδοση λέει ότι κάθε νοικοκυρά πρέπει να φτιάξεις μόνη τα γλυκά για να μυρίσει το σπίτι Χριστούγεννα.
Την παραμονή της γιορτής οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τη γέμιση της γαλοπούλας. Την επόμενη μέρα μετά τη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, σε οικογενειακή ατμόσφαιρα, γύρω από το τραπέζι απολαμβάνουν όλοι μαζί το ζεστό τραχανά ή τη σούπα αυγολέμονο με κοτόπουλο. Και μέχρι το μεσημέρι η σούβλα χοιρινό και αρνί θα ’ναι έτοιμη, μαζί με πολλά άλλα παραδοσιακά φαγητά.
Όλοι περιμένουν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά για να πάρουν δώρα και να συναντηθούν με αγαπημένα τους πρόσωπα, ανταλλάσσοντας ευχές. Ακόμη και σήμερα στις πόλεις, οικογένειες με μικρά παιδιά ετοιμάζουν το δείπνο του Άγιου Βασίλη και τον περιμένουν την Πρωτοχρονιά να έρθει και να τους επισκεφτεί, βάζοντας τα δώρα κάτω από το δέντρο και αφήνοντας πίσω του ψίχουλα από τα κουλουράκια. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι νοικοκυρές παρασκευάζουν τη βασιλόπιτα και βάζουν μέσα νόμισμα για τον τυχερό της χρονιάς.
Την παραμονή των Φώτων οι νοικοκυρές φτιάχνουν «ξεροτίανα» λουκάνικα και λουκουμάδες. Σύμφωνα με το έθιμο ρίχνουν τα «ξεροτίανα» πάνω στη στέγη του σπιτιού για να φύγουν οι καλικάντζαροι, τα πνεύματα που κυκλοφορούν τις νύχτες για να κλέψουν, φωνάζοντας «τιτσίν τιτσίν λουκάνικο μασσαίρι μαυρομάνικο να φάτε τζιαι να φύετε». Τα λουκάνικα – καπνιστά, παραγεμισμένα με φρέσκο ψιλοκομμένο κρασάτο χοιρινό ή με μοσχάρι (παστουρμάς), πικάντικα με την προσθήκη μπαχαρικών και μυριστικών, όπως πιπέρι, κόλιαντρο, σπόρους από σχίνο, λεπτά ή παχουλά, ζουμερά ή στεγνά – είναι αναμφισβήτητα η πρωταγωνιστική λιχουδιά του εορταστικού Δωδεκαημέρου.
Κατά την ημέρα των Φώτων διατηρείται το έθιμο της «πουλουστρίνας». Tα παιδιά ζητούν από τους δικούς τους λεφτά για να τους ευχηθούν, λέγοντάς τους «Καλημέρα και τα Φώτα και την πουλουστρίνα πρώτα».
Ανήμερα των Θεοφανίων (Φώτων) στο τέλος της Θείας Λειτουργίας τελείται ο Μέγας Αγιασμός και στη συνέχεια στις παράλιες πόλεις γίνεται ο καθαγιασμός των υδάτων με τη ρίψη του Τιμίου Σταυρού στη θάλασσα ή στα ποτάμια και τις λίμνες. Πολλοί νέοι βουτάνε στα κρύα νερά για να βρουν τον Σταυρό και να λάβουν ξεχωριστή ευλογία. Αξέχαστα θα μείνουν τα Θεοφάνια του 1974 στην κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο, όπου της Θείας Λειτουργίας και του Αγιασμού προέστη ο τότε πρόεδρος της Κύπρου, αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’.
Η σφαγή του οικόσιτου χοίρου
Τις μέρες αυτές, σχεδόν σε όλα τα χωριά της Κύπρου, κάθε νοικοκύρης έσφαζε το χοίρο της αυλής. Ο χοίρος ήταν σπιτίσιος, καλοταϊσμένος με αλεσμένο κριθάρι ανακατεμένο με ορρό γάλακτος (ό,τι έμενε από την τυροκόμηση), φρούτα, τραγανά βαλανίδια αν υπήρχαν στην περιοχή, τις φλούδες της πατάτας και τα αποφάγια, τα υπόλοιπα δηλαδή του οικογενειακού φαγητού.
