

Η τυφλή μάνα βυζαίνει το παιδί της !
Στου Λαγάρα το κονάκι

Περιπατητές στα βορινά της Πάρνηθας

Βαθυστόχαστες συζητήσεις!

Ο κύκλος του καλού: «Ό,τι κάνεις, γυρίζει!»
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙ
Χριστούγεννα του Είκοσι (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)
Ὁ «Ἀνεμπόδιστος», ἡ μπρατσέρα1 τοῦ καπετάν Λευτέρη τοῦ Πιπεριᾶ, ἀρμένιζε μεσομπούγαζα2 ἐκείνη τὴ νύχτα. Κόντευαν Χριστούγεννα – προπαραμονὴ – κι ὁ καιρὸς ξύδι. Καραβοριάς. Χιονιὰς ντὲ ντίο3. Στὸ πέλαγο οὔτε πουλὶ πετάμενο. Ὅσοι δὲν πρόλαβαν νὰ φτάσουν στὸν προορισμό τους εἶχαν ποδίσει4 ὅπου μπόρεσαν.
Κι ὁ «Ἀνεμπόδιστος» εἶχε μείνει ποδισμένος δυὸ μερόνυχτα σ᾿ ἕναν κόρφον ἀνοιχτό, πού ᾿βλεπε νοτιοδυτικά. Ὁ κόρφος ἦταν προφυλαγμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Βοριᾶ, ὅμως ἡ στεριὰ ἔβγαζε πολὺν ἀέρα. Εἶχαν φουντάρει καὶ τὶς δυὸ ἄγκυρες μὲ ὅλη τους τὴν καδένα5 γιὰ νὰ κρατηθοῦν. Ὅταν ἐρχόταν ἡ κατεβασιά ἀπὸ τὸ βουνό, οἱ καδένες τεζάριζαν, τὸ καΐκι τριζοβολοῦσε καὶ νόμιζες πὼς θὰ ξεκολλήσει ἡ πλώρη ἀπὸ τὸ ζόρισμα.
Δίπλα, φουνταρισμένο μὲ τὶς δυό του ἄγκυρες κι αὐτό, τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση. Ὁ Πιπεριᾶς τὸν ἤξερε ἀπὸ παλιά, ὅταν ἀκόμα ἦταν ναυτόπουλο ἀμούστακο. Κοντά του ἔμαθε τὰ πρῶτα μυστικὰ τῆς θάλασσας καὶ σήμερα ἤτανε κι ὁ ἴδιος καπετάνιος· καὶ μὲ μπρατσέρα δικιά του. Τί κι ἂν δίπλα στὸ μπρίκι ἡ μπρατσέρα του ἔμοιαζε μὲ βάρκα· αὐτὸν δὲν τὸν ἔνοιαζε. Νέος ἦταν, στὰ μισὰ χρόνια τοῦ καπετὰν Φαράση, καὶ εἶχε πολὺν καιρὸ μπροστά του γιὰ νὰ φτιάξει κι αὐτὸς μπρίκι ἢ καὶ βαπόρι ἀκόμα.
Ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ποδίσανε, μόλις σιγουράρισε τὸ καΐκι, ὁ Πιπεριᾶς πῆρε τὴ φελούκα μὲ δυὸ ναῦτες ἀπὸ τὸ πλήρωμα καὶ πῆγε νὰ χαιρετίσει τὸν καπετὰν Φαράση. Εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ φτάσουν τραβῶντας τέσσερα κουπιά, ἀπὸ ἕνα οἱ δυὸ ναῦτες, καθισμένοι στὸν πάγκο μὲ πρόσωπο κατὰ τὴν πρύμη καὶ δυὸ ὁ Πιπεριᾶς, ὄρθιος μὲ πρόσωπο στὴν πλώρη.
Ὁ καπετὰν Φαράσης τοὺς καλοδέχτηκε καὶ τοὺς κέρασε οὖζο καὶ μεζὲ νηστίσιμο· ἐλιές, βρεχτοκούκια καὶ παξιμάδι. Ἦταν θρῆσκος καὶ τὶς κρατοῦσε τὶς νηστεῖες. Ὁ Πιπεριᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κόρφο του καὶ τοῦ ᾿δωσε μιὰ κούτα καπνὸ καὶ ἕνα πάκο τσιγαρόχαρτο. Λαθραῖα, ἀπὸ τὸ κοντραμπάντο6 ποὺ ἔκανε περιστασιακά, ὅποτε δὲν εἶχε ναῦλο. Ὁ καπετάνιος δέχτηκε τὸ δῶρο, ἀλλὰ βρῆκε εὐκαιρία νὰ τὸν ἀρχίσει στὶς ὁρμήνιες.
«Μὲ τὸ κοντραμπάντο κανένας δὲν πρόκοψε. Παίζεις κορώνα-γράμματα ὁλάκερη περιουσία. Γιατὶ μιὰ περιουσία ἀξίζει ἡ μπρατσέρα σου, δὲν εἶναι καμιὰ ψαρόβαρκα. Ἄσε τὴ φυλακή, ἢ καὶ τὴ ζωή σου τὴν ἴδια».
Μετὰ εἶπαν γιὰ τὸν καιρό.
«Τί λές, καπετάνιο, θὰ κρατήσει;» ρώτησε ὁ Πιπεριᾶς. «Δὲ θέλω νὰ κάνω Χριστούγεννα στὸ καΐκι».
«Ὅ,τι θέλει ὁ Θεός», ἀποκρίθηκε ὁ καπετάνιος. «Ἅμα χρειαστεῖ, θὰ κάνουμε Χριστούγεννα ἐδῶ, στὸ ἐκκλησάκι τ᾿ ἁϊ-Νικόλα στὸν κάβο. Παπᾶ δὲ θά ᾿χουμε. Θ᾿ ἀνάψουμε τὰ καντήλια, θὰ κάνουμε τὸ σταυρό μας καὶ θὰ ποῦμε ὅ,τι ξέρουμε ἀπὸ πατερημὰ καὶ ψαλμουδιές. Ὅσο γιὰ φαΐ, θὰ πῶ στὸ φίλο μου τὸ Γιώργη τὸν τσομπάνη νὰ σφάξει ἕνα κατσίκι καὶ νὰ μᾶς τὸ ψήσει».
«Νὰ μὲ συμπαθᾶς καπετάνιο, Χριστούγεννα στὸν κάβο ἐγὼ δὲν κάνω», εἶπε ὁ Πιπεριᾶς. «Μὲ περιμένει ἡ μάνα, ἡ ἀδερφή, ὁ γαμπρός μου. Καὶ πιὸ πολὺ ὁ μικρός, ὁ ἀνηψιός μου. Τό ᾿χω γιὰ γρουσουζιὰ νὰ μὴ μοῦ πεῖ τὰ κάλαντα».
«Δὲν πειράζει. Θὰ σοῦ τὰ ᾿πεῖ τοῦ χρόνου. Ἡ θάλασσα δὲν θέλει ἀποκοτιές. Εἶδες τί ἔπαθε ὁ καπετάν Δρακόσπηλος. Ἔχασε τὴν «Παντάνασσα», ἔχασε καὶ τὴ ζωή του».
