Βραβευμένο αγρόκτημα στην Ουγγαρία

Βραβευμένο αγρόκτημα στην Ουγγαρία μας δείχνει πώς η διασκέδαση μπορεί να είναι βιώσιμη

Το αγρόκτημα «Η πασχαλίτσα», στη νότια Ουγγαρία, είναι ένα πρωτότυπο πάρκο αναψυχής. Το αγρόκτημα, που διαθέτει πολλές δραστηριότητες τόσο για ενήλικες όσο και για παιδιά, καλύπτει το 80 % των ενεργειακών αναγκών του με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Ένα από τα πιο πρωτότυπα χαρακτηριστικά του είναι ότι επιτρέπει στους επισκέπτες του να «πληρώνουν» μέρος του εισιτηρίου εισόδου με ανακυκλώσιμα οικιακά απορρίμματα, όπως χαρτί ή πλαστικό, ενθαρρύνοντας έτσι τους ανθρώπους να καταλάβουν την αξία των πόρων και τι σημαίνει κυκλική οικονομία.
Η πρωτοποριακή πρακτική του είχε ως αποτέλεσμα να λάβουν οι ιδιοκτήτες του το .Ευρωπαϊκό Βραβείο Επιχειρήσεων για το Περιβάλλον για την περίοδο 2016-2017.
Η πρωτεύουσα αρχή του αγροκτήματος «Katica Tanya» είναι ο σεβασμός του περιβάλλοντος. Το κτήμα των 1 250 στρεμμάτων, που βρίσκεται στους παραδουνάβιους λόφους, προσφέρει περιπέτειες κάθε είδους, από πεταλοκίνητα οχήματα μέχρι συναρπαστικές δραστηριότητες με σχοινιά.
Κάθε χρόνο, περίπου 65 000 επισκέπτες καταφθάνουν για να μάθουν πώς να φροντίζουν πρόβατα, αγελάδες, χοίρους και άλογα, να συμμετέχουν σε εργαστήρια παραδοσιακών τεχνών ή να λάβουν συμβουλές για τον βιώσιμο τρόπο ζωής.
Το πάρκο παραμένει ανοικτό όλον τον χρόνο, και μια φορά τον μήνα διοργανώνει παρέλαση μεσαιωνικών ιπποτών.
Οι εκτάσεις για κατασκήνωση και πικ-νικ καθώς και οι ξενώνες δίνουν τη δυνατότητα στις οικογένειες να χαρούν τη διαμονή τους όσο το δυνατόν περισσότερο.
Η περιγραφή της αποστολής του αγροκτήματος είναι σαφής:
«να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να ξαναβρούν τη χαρά και την αξία της υπέροχης φύσης και του υπέροχου περιβάλλοντος μας, ανασαίνοντας τον καθαρό αέρα, γνωρίζοντας τα κατοικίδια ζώα, μαθαίνοντας για τις συνήθειες των προγόνων μας […] όλοι οι συνάδελφοί μας στο αγρόκτημα πιστεύουν ότι η εμπειρία είναι ο καλύτερος δάσκαλος και ότι η εκπαίδευση μπορεί και πρέπει να είναι διασκεδαστική».
«Αναπτύσσουμε ενδιαφέρουσες δραστηριότητες που δεν καταναλώνουν καθόλου ενέργεια» εξηγεί ο ιδρυτής και ιδιοκτήτης János Handó. «Κι αν καταναλώνουν, φροντίζουμε να την παρέχουμε από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως ηλιακούς συλλέκτες και βιομάζα. Στόχος μας είναι να διασκεδάζουμε τους ανθρώπους με βιώσιμο τρόπο.»
«Αφιέρωσα αρκετό χρόνο μέχρι να καταλάβω τι κάνουμε με τον πλανήτη μας, και το μέλλον δεν είναι ευοίωνο» προσθέτει. «Το μέλλον της κόρης μου έχει τη μεγαλύτερη σημασία σε αυτό που κάνω.»
Πράσινη συμφωνία
Το αγρόκτημα «Η πασχαλίτσα» προσφέρει 15 πράσινες θέσεις εργασίας σε μία από τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της Ευρώπης. Στο εστιατόριο του αγροκτήματος προσφέρονται σπιτικά πιάτα 365 ημέρες τον χρόνο. Η διαρκής καινοτομία αποτελεί βασική προτεραιότητα στο αγρόκτημα «Η πασχαλίτσα»: η ανεύρεση νέων δραστηριοτήτων που κάνουν τους επισκέπτες να επιστρέφουν ξανά και ξανά. «Ελπίζουμε να χτίσουμε το πρώτο ξενοδοχείο παγκοσμίως με μηδενική κατανάλωση ενέργειας» δηλώνει ο κ. Handó. «Όλη η ενέργεια που καταναλώνεται θα προέρχεται από τοπικές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.»
Το αγρόκτημα «Η πασχαλίτσα» κέρδισε το πολυπόθητο βραβείο διαχείρισης για τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, μία από τις έξι κατηγορίες των Βραβείων Επιχειρήσεων της ΕΕ που απονέμονται ανά διετία, το οποίο τιμά επιχειρήσεις που πρωτοστατούν στην οικολογική καινοτομία. Οι νικήτριες επιχειρήσεις, που έχουν επιλεγεί από έναν κατάλογο 148 υποψηφίων που καταρτίστηκε από διεθνή κριτική επιτροπή, έλαβαν τα βραβεία τους σε τελετή στο Ταλίν της Εσθονίας, τον Οκτώβριο του 2016.
«Συγχαίρω όλους τους νικητές. Αυτοί αποτελούν πραγματικά παράγοντες αλλαγής» είπε ο επίτροπος της ΕΕ, αρμόδιος για το περιβάλλον, Karmenu Vella. «Ας εμπνευστούμε από όλες αυτές τις καινοτόμες λύσεις.»

