Το Μοιρασμένο Φλουρί

Πρωτοχρονιάτικο διήγημα αναμνήσεων του συγγραφέα, ακαδημαϊκού και στρατιωτικού γιατρού Παύλου Νιρβάνα (φιλολογικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη, 1866-1937).

Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε -ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε – στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».

Κατέβασε το μαχαίρι.

«Του φτωχού…» ονομάτισε.

Έπειτα ερχότανε το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.

Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας.

«Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. «Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου».

Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε.

«Ούτε του ζητιάνου είναι», είπε ο πατέρας μου, «ούτε του Πέτρου. Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. Ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου».

«Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.

«Τι θα γίνει;…» συλλογιζόμαστε κι εμείς.

«Μην πονοκεφαλάτε…» είπε ο πατέρας.

Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες -το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα-και τις ακούμπησε στο τραπέζι:

«Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου».

Και μου την έδωκε.

«Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;»

Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ.

«Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου…» είπα.

Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε: «ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:

«Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».

Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου ’λεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτανε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο.

«Πάρε, παππού…» του είπα.

Ο γέρος που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει φαίvεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα.

«Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»

«Μισή λίρα είναι, παππού…» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».

Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει:

«Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουνε στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι».

Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε:

«Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ’χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ’χεις».

Μου ’δώσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό, τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα.

Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ έναν φτωχό, συλλογίζομαι:Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Η μόνη πραγματικά αξιόπιστη πρόβλεψη για το 2021 είναι ότι θα υπάρξουν πολλές εκπλήξεις!!

Αν μη τι άλλο, το 2020 θα έπρεπε να έχει αποδείξει οριστικά το μάταιον της απόπειρας να κάνει κανείς ακριβείς προβλέψεις για την πορεία της αγοράς. Εισερχόμενοι στο 2020, κανείς δεν προέβλεπε ότι θα εμφανιζόταν ένας φονικός ιός που θα βύθιζε την παγκόσμια οικονομία στη χειρότερη ύφεση από το 1929, οδηγώντας σε μία από τις μεγαλύτερες πτώσεις του χρηματιστηρίου στην ιστορία, ενώ η τιμή του πετρελαίου θα έπεφτε κάτω από τα 0 δολάρια το βαρέλι, για να ακολουθήσει μια από τις ταχύτερες οικονομικές και χρηματιστηριακές ανακάμψεις στην ιστορία.

Η μόνη πραγματικά αξιόπιστη πρόβλεψη για το 2021 είναι ότι θα υπάρξουν πολλές εκπλήξεις!!

Jared Dillian

Καλή χρονιά πατριώτες!

Από τον Ορεινό ευχές για ένα ευτυχισμένο και δημιουργικό 2021!

Σχόλιο:
Στον Ορεινό ευχόμαστε Καλή Χρονιά να είναι καλά να συνεχίζει να μας προσφέρει ενημέρωση με τον δικό του τρόπο για θέματα  που οι πολλοί προσπερνούν.

Zervafot

Έπαρση

Η έπαρση των ανθρώπινων όντων, η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι μοναδικός και ριζικά διαφορετικός από τα ζώα, είναι κατανοητή. Όλα τα είδη είναι μοναδικά. Αν δεν ήσαν, δεν θα αποτελούσαν διακεκριμένα και ανεξάρτητα είδη. Κάθε ζώο, για να εκτελέσει το βιολογικό του έργο, να συντηρήσει τον εαυτό του και τα γονίδιά του, είναι υποχρεωμένο να ενεργεί σαν να υπάρχει ο κόσμος μόνο για το καλό το δικό του και της οικογένειάς του. Αυτή τη θεμελιώδη βιολογική επιταγή της αυτοσυντήρησης ο άνθρωπος τη μετέτρεψε σε ανθρωποκεντρική θεώρηση του σύμπαντος.

Από το βιβλίο :

Colin Blakemore “Η μηχανή του νου” – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι!

Κωστής Παλαμάς :

Πρωτοχρονιά

Αγάπες πρώιμες, όψιμες, αλαργινοί καιροί,

τώρα και χτες, πληγές χαρές, ω ριζικά του κόσμου,

κ’ εσείς που κάπου ζήσατε, και λιώνετε νεκροί,

κ’ εσείς με μάτια ολάνοιχτα που ζείτε ακόμα εμπρός μου,

πατρίδα μου, πατρίδες μου, θύμησες, τόποι, νιάτα,

κ’ εσείς ονείρατα άστρεχτα, κ’ η ελπίδα εσύ, και ο τρόμος

κ’ η ορμή, κ’ εσείς που απάντησα και σύντυχα στη στράτα,

ή καβαλάρης στης ζωής το διάβα ή πεζοδρόμος,

καρποί που μαραγκιάσατε κ’ εσείς βλαστοί δροσάτοι,

φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή.

Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι,

διάπλατα σας ανοίγεται, και πλούσιοι και φτωχοί.

Ρήγας κ’ εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα, ορίζω

το θησαυρό που δίνεται, και δε θε να στερέψει.

-Ξένοι, δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου, σας χαρίζω

τη λυρική μου σκέψη!

(Κωστής Παλαμάς