Ὁ Πιπεριᾶς καθόταν σ᾿ ἀναμμένα κάρβουνα. Σκεφτόταν τὸ σπίτι, τοὺς δικοὺς του καὶ πιὸ πολὺ τὸν Γιαννούλη, τὸν μονάκριβο ἀνηψιό του. Κάθε φορὰ ποὺ γύριζε ἀπὸ ταξίδι ὁ μικρὸς τὸν περίμενε πῶς καὶ πῶς. Ὄχι τόσο γιὰ τὰ δῶρα καὶ τὶς λιχουδιὲς ποὺ τοῦ ᾿φερνε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔπαιζε μαζί του σὰν μικρὸ παιδί. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ὁ Γιαννούλης ἦταν ἀρρωστιάρης καὶ δὲν πολυέβγαινε ἀπὸ τὸ σπίτι. Ἔτσι ἔμαθε ν᾿ ἀγαπάει τὰ βιβλία καὶ νὰ διαβάζει ἀπὸ πολὺ μικρήν ἡλικία, πρὶν πάει στὸ σχολεῖο· ἀπὸ τὰ εικονογραφημένα παραμύθια ποὺ τοῦ διάβαζε ἡ μάνα του. Ἤτανε καὶ καλὸς τραγουδιστής. Μάθαινε τὰ τραγούδια ἀπὸ τὸ γραμμόφωνο ποὺ εἶχε φέρει ὁ θεῖος του. Καὶ τραγουδοῦσε – μόνο γιὰ ᾿κεῖνον – τὸ ἀγαπημένο του τραγοῦδι, τοὺς Κοντραμπατζῆδες6, ἢ Κουντραμπατζίβες ὅπως τό ᾿χε πάρει τὸ παιδικό του αὐτί. Ἄλλο ἕνα παράκουσμα ποὺ ξετρέλαινε τὸν θεῖο ἦταν στὰ κάλαντα. Στὸ τέλος, ὅταν οἱ καλαντιστὲς ἔλεγαν παινέματα καὶ καλοῦσαν τοὺς νοικοκυραίους νὰ δείξουν τὴ γενναιοδωρία τους
κι ἂν εἴσαστε ἀπ᾿ τσὶ πλούσιους φλουριὰ μή λυπηθεῖτε
ὁ Γιαννούλης ἔλεγε
κι ἂν εἴσαστε ἀπ᾿ τσὶ πούστηδες φλουριά μὴ λυπηθεῖτε
κι ὁ θεῖος γελοῦσε μὲ τὴν ψυχή του.
Μεγαλώνοντας τά ᾿μαθε σωστά, ἀλλὰ πάντα στὸ θεῖο του τά ᾿λεγε ὅπως ἤθελε ἐκεῖνος καὶ τὸ χαίρονταν καὶ οἱ δυό.
…
Τὸ σούρουπο τῆς τρίτης μέρας ὁ καιρὸς φάνηκε νὰ κόβει λιγάκι. Ὁ Πιπεριᾶς δὲ χασομέρησε.
«Ἰσᾶτε, λεβέντες μου», φώναξε στὸ πλήρωμα, «βίρα τὶς ἄγκυρες, κι αὔριο, παραμονὴ τοῦ Χριστοῦ, θά ᾿μαστε στὰ σπίτια μας».
Ξεκίνησαν μὲ τὰ πανιὰ μουδαρισμένα7 καὶ τὸν καιρὸ δευτερόπρυμα8. Μόλις ἔστριψαν τὸν κάβο, ἄρχισαν νὰ τοὺς χτυποῦν οἱ χοντρὲς θάλασσες. Τώρα εἶχαν τὸν καιρὸ στὸ πλάι, τὸ καΐκι ἔγερνε πολὺ καὶ ἡ δεξιὰ κουπαστὴ9 ἤτανε μέσα στὸ νερό, κάποιες στιγμές καὶ τὸ παραπέτο10. Ὅταν ζόριζαν πολὺ τὰ πράματα, ὁ καπετάνιος ἔστριβε λίγο πάνω στὸν καιρό. Τὸ πλεούμενο ἴσιωνε κάπως, ἔπεφτε κι ὁ δρόμος του καὶ δὲν κοπανοῦσε μὲ φόρα στὶς χοντρές θάλασσες ποὺ συναντοῦσαν μεσομπούγαζα.
Πάλεψαν ἔτσι ὧρες πολλές. Μὲ τὰ ὀρτσαρίσματα11 εἶχαν ἀνέβει πολὺ βορεινὰ καὶ ὅσο ζύγωναν στὴ στεριὰ ἄρχισε τὸ ἀντιμάμαλο12. Τώρα ἡ θάλασσα τοὺς χτυποῦσε ἀπὸ δυὸ μεριές. Τὸ ἴδιο κι ὁ ἀέρας. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὁ ἀέρας τοῦ μπουγαζιοῦ κι ἀπό τὴν ἄλλη τὰ στρίμματα ποὺ ἔβγαζε ἡ στεριά.
Ὁ καπετάνιος τιμόνευε κῦμα μὲ τὸ κῦμα. Μόλις ἔστρωνε κάπως, ἔστριβε λίγο κατὰ τὸ νοτιά, προσέχοντας μὴν τοῦ σκάσει καμιὰ χοντρή θάλασσα στὸ πλάι καὶ τοὺς κάνει ζημιά. Ὅμως, ὅσο ζύγωναν στὴ στεριά, οἱ ἀπότομες ἀκτὲς κατέβαζαν δυνατὲς ἀνεμορριπές· καπακιαστά, ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω. Κάποια στιγμὴ τὰ πανιὰ δὲν ἄντεξαν καὶ σκίστηκαν σὰν χαρτί. Ἡ μπρατσέρα βρέθηκε ν᾿ ἀρμενίζει ξυλάρμενη στὸ ἔλεος τοῦ καιροῦ, ποὺ τὴν ἔσπρωχνε πρὸς τὰ βράχια τῆς πιὸ ἀφιλόξενης μεριᾶς τοῦ νησιοῦ. Μὲ συνεχόμενες κοφτές κινήσεις τοῦ τιμονιοῦ ὁ Πιπεριᾶς κατάφερε νὰ στρίψει λίγο πρὸς τὰ δεξιά, ὰποφεύγοντας γιὰ λίγες ὀργιὲς τὸ βορεινὸ κάβο τοῦ πιὸ μεγάλου αὐλακιοῦ σ᾿ αὐτὰ τὰ κακοτράχαλα μέρη.
«Φοῦντα13 τὴν ἀριστερή!», πρόσταξε μόλις προσπέρασαν τὸν κάβο καὶ μπῆκαν μέσα στὸ αὐλάκι.
Ἡ ἄγκυρα ἔπεσε στὸ νερὸ μὲ τὴν ἁλυσίδα νὰ ξετυλίγεται γοργά, καθὼς προχωροῦσαν.
Ἄφησε τὸ καΐκι νὰ προχωρήσει μὲ τὴ φόρα ποὺ εἶχε, σχεδὸν μέχρι τὴ μέση τοῦ αὐλακιοῦ, καὶ μετὰ πρόσταξε:
«Ἀγάντα14 καδένα!»
Μόλις σταμάτησε τὸ ξετύλιγμα, ἡ ἀλυσίδα τεντώθηκε καὶ τὸ καΐκι ἔστριψε ἐπὶ τόπου, γυρίζοντας τὴν πλώρη στὸν καιρό.
Φουντάρησαν καὶ τὴ δεξιὰ, ἔριξαν τὴ φελούκα στὴ θάλασσα κι ἔδεσαν πρυμάτσα15 στὰ βράχια, ἀπὸ τὴν ἀπάνεμη μεριὰ τοῦ αὐλακιοῦ. Ὕστερα, τραβῶντας τὴν πρυμάτσα μὲ τὰ χέρια ὅλοι μαζί, ἔφεραν τὸ καΐκι κοντὰ στὸ ἀπάνεμο μέρος.
Εἶχε φέξει γιὰ τὰ καλά, ὅταν σπατσάρησαν κι ἔκατσαν νὰ πάρουν μιὰν ἀνάσα.
…
Παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων κι ὁ Γιαννούλης ξύπνησε ἀξημέρωτα καὶ κατέβηκε στὸ κάτω σπίτι, στῆς γιαγιᾶς, νὰ δεῖ ἂν ἔφτασε ὁ θεῖος του. Τὸν περίμενε μὲ μεγάλη ἀνυπομονησία γιὰ νὰ τοῦ πεῖ τὰ κάλαντα, ὄχι τόσο πολὺ γιὰ τὸ γενναιόδωρο φιλοδώρημα, ὅσο γιὰ νὰ χαρεῖ τὸ τρανταχτὸ γέλιο του μόλις θ᾿ ἄκουγε τὴν ἐπωδὸ «ἄν εἴσαστε ἀπ᾿ τσὶ πούστηδες».