Καλό μήνα !!

Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει, μα κι αν κάνει πως κακιώνει, (αν θυμώσει) μες στο χιόνι θα μας χώσει.

Πρωτιά η Ελλάδα

Τα περισσότερα βοοειδή βιολογικής εκτροφής στην Ευρώπη

Την πρωτιά μεταξύ των 27 χωρών-μελών της ΕΕ κατέχει η Ελλάδα στα βοοειδή βιολογικής εκτροφής, με ποσοστό που ανέρχεται σε 26,9% στο σύνολο του ζωικού κεφαλαίου, από 25,5% το 2018, ενώ ανέβηκε στη δεύτερη θέση σε ό,τι αφορά το ποσοστό βιολογικών αγελάδων γαλακτοπαραγωγής, που το 2019 ανήλθε σε 19,7% από 15,1% το 2018.

Αναλύοντας τα επίσημα στοιχεία της ΕΕ, προκύπτει ότι συνολικά το 5,83% των βοοειδών (περισσότερα από 4,5 εκατομμύρια ζώα) είναι βιολογικής εκτροφής.

Η Λετονία είχε το μεγαλύτερο μερίδιο οργανικών αιγοπροβάτων (36,2% στο συνολικό πληθυσμό αιγοπροβάτων) και το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο του οργανικού πληθυσμού βοοειδών (25,1%). Η Αυστρία είχε το υψηλότερο μερίδιο βιολογικών αγελάδων γαλακτοπαραγωγής (22,0%) ακολουθούμενη από την Ελλάδα και τη Σουηδία (18,8%).

Για τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ, οι χοίροι που έχουν εκτραφεί βιολογικά αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό μερίδιο στον συνολικό πληθυσμό χοίρων, με το υψηλότερο μερίδιο στη Δανία να είναι κάτω από το 4

Το αγγούρι είναι πικρό; Πέταξέ το. Υπάρχουν θάμνοι στον δρόμο; Απόφυγέ τους. Αυτό είναι αρκετό. Δεν είναι ανάγκη να λες «γιατί υπάρχουν τέτοια πράγματα στον κόσμο;»

Μάρκος Αυρήλιος

Πέθανε ο θρύλος της ελληνικής δισκογραφιας Τάκης Λαμπρόπουλος .