Το μοσχαναθρεμμένο χοιρίδιο τις παραμονές των Χριστουγέννων ήταν ροδαλό, ελαφρά υπέρβαρο, μέχρι και 150 κιλά, αλλά με νοστιμότατο κρέας που δεν έχει τίποτε να κάνει με το κρέας που σήμερα ονομάζουμε χοιρινό. Η σφαγή του χοίρου είναι συνήθεια που ανάγεται στα αρχαία χρόνια και στις ιερές τελετές των αρχαίων μας προγόνων. Στη νεοελληνική παράδοση η σφαγή του χοίρου συμβολίζει τον εξαγνισμό του σπιτιού και της οικογένειας από το κακό, σύμφωνα με την ερευνήτρια Φλωρεντία Κυθραιώτου.
Ολόκληρο το ζώο αξιοποιούνταν στο έπακρο, τίποτε δεν πεταγόταν. Από το κεφάλι φτιαχνόταν η ζαλατίνα, απ’ το κρέας τα παστά, τα κουμνιαστά, τα λουκάνικα, οι λούντζες και τα χοιρομέρια. Το λίπος όπου ήταν παχύ, κοβόταν, αλατιζόταν, πασπαλιζόταν με βότανα ή μπαχαρικά και γινόταν παστό. Με το λαρδί του χοίρου μαγείρευαν πολλά απλά και ταπεινά φαγητά της καθημερινότητας και τα έκαναν νοστιμότερα. Όπως το πιλάφι – πουργούρι που έτρωγαν στο θέρος οι θεριστάδες, που μαγειρευόταν με λαρδί και εθεωρείτο νοστιμότατο έδεσμα. Ή ακόμα έφτιαχναν τις τιτσιρίδες, που ήταν μικρά κομμάτια λίπους καβουρδισμένα, κάτι σαν το ποπ κορν της εποχής. Ο οικόσιτος αυτός χοίρος μαζί με το αρνί της Λαμπρής, ή τα πουλερικά της αυλής, αν υπήρχαν, ήταν όλο κι όλο το κρέας της χρονιάς.
Βασιλόπιτα
H σημερινή βασιλόπιτα συνδέεται άμεσα με τον Άγιο, που η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά κατά την πρώτη μέρα του χρόνου: τον ασκητικό Άγιο Βασίλειο, επίσκοπο Καισαρείας. Το μοίρασμα της πίτας γίνεται για το καλό της χρονιάς και την καλή τύχη του σπιτιού.
Στην Κύπρο, μαζί με τις «γεννόπιττες», τα εορταστικά δηλαδή ψωμιά των Χριστουγέννων, που με τόση τέχνη έφτιαχναν οι νοικοκυρές και είχαν ως κεντρικό σύμβολο το σταυρό, ζύμωναν από το ίδιο ζυμάρι τη μεγάλη πίτα για την Πρωτοχρονιά. Η πίτα αυτή ήταν γνωστή στα χωριά ως βασιλόπιτα, «Βασίλης» ή «Άη Βασίλης» και σε μερικά χωριά της Πάφου «βασιλόπουλλα». Στην πίτα έμπαινε πάντοτε και το νόμισμα, που θα αναδείκνυε τον τυχερό της χρονιάς. Στα πιο πολλά χωριά συνήθιζαν να κάνουν ένα ανθρωπάκι από ζυμάρι, ομοίωμα του Αγίου Βασιλείου, που το τοποθετούσαν πάνω ή δίπλα στην πίτα. Συνήθως, τα «βασιλούθκια» τα έδιναν στα παιδιά την πρώτη μέρα του χρόνου.
Η περίοδος του Δωδεκαημέρου είναι ιδιαίτερα πλούσια σε έθιμα και παραδόσεις που σχετίζονται με το ψωμί.