Εἶχε πιὰ πατήσει τὰ δέκα καὶ ἤξερε τὸ σωστό, ὅμως γιὰ τὸ θεῖο του πάντα ἔκανε τὴν ἐξαίρεση. Ἦταν ἄριστος μαθητὴς, ὁ πρῶτος στὴν τάξη του, τὴν Πέμπτη, ἀλλὰ καλύτερος κι ἀπὸ τὰ παιδιά τῆς Ἕκτης. Ἄλλωστε οἱ δυὸ τάξεις ἔκαναν τὰ ἴδια μαθήματα· συνδιδασκαλία, ὅπως τὸ ᾿λεγε ὁ κύριος Φαίδων, ὁ δάσκαλος. Τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν ξεχώριζε ἀπ᾿ ὅλα τὰ παιδιά, ἀλλὰ προσπαθοῦσε νὰ μήν τὸ δείχνει. Ὅποτε ὅμως εἶχε τὴν εὐκαιρία ἔλεγε στὸν πατέρα του:
«Αὐτὸ τὸ παιδὶ πρέπει νὰ σπουδάσει. Θὰ εἶναι ἁμαρτία νὰ σταματήσει τελειώνοντας τὸ Δημοτικό.»
Ἤξερε, βέβαια, πὼς αὐτὸ ἦταν δύσκολο, μιᾶς καὶ δὲν ὑπῆρχε γυμνάσιο στὸ νησί. Ἔτσι θά ᾿πρεπε νὰ τὸν στείλουν σὲ κάποιον δικό τους στὴν Ἀθήνα, ἂν ὑπῆρχε, ἢ νὰ ξενιτευτοῦν οἰκογενειακῶς.
Ὁ μικρὸς ἦταν βιβλιοφάγος. Ὅ,τι χαρτὶ ἔπεφτε στὰ χέρια του τὸ ξεκοκάλιζε· ἀπὸ βιβλία, περιοδικὰ κι ἐφημερίδες, μέχρι τὰ χαρτιά ποὺ τύλιγε ὁ μπακάλης τὶς ρέγγες, φτάνει νὰ ἦταν τυπωμένα.
Ἀφοῦ διάβασε, τὰ λιγοστὰ βιβλία ποὺ βρῆκε στὴ σχολικὴ βιβλιοθήκη, ὁ δάσκαλος τοῦ δάνεισε ἕνα ἀπὸ τὰ δικά του· μιὰ συλλογὴ διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἕνα μαῦρο δερματόδετο βιβλίο ποὺ τὸ πρόσεχε σὰν νά ᾿ταν Εὐαγγέλιο. Στὴν ἀρχὴ δυσκολεύτηκε λιγάκι μὲ κάποιες ἀρχαΐζουσες λέξεις. Τὶς σημείωνε μὲ ἐπιμέλεια σ᾿ ἕνα τετράδιο, ὅπως τὸν συμβούλεψε ὁ δάσκαλος, καὶ τὸν ρωτοῦσε τὴν ἄλλη μέρα στὰ διαλείμματα. Πρόβλημα ἄλλο μὲ τὴν γλώσσα δὲν εἶχε, ἀφοῦ στὸ σχολεῖο διδάσκονταν τὴ γραμματικὴ τῆς καθαρεύουσας τότε.
Τὶς μέρες ἐκεῖνες εἶχε διαβάσει «Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι». Εἶχε ταιριάσει στὸ μυαλό του τὰ πρόσωπα καὶ τὶς τοποθεσίες τοῦ διηγήματος μὲ πρόσωπα καὶ τοποθεσίες τοῦ χωριοῦ του. Κάπου ἔβαζε μέσα καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ προσάρμοζε τὴν ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας ἀνάλογα μὲ τὴ διάθεσή του.
Ἡ γιαγιὰ καταγινόταν μὲ τὶς ἑτοιμασίες γιὰ τὸ Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, τὴν ὥρα ποὺ κατέβηκε ὁ μικρός.
«Δὲν ἦρχε ἀκόμα, γιοκαράκι μου. Μπορεῖ ν᾿ ἀργήσει μὲ τὴ φουρτούνα. Ἄντε νὰ κοιμηθεῖς εἶναι πολὺ πρωί. Θὰ σοῦ μιλήσω ἐγὼ μόλις φτάσει», τὸν καθησύχασε. Μέσα της ὅμως ἡ ἴδια εἶχε μεγάλη ἀνησυχία, καθὼς ἄκουγε τὸν ἀέρα νὰ λυσσομανᾶ.
…
Ἀφοῦ ξαπόστασαν γιὰ λίγο στὸ καμαρὶ16 τῆς πρύμης, προφυλαγμένοι ἀπὸ τὸν παγωμένο ἀέρα, ὁ καπετάνιος ἔβγαλε ἀπὸ τὴν κασέλα του μιὰ μποτίλια ροῦμι, τυλιγμένη μὲσα στὰ ροῦχα του γιὰ νὰ μή σπάσει. Μετὰ τὴ δεύτερη βόλτα ἀνάμεσα στοὺς τέσσερις, τὸν καπετάνιο καὶ τοὺς τρεῖς ναῦτες, ἡ μποτίλια κατέβηκε στὴ μέση κι ἐκεῖνοι ἔνοιωσαν τὸ αἷμα νὰ κυκλοφορεῖ στὰ ξυλιασμένα ἄκρα τους.
Ἔβγαλαν στὴ στεριὰ τὸν μοῦτσο τὸ Φρατζέσκο νὰ πάει στὸ χωριὸ νὰ πεῖ στοὺς δικούς τους πὼς εἶναι καλά. Οἱ ἄλλοι τρεῖς στρώθηκαν στὴ δουλειὰ γιὰ νὰ φτιάξουν τὶς ζημιές. Πρῶτα ἄνοιξαν τ᾿ ἀμπάρια γιὰ νὰ δοῦν ἂν ἡ μπρατσέρα εἶχε κάνει νερά ὅσες ὧρες πάλευε μὲ τὰ κύματα. Ἤξεραν πὼς μὲ τὸ κοπάνημα μποροῦσε νὰ λασκάρει μιὰ σκουριασμένη πρόκα, ν᾿ ἀνοίξει ἕνας ἁρμός, νὰ φύγει ἕνα στουπὶ ἀπὸ τὸ καλαφάτισμα. Ἀφοῦ βεβαιώθηκαν πὼς δὲν ἔμπαιναν νερὰ ἀπ᾿ τὰ βρεχάμενα, ξεκρέμασαν τὰ σκισμένα πανιὰ ἀπὸ τὶς ἀντένες καὶ μάτισαν ὅσα σκοινιὰ κόπηκαν στὰ κατάρτια καὶ στὶς ἀντένες ἀπὸ τὴ μανία τοῦ ἀέρα. Μετὰ κρέμασαν στὶς ἀντένες τοῦ μπροστινοῦ καταρτιοῦ τὸ ἐφεδρικὸ πανὶ ποὺ εἶχαν γιὰ μιὰν ὥρα ἀνάγκης, ὅπως καληώρα.
Τώρα ἦταν ἕτοιμοι νὰ ταξιδέψουν γιὰ τὸ λιμάνι, μόλις ἔκοβε λιγάκι ὁ καιρός.
…
Ὁ Φρατζέσκος ἔκανε ὥρα πολλὴ νὰ φτάσει στὸ χωριό. Ἡ πλαγιὰ ἦταν ἀπότομη πολὺ κι ἀπάτητη ἀπὸ ἀνθρώπους, γεμάτη φρύγανα καὶ σκῖνα. Δὲν τὴν ἔσπερναν ποτέ. Μόνο κατσίκια ἀμολοῦσαν γιὰ νὰ βοσκήσουν. Εἶδε κι ἔπαθε νὰ βγεῖ στὸ διάρραχο. Ἀπὸ κεῖ συνέχισε μέσα ἀπὸ τὰ χωράφια, σκαρφαλώνοντας ὄχτες καὶ πηδώντας ξερολιθιές, μέχρι νὰ βγεῖ σὲ κάποιο δρόμο καὶ σὲ μέρη ποὺ γνώριζε.
Φτάνοντας στὸ σπίτι τοῦ Πιπεριᾶ βρῆκε μεγάλη ἀναστάτωση. Δὲν ἦταν μόνο τὸ σόι τοῦ καπετάνιου. Εἶχαν μαζευτεῖ καὶ οἱ φαμίλιες ἀπὸ τὸ πλήρωμα γιὰ νὰ μάθουν τί ἀπόγιναν οἱ ἄνθρωποί τους. Τοῦ πῆρε κάμποση ὥρα νὰ τοὺς πεῖ τὰ καθέκαστα καὶ νὰ τοὺς ἀπαντήσει σ᾿ αὐτὰ ποὺ τὸν ρωτοῦσαν, ἔτσι ὅπως μιλοῦσαν ὅλοι μαζί. Μόλις τέλειωσε ἡ ἀφήγηση τοῦ Φρατζέσκου, ὁ Γιαννούλης ξέσπασε σὲ κλάματα κι ἔτρεξε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς γιαγιᾶς του.