Τι είπε ο Γιάννης Πετρίδης για Τάκη Λαμπρόπουλο, Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση

Ο Γιάννης Πετρίδης , ο κορυφαίος Έλληνας μουσικός παραγωγός μίλησε στην εκπομπή 4-5 του Α προγράμματος για τον Τάκη Λαμπρόπουλο, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Χιώτη, τον Μπιθικώτση, τον Καζαντζίδη, τον Χιώτη, τη Μαρινέλα και το Άξιον Εστί.

Τι είπε ο Γιάννης Πετρίδης για Τάκη Λαμπρόπουλο, Θεοδωράκη, Χατζηδάκη, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση

Ο Γιάννης Πετρίδης είναι ο κορυφαίος Έλληνας μουσικός παραγωγός, έχει τη μεγαλύτερη συλλογή βινυλίων στον κόσμο και τη μακροβιότερη εκπομπή στο ραδιόφωνο “Από τις 4 στις 5”,στο Α Πρόγραμμα, με μια μικρή διακοπή όταν ο Αντώνης Σαμαράς έριξε μαύρο στην ΕΡΤ (μετακόμισε στο Βήμα FM).Mια εκπομπή που καθιέρωσε ο Μάνος Χατζιδάκις το 1975 και από αυτή μάθαμε την παγκόσμια μουσική, ότι φρέσκο κυκολοφορούσε το χώρο του rock και όχι μόνο…

Ο Γιάννης Πετρίδης λοιπόν αναφέρθηκε στον Τάκη Λαμπρόπουλο και είπε ανάμεσα στα άλλα “πέθανε ο άρχοντας της Κολούμπια, ο θρύλος Τάκης Λαμπρόπουλος. Αυτός που προσέλαβε τον Μανώλη Χιώτη και τον διόρισε υπεύθυνο ανεύρεσης νέων ταλέντων και ανακάλυψε τον Ξυλούρη, τον Αγγελόπουλο, τη Λύδια, τη Φαραντούρη, τη Γαλάνη, τη Μοσχολιού. Έφερε στην Κολούμπια ηθοποιούς όπως τη Βουγιουκλάκη, τη Λαμπέτη, τη Μελίνα, τον Χορν, ποιητές όπως τον Ρίτσο, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Γκάτσο. Ένα έργο που είχα δει μαθητής στο γυμνάσιο ήταν το “τραγούδι του νεκρού αδελφού”

Ο Τάκης Λαμπρόπουλος , γεννήθηκε το 1930 και σε ηλικία 28 ετών ανέλαβε την Κολούμπια και έφερε την επανάσταση μαζί με τον Πατσιφά που ήταν στη Fidelity και τη Lyra. Τότε ζούσαμε στον παράδεισο με τη μουσική ροκ και τους κορυφαίους του ελληνικού τραγουδιού. Μια άλλη Ελλάδα, η Ελλάδα της δεκαετίας του 60.

Χωρίς τον Τάκη Λαμπρόπουλο δεν θα υπήρχε το “Άξιον Εστί” και τόσα άλλα αριστουργήματα, δεν θα είχαμε τα φοβερά εξώφυλλα και το Σάββατο 4-6, στο Β΄Πρόγραμμα μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη του Τάκη Λαμπρόπουλου στον Φώτη Απέργη. Τη μοναδική τα τελευταία 40 χρόνια, από τις ελάχιστες που έδωσε. Δεν μιλούσε αυτός ο άνθρωπος, ούτε τότε. Δεν έβγαινε στα ραδιόφωνα και την τηλεόραση. Δεν τον ενδιέφερε.

Αγαπήσαμε το ελληνικό τραγούδι, τον Χατζηδάκη, τον Θεοδωράκη χάρη στον Τάκη Λαμπρόπουλο.

Μάνος Χατζιδάκις: Ρεμπετολογία

Δημοσιευμένο στο Ραδιοπρόγραμμα τον Μάιο του 1978.

Πηγή: Ηλίας Πετρόπουλος, Ρεμπέτικα Τραγούδια, ΚΕΔΡΟΣ.