Τα ψωμιά του Δωδεκαημέρου στην Πάφο είναι οι «γεννόπουλλες ή γεννόπιτες, οι βασιλόπουλλες ή βασιλόπιτες», και τα κουλούρια με διάφορα σχήματα και ονομασίες, όλα τυλιγμένα σε σησάμι —γι’ αυτό και ονομάζονται σησαμωτά. Τα διάφορα αυτά είδη εορταστικών άρτων έχουν ως βασικό στοιχείο το ότι φέρουν το σημείο του σταυρού, σε διάφορα μεγέθη και μορφές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις διακοσμούνται και με μοτίβα από τη φύση και την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Τα κουλούρια που φέρουν τα σχήμα του σταυρού και φτιάχνονταν και το Πάσχα ονομάζονται και σταυροκούλουρα.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/
Χρόνια πολλά πατριώτες !!

Σωκράτης και Χριστός
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ – Σωκράτης και Χριστός
Ανάμεσα στον Χριστό και στον Σωκράτη, υπάρχουν πολλές ομοιότητες. Δε θ’ απαριθμήσω παρά μονάχα τις σπουδαιότερες.
Και οι δύο θεωρούνταν από τους συγχρόνους τους αινιγματικά πρόσωπα.
Κανείς τους δεν έγραψε ιδιοχείρως τη διδασκαλία του. Είμαστε, λοιπόν, αναγκασμένοι, και στις δύο περιπτώσεις, να αντλούμε τις γνώσεις μας από την εικόνα που ζωγράφισαν για λογαριασμό τους οι μαθητές τους. Το μόνο σίγουρο είναι πως και οι δυο τους ήταν εξαιρετικά ικανοί στην τέχνη της συζήτησης. Και μιλούσαν ξεκάθαρα, με τρόπο τόσο ευθύ και σαφή, που μπορούσε να γοητεύσει αλλά και να ερεθίσει. Πίστευαν ακόμα, και οι δυο τους, πως μιλούσαν εν ονόματι κάποιας άλλης, ανώτερης δύναμης. Προκαλούσαν τους ισχυρούς της κοινωνίας και επέκριναν κάθε μορφή αδικίας και κατάχρησης της εξουσίας, και. τέλος, η στάση τους αυτή κόστισε και στους δύο τη ζωή τους.
Ομοιότητες διακρίνουμε και στην εξέλιξη της δίκης του Ιησού και του Σωκράτη, θα μπορούσαν και οι δυο τους να ζητήσουν χάρη και να σωθούν. Θεώρησαν, όμως, ότι, αν δείλιαζαν να φτάσουν στα άκρα, θα πρόδιδαν τον προορισμό τους. Το γεγονός ότι προχώρησαν στο θάνατο με το κεφάλι ψηλά έδωσε αιώνια αίγλη στις διδαχές τους και τους βοήθησε να νικήσουν την ανθρώπινη μοίρα.
Δεν αναφέρω αυτές τις ομοιότητες ανάμεσα στον Ιησού και στον Σωκράτη για να σε πείσω πως ήταν ίσοι κι όμοιοι, θέλω μόνο να πω ότι είχαν κι οι δυο τους ένα μήνυμα για τους ανθρώπους, που δεν μπορεί να χωριστεί από το προσωπικό τους θάρρος.
Από το βιβλίο:
“Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ“, ΓΙΟΣΤΕΪΝ ΓΚΑΑΡΝΤΕΡ, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ
Η πιο μεγάλη τέχνη είναι να ξέρεις να αποχωρείς την κατάλληλη στιγμή
Νίτσε
Ανούσια ερωτήματα
Μήπως η αστική δημοκρατία εφαρμόζει τελικά αυτό που είπε ο Μαρξ : Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του;
Ερωτά και απάντηση δεν περιμένει ο αιπόλος της Πάρνηθας
Τύχη
Οι φιλόσοφοι λένε ότι η τύχη είναι τρελή, τυφλή και ανόητη, και διδάσκουν πως στέκεται σε ένα κυλιόμενο σφαιρικό βράχο. Βεβαιώνουν πως προς όποια κατεύθυνση κι αν κυλήσει ο βράχος, η τύχη πέφτει προς τα εκεί. Επαναλαμβάνουν πως είναι τυφλή για τον εξής λόγο: δεν βλέπει προς τα που πάει. Λένε πως είναι τρελή επειδή είναι σκληρή, αλλοπρόσαλλη και ασταθής. Και είναι ανόητη, επειδή δεν μπορεί να ξεχωρίσει τους άξιους από τους ανάξιους. Πακούβιος 220-130 π.Χ
Ρωμαίος τραγικός ποιητής