«Δὲν πειράζει, γιοκαράκι μου. Τοῦ τὰ λὲς αὔριο τὰ κάλαντα τοῦ μπάρμπα σου. Ἄντε τώρα νὰ τὰ πεῖς στὴ θείτσα τὴν Καλὴ καὶ στὴ θείτσα τὴν Ἀννεζιώ, στὸ Γαλατᾶ.»
Ὁ μικρὸς ἡρέμησε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸν Γαλατᾶ, τὴν πέρα γειτονιά τοῦ χωριοῦ, χτισμένη στὴν ἀπέναντι πλαγιά· κι ἀνάμεσά στὸ Πανωχώρι καὶ τὸ Γαλατᾶ ἡ ρεματιά, τὸ Νεροφάωμα.
Τὰ καλὰ νέα, πὼς σώθηκε τὸ καΐκι κι ὅλο τὸ πλήρωμα μαζί, ἔφτασαν στὸν Γαλατᾶ, ὅπως καὶ στὶς ἄλλες γειτονιὲς τοῦ χωριοῦ πρίν φτάσει ὁ Γιαννούλης. Οἱ θεῖτσες τὸν ὑποδέχτηκαν χαρούμενες, τὸν κέρασαν δίπλες ποὺ τοῦ ἄρεσαν πολύ, ἄκουσαν τὰ κάλαντα καὶ τοῦ ᾿δωσαν καλὸ φιλοδώρημα. Μετὰ ἄρχισαν νὰ τὸν ρωτοῦν νὰ τοὺς πεῖ πῶς ἔγινε τὸ παραλίγο ναυάγιο. Κι αὐτὸς τοὺς τά ᾿πε μὲ κάθε λεπτομέρεια ὅπως τ᾿ ἄκουσε ἀπὸ τὸν Φρατζέσκο.
Εἶχε σουρουπώσει γιὰ τὰ καλά, ὅταν ξεκίνησε γιὰ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι. Ἀνεβαίνοντας τὸ καλντερίμι ἀπὸ τὸ Νεροφάωμα στὸ Πανωχώρι ἄρχισε ν᾿ ἀναπλάθει στὸ μυαλό του τὴν ἱστορία ἀπὸ τὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὅταν ἔφτασε μπροστὰ ἀπὸ τὸ μισογκρεμισμένο σπίτι, ταυτισμένο στὸ νοῦ του μὲ τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι, τοῦ φάνηκε πὼς εἶδε μιὰ σκιὰ στὰ χαλάσματα. Μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν τίποτα ἢ νὰ ἦταν κάποιος περαστικὸς ποὺ εἶχε πάει πρὸς νεροῦ του. Τοῦ Γιαννούλη τοῦ φάνηκε πὼς ἦταν ὁ παλαβο-Γιακουμῆς, ἕνας ἄκακος ἄνθρωπος, λειψὸς στὸ μυαλό. Κυκλοφοροῦσε ἀξύριστος καὶ κουρελιασμένος καὶ ζοῦσε ἀπὸ ἐλεημοσύνες, κάνοντας ποῦ καὶ ποῦ θελήματα ἢ μικροδουλειὲς ποὺ δὲν χρειάζονταν πολὺ μυαλό. Πάντως ἡ ὄψη του ταίριαζε μιὰ χαρὰ στὴν περιγραφὴ τοῦ Παλούκα. Χωρὶς δεύτερη σκέψη ὁ μικρὸς πῆρε μιὰ πέτρα καὶ τὴν πέταξε στὸ χάλασμα φωνάζοντας:
«Νὰ κι ἄλλη ζυγιά!»
Ὕστερα τό ᾿βαλε στὰ πόδια κι ἔφτασε στὸ σπίτι ξέπνοος, ἀλλὰ χαρούμενος.
Κάθησε λίγο στὴν πεζούλα τῆς αὐλῆς νὰ ξελαχανιάσει καὶ μπῆκε στὸ σπίτι θριαμβευτικά, δείχνοντας τὰ λεφτὰ ποὺ τοῦ ᾿δωσαν οἱ θεῖτσες.
…
«Καλημέρα, συνάδελφε. Καλὰ Χριστούγεννα! Πῶς ἦταν τὸ Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν σου στὴ ΜΑΦ17;»
«Εὐχαριστῶ. Νά ᾿σαι καλά. Γενικὰ περάσαμε ἤρεμα. Μόνο ὁ παπποῦς στὸ 16Δ ἦταν ἀνήσυχος. Ὅλη τὴ νύχτα ἦταν σὲ παραλήρημα. Στὴν ἀρχὴ ἔδινε ναυτικὰ παραγγέλματα, κατόπιν τραγούδησε τοὺς κοντραμπατζῆδες τοῦ Ρούκουνα καὶ στὸ τέλος ἔψαλε κάτι παλιὰ κάλαντα. Μετὰ ἡσύχασε καὶ κοιμήθηκε σὰν πουλάκι. Τὸ πρωί, πάντως, ἦταν ἀπύρετος καὶ μὲ ἀνεβασμένο τὸ ὀξυγόνο. Μήπως ξέρεις τί δουλειὰ ἔκανε; Πάω στοίχημα πὼς ἦταν ναυτικός».
«Ναί, τὸν ξέρω. Ὁ κύριος Γιαννούλης. Ἐγὼ ἔκανα τὴν εἰσαγωγή του. Ὡραῖος ἄνθρωπος, ἐνδιαφέρων. Ὅμως δὲν ἦταν ναυτικός. Δάσκαλος ἦταν».
Δημήτρης Στεφ. Μαρτῖνος
20-21/12/2020
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Δανείστηκα κάποιους ἥρωες ἀπὸ παιδικά μου διαβάσματα ποὺ μὲ σημάδεψαν:
Ὁ καπετὰν Φαράσης εἶναι ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἡ Γοργόνα» καὶ ὁ καπετὰν Δρακόσπηλος ἀπὸ τὸ διήγημα «Κακότυχος». Καὶ τὰ δυὸ ἀπὸ τὰ «Λόγια τῆς Πλώρης» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα.
Ὁ Παλούκας εἶναι ἀπὸ τὸ διήγημα «Τῆς Κοκκώνας τὸ Σπίτι» τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
μπρατσέρα1: Ἡ μπρατσέρα (ἰταλικό brazzera) ἦταν σχετικὰ μικρὸ ἱστιοφόρο σκάφος, μὲ δύο κατάρτια, μὲ πανιὰ τραπεζοειδοῦς σχήματος (ψάθες) καὶ δυὸ φλόκους στὸν πρόβολο (μπαστοῦνι ἢ μπομπρέσο).
http://s.slang.gr/media/201506/20150604123402-1433412273.jpg
μεσομπούγαζα2: Στὴ μέση ἑνὸς στενοῦ θαλάσσιου περάσματος.
μπουγάζι< τουρκ. boğaz = λαιμός, πορθμός.
χιονιὰς ντὲ ντίο3: πολὺ δυνατὸς χιονιάς.
ντὲ ντίο< λατ. de dio = τοῦ θεοῦ.
ποδίζω4: (γιὰ σκάφη) βρίσκω προσωρινὸ καταφύγιο ἀπὸ τὴν κακοκαιρία.
καδένα5: ἡ ἁλυσίδα τῆς ἄγκυρας.
κοντραμπάντο/κοντραμπατζῆς6: λαθρεμπόριο/λαθρέμπορος.
https://www.slang.gr/lemma/24224-kontrampatzis
Κοντραμπατζῆδες τοῦ Κώστα Ρούκουνα:
μουδαρισμένα7: (πανιὰ ἱστιοφόρου) μαζεμένα στὸ κάτω μέρος τους καὶ δεμένα μὲ λεπτὰ σκοινιά, τὶς μοῦδες, γιὰ νὰ μειωθεῖ ἡ ἐπιφάνειά τους. Γίνεται ὅταν εἶναι πολὺ δυνατὸς ὁ ἄνεμος γιὰ τὴν ἀποφυγή ζημιῶν.