Η Ρεμπετολογία στον καιρό μας, πάει να πάρει μια μορφή υστερίας. Δεν είναι νοητό να ‘σαι νέος και “προβληματιζόμενος” χωρίς να βυθίζεσαι με ηδονή και… κατανόηση στους αυτοσχεδιαστικούς μαίανδρους ενός μπουζουκιού ή στις ατέλειωτες λεπτομέρειες γύρω από πρόσωπα και πράγματα της εποχής της παρανομίας για το ρεμπέτικο. Δηλαδή,από το ’25 περίπου ως το ’40. Κι όλ’ αυτά, με σχόλια, φωτογραφίες, ντοκουμέντα, αναμνήσεις, αναλύσεις, με αντεγκλήσεις και αντίθετες απόψεις, με άρθρα και δημοσιεύματα, χωρίς τελειωμό.

Και οι έμποροι, οι κάθε λογής έμποροι, θησαυρίζουν, οι δημοσιογράφοι, ειδικά ορισμένοι δημοσιογράφοι, γράφουν δήθεν ιστορία και σχεδόν όλοι οι νεοέλληνες, ζούνε δήθεν σοβαρά την εποχή τους και το χώρο τους. Φυσικά, οι μόνοι κερδισμένοι απ’ όλη αυτή την ιστορία είναι οι έμποροι – οι δισκογραφικές εταιρείες, εκδότες και οργανωτές.

Οι υπόλοιποι, μένουν με την πολλήν αφέλεια στο χέρι και με γνώση ύποπτης αξίας στο κεφάλι. Υπάρχουν αρκετοί νέοι, που είναι πολύ καλά πληροφορημένοι αλλά ανεπαρκώς σκεπτόμενοι. Που διαθέτουν ευαισθησία ομαδική, αλλά αμφισβητήσιμη προσωπική. Αυτοί, λοιπόν, εκστασιάζονται μπρος στους εναπομείναντες ρεμπέτηδες, όταν διάφοροι έμποροι ασυνείδητοι, τους κουβαλάν και τους εκθέτουν επί χρήμασι.

Κανείς δεν σκέφτεται εκείνη τη στιγμή, ότι, την ρωμιοσύνη τούτη είναι να μην κλαις.