δευτερόπρυμα8: πλεύση μὲ τὸν ἄνεμο ἀπὸ πίσω καὶ πλάγια.
κουπαστὴ9: τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ ἐξωτερικοῦ κελύφους ἑνὸς σκάφους. Στὰ ξύλινα σκάφη καλύπτεται μὲ χοντρό, ἀνθεκτικὸ ξύλο γιὰ προστασία καὶ ἀκαμψία τοῦ κελύφους (πετσώματος). Στὰ κωπήλατα σκάφη ἐκεῖ στηρίζονταν τὰ κουπιά.
παραπέτο10: ἐλαφριὰ ὑπερκατασκευὴ πάνω ἀπὸ τὴν κουπαστὴ γιὰ νὰ μὴν πέφτουν νερὰ στὸ σκάφος. Στὰ παλιά, ξύλινα σκάφη ἦταν ἀπὸ μουσαμᾶ στηριγμένο σὲ ξύλινα κοντάρια.
ὀρτσάρισμα11: πλεύση ἱστιοφόρου σὲ κατεύθυνση σχεδὸν ἀντίθετη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ ἀνέμου.
https://www.slang.gr/definition/27251-ortsa
ἀντιμάμαλο12: δευτερεύων κυματισμὸς ἀπὸ τὴν ἀνάκλαση τῶν κυμάτων σὲ ἀπότομη ἀκτή.
φοῦντα13: (ναυτ. παράγγελμα) ρίξε τὴν ἄγκυρα, φουντάρω=ἀγκυροβολῶ (καθαρ. πόντισον).
ἀγάντα14: (ναυτ. παράγγελμα) κράτα το γερά.
πρυμάτσα15: σκοινί πρόσδεσης τῆς πρύμης τοῦ σκάφους στὴ στεριά.
καμαρὶ16: στεγασμένος χῶρος στὸ πίσω μέρος τῶν παλιῶν ξύλινων σκαφῶν. Λειτουργοῦσε ὡς γέφυρα καὶ καμπίνα τοῦ καπετάνιου.
ΜΑΦ17: Μονάδα Αὐξημένης Φροντίδας σὲ νοσοκομεῖα.
Πηγή:sarantakos.Wordpress.com
Παράσχου ..
Το φαρμακείο από σήμερα διαθέτει και άλλοθι για σοβαρές ασθένειες !!

Να είσαι! Να μην προσπαθείς να γίνεις
Osho
Κάλαντα!

Έγκλημα στη Βουργουνδία: Ο άνθρωπος που ήθελε να δηλητηριάσει το ακριβότερο κρασί του κόσμου
Η συγκλονιστική ιστορία πίσω από από την «δηλητηρίαση» του κτήματος που παράγει το κορυφαίο κρασί στον κόσμο μεταφέρεται δέκα χρόνια μετά στην μικρή οθόνη.
By
Νικολέτα Γκίκα

Η μικρή ομάδα των πέντε ανθρώπων βάδιζε γρήγορα, θαρρείς και βιαζόταν να προλάβει την αναχώρηση κάποιου λεωφορείου ή την έναρξη ενός αγώνα.
Το δρομάκι που περπατούσαν στο χωριό Βοσν-Ρομανέ ήταν άδειο και οι οδηγίες που είχαν πάρει σαφείς, κάτι που φάνηκε μετά από δύο λεπτά, όταν ο πρώτος της παρέας έφτασε σε ένα κτήμα.
Κοίταξε την επιγραφή και τις δύο σκαλισμένες στην πέτρα λέξεις για τις οποίες αυτός και οι φίλοι του έιχαν ταξιδέψει από τον Καναδά στην Γαλλία: «ROMANEE CONTI».
Γονάτισε όπως και οι υπόλοιποι μπροστά σε αυτό μικροσκοπικό κομμάτι γης, το γεμάτο αμπελώνες, εκεί που σε επτά μόλις στρέμματα τα σταφύλια τους είναι υπεύθυνα για το καλύτερο και πιο ακριβό κρασί του κόσμου.
Αυτό που παράγεται σε κάτι παραπάνω από 2.000 φιάλες για τις έξι διαφορετικές ετικέτες που δεν προλαβαίνουν καν να βγουν στην αγορά και εξαφανίζονται!
Παρόλο που η 5άδα ήθελε να μπει σαν τρελή μέσα στο κτήμα, σεβάστηκε όπως και όλοι όσοι θέλουν να δουν από κοντά το κτήμα που θεωρείται το «άγιο δισκοπότηρο» της Βουργουνδίας, την επιγραφή που είναι γραμμένη στα γαλλικά και στα αγγλικά: «Πολλοί άνθωρποι έρχονται να επισκεφτούν αυτό το κτήμα και το κατανοούμε. Σας ζητάμε ωστόσο να μείνετε στον δρόμο και παρακαλούμε σε καμία περίπτωση και για κανένα λόγο να μην μπείτε στον αμπελώνα».
Εκεί όπου δέκα χρόνια πριν εκτυλίχθηκε μια συγκλονιστική υπόθεση όταν κάποιος αποφάσισε να εκβιάσει τους ιδιοκτήτες του Romanee-Conti, απειλώντας ότι θα «δηλητηριάσει» με ζιζανιοκτόνο τις ρίζες του πιο διάσημου αμπελώνα στον κόσμο.
Η ιστορία αποτυπώθηκε αρχικά σε ένα εξαιρετικό story του Μαξιμίλιαν Πόττερ για το περιοδικό Vanity Fair, και τέσσερα χρόνια αργότερα σε ένα βιβλίο του ιδίου με τον τίτλο «Shadow in the vinyard».
Το βιβλίο μεταφέρεται σε λίγους μήνες στην μικρή οθόνη μέσω μιας τηλεοπτικής σειράς με πολύ γνωστούς πρωταγωνιστές και αναμένεται να θυμίσει σε όλους όσους έζησαν εκείνο το θρίλερ, μια ιστορία που θέλουν να ξεχάσουν.
Μια ιστορία που ξεκίνησε ένα χειμωνιάτικο βράδυ στην κορυφή ενός λόφους πάνω από το Βοσν-Ρομανέ με μια σκιά να κινείται αθόρυβα «γλιστρώντας» μέσα από τους αμπελώνες.

Έγκλημα στην Βουργουνδία
Ο ουρανός πάνω από την εξοχή της Βουργουνδίας ήταν καθαρός, και η λάμψη του φεγγαριού έφτανε για να φανεί μια μοναχική σιλουέτα ενός άνδρα.
Βγήκε μέσα από το δάσος στην κορυφή ενός λόφου, κινήθηκε μέσα από τα δένδρα πάνω στο χιονισμένο έδαφος και άρχισε να κατεβαίνει με προσεχτικές κινήσεις μέσα από τα παγωμένα αμπέλια.
Έψαχνε έναν συγκεκριμένο και πολύ μικρό αμπελώνα που βρίσκεται μέσα σε μια «θάλασσα» από χιλιάδες ρίζες και δεκάδες κτήματα που μοιάζουν να μην τελειώνουν και χωρίζονται από στενά δρομάκια.
Η διαδρομή που βαδίζει ο άγνωστος άνδρας είναι προς τα ανατολικά γεμάτη από αμπελώνες που κατηφορίζουν μέχρι που το έδαφος ισιώνει και συνεχίζουν μέχρι να καταλήξουν στο Βοσν-Ρομανέ. Είναι περασμένα μεσάνυχτα, αρχές Ιανουαρίου του 2010 και τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών είναι ερμητικά κλειστά..
Ο τύπος που κατεβαίνει τον λόφο, περπατάει με την σιγουριά κάποιου ο οποίος γνωρίζει ακριβώς πού πηγαίνει και τι πρέπει να κάνει όταν φτάσει εκεί.
Το βλέμμα του πέφτει σε ένα συγκεκριμένο αμπέλι, πολύ μικρό σε σχέση με τα άλλα, το οποίο ξεχωρίζει από έναν πέτρινο σταυρό που στη βάση του έχει χαραχτεί η ημερομηνία 1723.
Δίπλα υπάρχει μια επιγραφή στα γαλλικά και στα αγγλικά, αυτή παρακαλεί τους επισκέπτες να μην εισέλθουν στον αμπελώνα του Romanee Conti.
Μόνο που αυτός δεν είναι επισπέπτης αλλά ένας εισβολέας που όταν φτάνει σε μια ρίζα πέφτει στα γόνατα και η άχνα από την αναπονοή του διαχέεται στον παγωμένο αέρα της Βουργουνδίας.
Η λάμψη του φακού ίσα διακρίνεται καθώς φωτίζει, ενώ ο ήχος από ένα μικρό τρυπάνι που εισέρχεται στο «πόδι» του αμπελιού είναι ανεπαίσθητος. Θα κάνει το ίδιο ακριβώς και σε παρακείμενη ρίζα, ενώ αμέσως μετά βγάζει μια σύριγγα και εγχύεει ένα υγρό στις δύο τρύπες που έχει ανοίξει.
Όταν τελείωσε, σηκώθηκε και άρχισε να «γλιστράει» μέσα από τους αμπελώνες ανεβαίνοντας με σταθερό βήμα προς την κορυφή του λόφου από όπου είχε κατέβει.
Όταν έφτασε, πιθανόν να γύρισε για να ρίξει μια ματιά και ίσως να χαμογέλασε πριν χαθεί μέσα στα δέντρα.
Μόλις είχε «δηλητηριάσει» το «άγιο δισκοπότηρο» του κρασιού.

Ο εκβιασμός
Λίγες ημέρες μετά από εκείνο το παγωμένο βράδυ ο Ομπέρ Ντε Βιλένσυνιδιοκτήτης του Romanée-Conti μαζί με τον Ανρί Φρεντερίκ-Ροθ, έλαβε ένα ανώνυμο γράμμα.
Σε αυτό ο ανώνυμος αποστολέας απαιτούσε λύτρα ενός εκατομμυρίου ευρώ για να μην «δηλητηριάσει» τους αμπελώνες του πιο διάσημου κτήματος στον κόσμο του κρασιού.
Ο Βιλέν εξέλαβε το γράμμα ως ένα άρρωστο αστείο και το πέταξε στα σκουπίδια, συνεχίζοντας μια καθημερινότητα την οποία είχε λατρέψει εδώ και χρόνια.
Όμως το πακέτο, που παραδόθηκε στην ιδιωτική του κατοικία-ένα παρόμοιο πακέτο ταχυδρομήθηκε στο σπίτι του Ανρί Φρεντερίκ-Ροθ- δεν ήταν αστείο.
Μέσα στο κυλινδρικό δοχείο, υπήρχε μια μεγάλη τυλιγμένη περγαμηνή που όταν την άνοιξε είδε ότι ήταν ένα ακριβές σχέδιο του αμπελώνα στο Romanée-Conti.
Εκτείνεται σε 4,46 στρέμματα και ο Βιλέν παρατήρησε ότι ο απστολέας δεν ήξερε μόνο κάθε περίγραμμα του,αλλά είχε σημειώσει κάθε μία από τις περίπου 20.000 ρίζες του.
Κλείνοντας ο «ταχυδρόμος» τον ενημέρωνε ότι θα επικοινωνούσε πάλι μαζί του σε λίγες ημέρες κάτι που έγινε στα μέσα του Γενάρη του 2010, όταν έλαβε ένα άλλο ανώνυμο πακέτο στο σπίτι του.
Αυτή τη φορά μέσα σε ένα ίδιο κυλινδρικό δοχείου, υπήρχε το ίδιο σκίτσο του αμπελώνα αλλά με μια διαφορά.
Υπήρχαν δύο κύκλοι ένας στο κέντρο και ένας ένας άλλος, πολύ μικρότερος κύκλος στην επάνω αριστερή γωνία του αμπελώνα.
Ο αποτολέας απαιτούσε από τον Βιλέν να αφήσει ένα εκατομμύριο ευρώ μέσα σε μια βαλίτσα στη προαναφερθείσα γωνία του αμπελώνα Romanée-Conti, ακριβώς στην περιοχή που είχε κυκλωθεί.
Προκειμένου να αποδείξει ότι εννοούσε κάθε λέξη που είχε γράψει το γράμμα ενημέρωνε τον Βιλέν ότι περίπου 82 ρίζες του Romanee-Conti είχαν ήδη δηλητηριαστεί.
Σύμφωνα με τον αποστολέα τα δύο αμπέλια στην περιοχή που είχαν σημειωθεί στο σκίτσο με τα δύο Χ στον μικρό κύκλο είχαν σκοτωθεί από δηλητήριο, ενώ οι άλλες 80 ρίζες που είχαν μαρκαρισθεί με Χ στον πολύ μεγαλύτερο, κεντρικό κύκλο θα μπορούσαν να γλιτώσουν με ένα αντίδοτο.
Αυτό με την την προϋπόθεση ότι ο Βιλέν θα πλήρωνε ένα εκατομμύριο ευρώ.

Το δηλητήριο κα η μπλόφα
Ο Βιλέν κατάλαβε ότι πλέον όλο αυτό μόνο αρρωστημένο αστείο δεν ήταν και αποφάσισε να προσφύγει στις αρχές, όμως επέλεξε να μην απευθυνθεί στην τοπική αστυνομία.
Η Βουργουνδία είναι μια πολύ μικρή περιοχή και τα νέα κυκλοφορούν πολύ γρήγορα, σε αυτό το ευλογημένο μέρος όπου ο ανταγωνισμός των διάσημων κτημάτων είναι τεράστιος.
Το τελευταίο που χρειαζόταν ήταν να αρχίσουν οι φήμες και τα κουτσομπολιά να κάνουν το γύρο του κόσμου, εμποτισμένα με φράσεις όπως «δηλητηρίασαν το Romanee-Conti».
Έτσι πλησίασε ένα αστυνομικό που είχε γνωρίσει στη Ντιζόν, ο οποίος ήταν πλέον ανώτερος αξιωματούχος της αστυνομίας στο Παρίσι, ο οποίος ανέλαβε δράση κάτω από απόλυτη μυστικότητα.
Οι αστυνομικοί έφθασαν στο κτήμα, ενώ οι ειδικοί άρχισαν να μελετούν τους δύο αμπελώνες που υποτίθεται είχε δηλητηριάσει ο ανώνυμος εκβιαστής.
Μετά από εξέταση στο πρώτο οι ρίζες αφαιρέθηκαν αφού είχε εγχυθεί ζιζανιοκτόνο μέσα τους και πέθαιναν, όμως οι άλλες ογδόντα περίπου παρότι είχαν τρυπηθεί στην πραγματικότητα δεν είχαν δηλητηριαστεί.
Όμως το πιο σημαντικό στοιχείο που είχε ανακαλύψει η αστυνομία, ήταν ότι ο δράστης χρησιμοποίησε μια σύριγγα για να εγχύσει το δηλητήριο. Μια τέτοια τεχνική με σύριγγα είχε χρησιμοποποιηθεί παλιότερα από παραγωγούς στην Βουργουνδία για να εγχύσουν υγρό δισουλφίδιο του άνθρακα στο έδαφος και να σώσουν τους αμπελώνες από την καταστροφική επιδρομή της φυλλοξήρας.
Μόνο που τώρα η ίδια μεθοδολογία που είχε σώσει τους αμπελώνες χρησιμοποιήθηκε για να «δολοφονήσει» τους αμπελώνες του Romanée-Conti.
Αυτούς που καλλιέργησαν πρώτα τον Μεσαίωνα οι μοναχοί επιλέγοντας την ποικιλία Pinot Noir σε αυτό το φαινομενικά αφιλόξενο έδαφος, αφού ανακάλυψαν ότι μια στενή λωρίδα γης περίπου στα μισά της ήρεμης πλαγιάς του λόφου έβγαζε
Η σύλληψη της «σκιάς»
Οι αξιωματικοί που είχαν αναλάβει την υπόθεση είπαν στον Βιλέν να απαντήσει χωρίς να δώσει τα χρήματα και δεν τον άφησαν να πάει στο σημείο που είχε ορίσει ο δράστης στο δεύτερο σημείωμα.