Σημασία έχει πως όλ’ αυτά τα λέω εγώ που το ’48 πριν τριάντα χρόνια, πρωτομιλούσα για το ρεμπέτικο τραγούδι αποκαλύπτοντας το, μπρος σ’ ένα πολύ αξιόλογο κοινό και μες στον χώρο που λειτουργούσε το επαναστατικό τότες Θέατρο Τέχνης. Στην πλατεία του Αη-Γιώργη του Καρύτση. Τω καιρώ εκείνω, το Ρεμπέτικο ήταν υπαρκτό, και αθέατο συγχρόνως. Χρειαζότανε τόλμη και ν’ αναφέρεις το όνομα, μιαν εποχή που ο αστισμός δεν είχε ακόμη γελοιοποιηθεί από τους εσωτερικούς μετανάστες, και διατηρούσε τις αρχές του και την πνευματική του υπόσταση. Και στο κάτω – κάτω, η πολύ νεανική μου ευαισθησία τι είχε τότε ν’ αντικρύσει και να δεχτεί; Τα αισθηματικά τραγουδάκια του Αττίκ και του Χαιρόπουλου, τα πατριωτικά ταγκό με την Βέμπο και την Κάκια Μένδρη και τη βαλκάνια συμπλεγματική συμφωνική Μουσική των εθνικών μας ακαδημαϊκών μουσουργών, χωρίς καμιάν απολύτως έλξη. (Ο Καλομοίρης ακόμη δεν είχε την τωρινή του όψη και ο Σκαλκώτας ήταν χαμένος στα τελευταία αναλόγια της Κρατικής – τύπος με χιούμορ, όπως τον χαρακτήρισε σαν πέθανε ο τότε Γενικός του Διευθυντής). Η αναζήτηση λοιπόν μιας άλλης μουσικής, ήταν εκτός από μια τόλμη και μια βαθύτερη ανάγκη για κείνους τους καιρούς, που κιόλας υπήρχαν ο Γκίκας, ο Τσαρούχης και ο Μόραλης στη Ζωγραφική, ο Πικιώνης στην Αρχιτεκτονική και ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Γκάτσος και ο Ρίτσος στην ποίηση. Μια εποχή που τοποθετούσε σε ισχυρό βάθρο τον Καβάφη και ανακάλυπτε τη Γυναίκα της Ζάκυνθος. Που μας υποχρέωνε να ψάχνουμε και να βρούμε ένα πρόσωπο πιο αληθινό για την εθνική μας ταυτότητα. Τότε δεν έκαν’ άλλο από το να ‘μαι ένα παιδί του καιρού μου με συνέπεια. Σήμερα όμως; Ύστερα από τριάντα ολόκληρα χρόνια; Άλλαξα εγώ; Όχι. Όλα φωτίζονται τόσο διαφορετικά. Φαντάζει αστείο τούτη η επιμονή μας στα Ρεμπέτικα, μια εποχή που οι ψαράδες μας αρχίσανε να τραγουδάν κινέζικα. Το Ρεμπέτικο δεν υπάρχει περίπου από το ’50. Κι είναι μια πλάνη να γιορτάζεται στον καιρό μας σαν πηγή, την ώρα που η αστική ανοχή έχει αμβλυνθεί, κι όχι γιατί ελευθερώθηκε, αλλά γιατί απονεκρώθηκε, χωρίς ν’ αφήσει διάδοχο στη θέση της. Έχω διαβάσει πλήθος δημοσιεύματα και σχόλια για ένα βιβλίο που εντυπωσίασε για τον κόσμο που περιείχε. Την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη. Έμεινα κατάπληκτος για αυτά που βρίσκαν μέσα οι σχολιαστές ειδικοί. Για μένα καθρεφτίζει μιζέρια και ανθρώπινη αθλιότητα, που δεν θα ’ταν άχρηστη, αν ορισμένοι “ ειδικοί” δεν την χρωμάτιζαν με παραμορφωτικά γυαλιά και δεν την εμφάνιζαν σαν κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι. Οι Ρεμπετολόγοι και οι νεαροί διανοούμενοι, μαζί με τους “ προοδευτικούς” δημοσιογράφους το είδαν σαν μια μεγαλειώδη αναπαράσταση ενός κόσμου που θεμέλιωνε λαϊκή κουλτούρα σ’ ανύποπτους χρόνους. Και αφελές και λάθος. Πρέπει ασφαλώς να ξεχάσουμε το βιβλίο και την ασημαντότητα που αναδύει για να χαρούμε τουλάχιστον μερικά όμορφα τραγούδια του Βαμβακάρη, πανέμορφα μες στην αφέλειά τους και γνησίως Λαϊκά. Το Ρεμπέτικο έπαψε να υπάρχει, απ’ τη στιγμή που το πιάσαμε στα χέρια μας – σαν τις τοιχογραφίες στις κατακόμβες του Φελλίνι, που εξαφανίστηκαν μόλις τις άγγιξε ο αγέρας από τον πάνω κόσμο. Το Ρεμπέτικο υπήρχε μόνον έναν καιρό που λειτουργούσε παράνομα σε απρόσιτες και απομακρυσμένες κρυψώνες, κάπου στα πέριξ. Ακόμα υπήρχε και όταν άρχιζε να εκφράζει λειτουργικά, πάθη και βιώματα μεταπολεμικά μιας ανώνυμης, ζαλισμένης απ’ τη καταστροφή, προδομένης μάζας, που ένιωθε την ανάγκη της ερωτικής επικοινωνίας και δεν μπορούσε, και τη διάθεση να ξεφύγει από την πραγματικότητα της, και πάλι, δεν μπορούσε. Όλη αυτή η περίοδος μας έδωσε ογδόντα τραγούδια. Τίποτα παραπάνω. Ογδόντα τραγούδια και έναν μύθο, γραφικό σήμερα. Γραφικό όπως ο Θεόφιλος και ο Καραγκιόζης.