Ενας πολύ στενός συνεργάτης του άφησε ένα σημείωμα μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, στις 4 Φεβρουαρίου το οποίο έλεγε ότι θα πληρωθεί το ποσό που ζητάει, αλλά θα χρειαζόταν χρόνος για να συγκεντρωθεί.
Μετά από λίγες μέρες, ο συνιδιοκτήτης του Romanee-Conti έλαβε το τελευταίο γράμμα από την «σκιά» που είχε χτυπήσει τους αμπελώνες του.
Ο αποστολέας τον ευχαριστούσε για την πληρωμή και έγραψε στον Βιλέν να αφήσει τα χρήματα στο νεκροταφείο της γειτονικής πόλης Σαμπόλ- Μουσίν.
Ο χαρτοφύλακας θα έπρεπε να αφεθεί στο ορισθέν σημείο του νεκροταφείου στις 23.00 μ.μ. στις 12 Φεβρουαρίου 2010.
Την συγκεκριμένη ημέρα ο Βιλέν είχε κανονίσει ταξίδι στην Αμερική και οι αστυνομικοί του συνέστησαν να ακολουθήσει το πρόγραμμά του, αφού ο δράστης μπορεί να ήταν ενήμερος και να υποψιαζόταν κάτι, αν έμενε στο κτήμα
Την μεταφορά των χρημάτων ανέλαβε ο Ζαν-Σαρλ Κουβελιέ αναπληρωτής διευθυντής του Domaine Romanee-Conti ένας ικανός και ψυχρός άνδρας, τον οποίο κάποιοι αποκαλούν «ο φύλακας του Ναού».

Εκείνη την νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου 2010, αναρωτήθηκε σύμφωνα με το Vanity Fair τι θα έλεγε η γυναίκα του αν μπορούσε να τον δει, να περπαταέι σε ένα νεκροταφείο μέσα στη μαύρη νύχτα, με μια βαλίτσα γεμάτη με ένα εκατομμύριο ψεύτικα ευρώ.
Η πόλη ή καλύτερα ρο αρχαίο χωριό Σαμπόλ-Μουσινί βρίσκεται περίπου δύο μίλια βόρεια του Βοσν Ρομανέ και το νεκροταφείο βρίσκεται στα περίχωρα της πόλης. Εναι τετράγωνο, περιτριγυρισμένο από πέτρινο τοίχο και όχι πολύ μεγαλύτερο από μια δημόσια πισίνα.
Οι δώδεκα αστυνομικοί που είχαν επιστρατευθεί για την υπόθεση ήταν καλά κρυμμένοι γύρω από το νεκροταφείο για να εντοπίσουν αυτόν ή αυτούς που θα έρχονταν για να πάρουν τον χαρτοφύλακα.
Ανέπνεε βαριά, έτρεμε, ίδρωνε και η καρδιά του είχε ανεβάσει κατακόρυφα σφυγμούς όταν, μπήκε στο νεκροταφείο
Έριξε την τσάντα εκεί που έπρεπε, ακριβώς μέσα στην πύλη, βγήκε, μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε.
Δεν είχε περάσει ούτε μισή ώρα όταν του τηλεφώνησε ένας αξιωματικός της αστυνομίας για να του πει δυο λέξεις: «Τον πιάσαμε».
Το τέλος της σκιάς
Ο Ομπέρ Ντε Βιλέν έμαθε το χαρμόσυνο νέο στις ΗΠΑ από τον Κουβελιέ αλλά και το όνομα του δράστη που θέλησε να δηλητηριάσει τον κορυφαίο αμπελώνα του κόσμου.
Η «σκιά» ήταν ο Ζακ Σολτί ένας πενηντάρης κακοποιός που πήγε μόνος του να πάρει τον χαρτοφύλακα και συνελήφθη διακόσια μέτρα μακριά από το νεκροταφείο. Όπως έγινε γνωστό αργότερα εκτός από τους αμπελώνες του Romanee-Conti είχε στήσει κάτι παρόμοιο και σε άλλο κτήμα της περιοχής.
Ο φάκελός του παρέπεμπε σε εγκληματία σταδιοδρομίας, αφού είχε διαπράξει μια σειρά από ένοπλες ληστείες ενώ προσπάθησε να απαγάγει άνθρωπο.
Συνολικά είχε καταδικαστεί σε τουλάχιστον 20 χρόνια φυλάκισης και μέσα στο κελί του σκέφτηκε ότι υπήρχαν ευκολότερες δουλειές, όπως ο εκβιασμός των οινοποιών.
Είχε χτίσει μια πρόχειρη καλύβα βαθιά μέσα στο δάσος πάνω από τους λόφους του Βοσν-Ρομανέ με θέα στους αμπελώνες των ονείρων του.
Στην καλύβα,η αστυνομία εντόπισε έναν υπνόσακο, έναν καναπέ, μια ζεστή πλάκα, μια αλλαγή ρούχων για εργάτη αμπελώνα, μπαταρίες, έναν προβολέα, ένα κιτ ασύρματης διάτρησης, σύριγγες, ένα πιστόλι και πολλά μπουκάλια Rounded Killer Roundup.
Συνεργάτης ήταν ο γιος του που τον ακολούθησε στην φυλακή περιμένοντας την δίκη τους, όμως τον Ιούλιο του 2010 ο Ζακ Σολτύ κρεμάστηκε στο κελί του.
Λίγους μήνες νωρίτερα ο Βιλέν που επέστρεψε από την Αμερική θέλησε να ευχαριστήσει τους αστυνομικούς που εξιχνίασαν την υπόθεση και τους κάλεσε για ένα γεύμα στο κτήμα.
Το φαγητό που ήταν εκλεκτά κρέατα ήταν το λιγότερο αφού ο ευγνώμων ιδιοκτήτης άνοιξε μερικά μπουκάλια του Vosne-Romanée Premier Cru του 2006μαζί με ένα μπουκάλι από το Romanée-Conti του 1961, αφήνοντας τους καλεσμένους του άφωνους.
Το πρώτο κόστιζε 26.000 ευρώ και το δεύτερο πάνω από 15.000 ευρώ!
Ο Ματ Κράμερ έγραψε ότι όταν πίνεις ένα πολύ μεγάλο κρασί από την Βουργουνδία πρέπει να παραδεχτείς ότι υπάρχει και μια άλλη παρουσία στο σύμπαν πέρα από την δική μας.
Ο Ρόμπερτ Σλάι ένας κορυφαίος εμπειρογνώμονας του κρασιού είπε ότι ο θρυλικός αμπελώνας του Romanee-Conti είναι «ένα γραμματόσημο εδάφους στα 4,46 στρέμματα, που παράγει περίπου 500 κιβώτια ετησίως, το οποίο είναι λιγότερο από το ένα πέμπτο της παραγωγής του Château Lafite Rothschild του Μπορντό.
Τον Οκτώβριο του 2018 ένα Romanee-Conti του 1945 πωλήθηκε σε δημοπρασία του οίκου Sotheby’s 480.000 ευρώ, πιάνοντας τη υψηλότερη τιμή όλων των εποχών για ένα μπουκάλι κρασί, ένα από τα 600 εκείνης της χρονιάς.
Ο Ομπέρ Ντε Βιλέν είχε κάθε λόγο να χαμογελάσει μόλις το έμαθε…
Πηγή: protothema
Κάντε ό, τι θέλετε να κάνετε.
“Είκοσι χρόνια από τώρα θα είσαι πιο απογοητευμένος για τα πράγματα που δεν έκανες παρά για τα πράγματα που έκανες. Γι’ αυτό, λύσε τους κάβους. Σαλπάρισε μακριά από το σίγουρο λιμάνι. Εξερεύνησε, ονειρέψου, ανακάλυψε.”
Μαρκ Τουέιν
Εμβάλλω σε σκέψεις
ΓΝΩΜΕΣ
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ
29 Δεκέμβριος 2020,
Προσπαθώντας να παρακολουθήσω τα σχετικά με το ζήτημα του εμβολιασμού για την καταπολέμηση της πανδημίας, παραμένω στην κυριολεξία άναυδος. Οι φοιτητές μου, διαχρονικά, αλλά και όσοι παρακολουθούν την αρθρογραφία μου, γνωρίζουν την επιμονή μου στο ότι ο επιστήμονας και ο ερευνητής πρέπει να διαπνέονται από ταπεινό φρόνημα. Η σύστασή μου αυτή δεν έχει κάποιον γενικό ηθικοπλαστικό χαρακτήρα. Σχετίζεται κυρίως με το ρεαλιστικό γεγονός ότι ο επιστήμονας που δεν προσεγγίζει τα πράγματα έτσι, δεν μπορεί να σχεδιάσει σωστά την έρευνά του, ούτε να ερμηνεύσει ορθά και με ακρίβεια τις παρατηρήσεις του.
Η αλαζονεία είναι πάντοτε κακός σύμβουλος.
Γίνομαι κι εγώ, όπως όλοι, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας μιας απόλυτης θέσης που με σιγουριά εκστομίζεται δημόσια από πολλούς επιστήμονες που καλούνται να τοποθετηθούν στο ζήτημα του εμβολιασμού. Εννοώ αυτούς που στα μεγάλης επιρροής μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας ρητά διακηρύσσουν ότι: τα εμβόλια για τον SARS-CoV-2 «είναι αποτελεσματικά και απόλυτα ασφαλή» ή «είναι αποτελεσματικά και εκατό στα εκατό ασφαλή».
Σαν να μην μας έφταναν οι συγκεκριμένοι, έχουμε κι άλλους που παραδέχονται αδίστακτα αυτήν τη βεβαιότητα. Δημοσιογράφοι, ιερωμένοι και άλλοι πολλοί γίνονται υπέρμαχοί της και τη διακηρύσσουν με ένταση, σιγουριά, συναισθηματική φόρτιση και πάθος. Οι εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα της ανενδοίαστης τοποθέτησης μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού, και εν πολλοίς δεν παρουσιάζονται από το κυρίαρχο σύστημα των μέσων μαζικής ενημέρωσης της χώρας. Μάλιστα, ενώ οι αντικειμενικές αυτές επιστημονικές φωνές εκφράζουν αυτονόητα πράγματα, αμαυρώνονται αδίκως με γενικολογίες περί «γραφικών» και «ψεκασμένων» και ταυτίζονται αυθαίρετα με τις τοποθετήσεις κάποιων «τερατολόγων».
Για μια ακόμα φορά, συστήματα εξουσίας και «τερατολόγοι» παίζουν συνεργατικά το παιχνίδι τους, για να ακυρώσουν με προπαγανδιστικά άλματα λογικής την εύλογη διαφοροποίηση και την κριτική σε αποφάσεις της εξουσίας.
Δεν είμαι ειδικός· δεν είμαι γιατρός, άλλα κτηνίατρος. Δεν είμαι ιολόγος, ανοσολόγος ή επιδημιολόγος, αλλά παθολογονατόμος. Επιπλέον, τα ιογενή νοσήματα και τα εμβόλια δεν ανήκουν στα κύρια ερευνητικά μου ενδιαφέροντα. Η κτηνιατρική εμπειρία, ωστόσο, από αρκετά –εδώ και δεκαετίες γνωστά– σημαντικά νοσήματα των ζώων που προκαλούνται από διάφορους κορονοϊούς, δείχνει ότι το ζήτημα των εμβολίων στην περίπτωση των συγκεκριμένων ιών δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.1 Στο πλαίσιο των σύγχρονων αντιλήψεων της Συγκριτικής Ιατρικής και της Ενιαίας Υγείας, τα δεδομένα αυτά πρέπει τουλάχιστον να λαμβάνονται υπόψιν. Άλλωστε, η ανακάλυψη του εμβολιασμού βασίζεται στις μελέτες του Edward Jenner (1749-1823) στην ευλογιά των βοοειδών και του χοίρου.
Όταν ακούω, λοιπόν, να λέγεται αυτό το «απόλυτα» και το «εκατό στα εκατό» το πρώτο πράγμα που λέω ανθρωπίνως είναι «μακάρι, από το στόμα σας και στου Θεού τ’ αυτί!». Ποιος νοήμων άνθρωπος δεν το εύχεται και ποιος δεν προσεύχεται γι’ αυτό; Ως επιστήμονας, όμως, προσωπικά δεν θα εκφραζόμουν ποτέ με τέτοια απόλυτη βεβαιότητα πάνω σε αυτό το ζήτημα. Αντίθετα, η τοποθέτησή μου θα ήταν για παράδειγμα η εξής: «σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί, το εμβόλιο τάδε δεν έδειξε σοβαρές παρενέργειες στο χρόνο για τον οποίο έχει ελεγχθεί που είναι τάδε μήνες». Αυτήν τη στιγμή αναφερόμαστε σε χρόνο ελέγχου-παρακολούθησης των εμβολιασθέντων που μετριέται σε μέρες ή λίγους μήνες, όχι σε χρόνο ή χρόνια. Αυτό είναι μια αναντίρρητη πραγματικότητα – δεν είναι άποψη ή αντικείμενο συζήτησης.
Επομένως, σήμερα που μιλάμε, η μόνη αποδεκτή επιστημονικά απάντηση στο ερώτημα «ποιες μπορεί να είναι και σε τι ποσοστό ενδέχεται να εμφανιστούν πιθανές μακροχρόνιες αντενδείξεις του εμβολίου κατά του SARS-CoV-2 της τάδε εταιρείας;» είναι: «δεν γνωρίζω!». Οι μακροχρόνιες αντενδείξεις όχι μόνο των εμβολίων, αλλά σχεδόν κάθε εγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής, είναι συνήθως σπάνιες, αλλά είναι μια πραγματικότητα.
Το βασικό ερώτημα πάντοτε είναι σε τι ποσοστό εμφανίζονται, ώστε να συνεκτιμηθεί σε κάθε περίπτωση το όφελος σε σχέση με τα ποσοστά και το είδος των ανεπιθύμητων επιδράσεων που προκαλούνται.
Στην έρευνα, μέχρι να παγιωθούν μετά από πολύχρονη ερευνητική δραστηριότητα κάποια ψήγματα νέας γνώσης, υπάρχουν συνεχείς αναθεωρήσεις θέσεων και απόψεων που θεωρούνταν «δεδομένες». Πάντοτε υπάρχουν αμέτρητες άγνωστες παράμετροι που μπορεί να επηρεάζουν τα αποτελέσματα μιας έρευνας. Όταν αυτές ανακαλύπτονται εκ των υστέρων, υπάρχουν ανατροπές, εκπλήξεις, και τα δεδομένα αλλάζουν.
Ο εμβολιασμός εναντίον του SARS-CoV-2 αποτελεί ουσιαστικά, αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων, μία εν εξελίξει παγκόσμια κλινική δοκιμή ερευνητικού, δηλαδή πειραματικού χαρακτήρα. Ο καθένας δικαιούται με βάση το σύνολο των παραμέτρων της δικής του περίπτωσης και τις συμβουλές που θα πάρει από τους γιατρούς που εμπιστεύεται, να αποφασίσει χωρίς άμεσους ή έμμεσους εξαναγκασμούς το αν θα εμβολιαστεί άμεσα, αργότερα ή ποτέ. Η απόφαση και η ευθύνη της συμμετοχής σε κλινική δοκιμή δεν μπορεί παρά να είναι ελεύθερη και ατομική.
Οι πάπες και οι πάπισσες της επιστήμης και οι υπόλοιποι που μιλούν στα κανάλια με όρους απόλυτης βεβαιότητας προφητεύοντας απόλυτους αριθμούς αποτελεσματικότητας και ασφάλειας των συγκριμένων εμβολίων, είναι προδήλως εκτός των ορίων σοβαρότητας του επιστημονικού λόγου. Ας συμβουλευτούν, τουλάχιστον, την ιστοσελίδα του ΕΟΔΥ με τίτλο «Ερωτήσεις και απαντήσεις σχετικά με τον εμβολιασμό για τον κορονοϊό SARS-CoV-2», όπου οι ανάλογες γραπτές διατυπώσεις είναι πολύ πιο προσεκτικές και υπεύθυνες…
Κατασκευή πύλης εισόδου εις άμπελον περιτοιχισμένη ή όπως θα έλεγαν οι φίλοι οι Γάλλοι vignoble clos 


