Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Τίτλος: «Ο γιος του Νίτσε» Συγγραφέας : Γιώργος Πύργαρης
”… Όταν ο Καρκαβίτσας έμεινε μερικές ημέρες στη Σκιάθο μαζί με τον Παπαδιαμάντη, εκείνος δεν τον πήγαινε να του γνωρίσει τις τάχα σημαντικές προσωπικότητες ή τα εξεζητημένα μέρη του νησιού του, αλλά του γνώριζε τους πιο απλούς ανθρώπους, έναν βοσκό, έναν φούρναρη, μια πλύστρα, έναν φτωχό μοναχό ή ιερέα, με ένα δέος και σεβασμό σαν αυτοί να ήταν τα πραγματικά θαύματα του νησιού του. Και πράγματι ήταν! Αυτή την ανυπόφορη ομορφιά βίωνε σε όλη του τη ζωή ο Παπαδιαμάντης. Έκθαμβος από τις καταπληκτικές μορφές τριγύρω του, δεν τους έκρινε σύμφωνα με τη κοινωνική τους θέση, το επίπεδο του μυαλού ή του πουγκιού τους, αλλά με τη γαλήνη, τη χάρη και τη στωικότητα σύμφωνα με την οποία αντιμετώπιζαν τον κόσμο. Ο άνθρωπος είχε τεράστια οντολογική αξία, όποιος κι αν ήταν και δεν ήθελε κανέναν γαλλικό διαφωτισμό ο Παπαδιαμάντης να του το υποδείξει αυτό. Ερχόταν αυτούσιο μέσα από τον θησαυρό του παρελθόντος…” (Απόσπασμα από το βιβλίο)
Είχε διατελέσει διευθυντής των αρχαιοτήτων και των μουσείων της Παλμύρας από το 1963 έως το 2003 – σχεδόν μια ζωή. Τόση ήταν η αγάπη του για το παρελθόν της αρχαίας πόλης της Συρίας, που συνέχισε να πραγματοποιεί έρευνες στην περιοχή μέχρι και δώδεκα χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του. Το μόνο που θα ανέκοπτε το πάθος του Σύρου αρχαιολόγου Χαλέντ αλ Ασαάντ ήταν ο αποτρόπαιός θάνατός του. Τον Ιούλιο του 2015, λίγους μήνες αφότου οι τζιχαντιστές του ISIS είχαν καταλάβει την Παλμύρα, τον αιχμαλώτισαν και τον ανέκριναν για να τους αποκαλύψει πού βρίσκονταν κρυμμένοι οι πολύτιμοι θησαυροί της. Ο 83χρονος αλ Ασαάντ αρνήθηκε να μιλήσει, οι τζιχαντιστές τον αποκεφάλισαν δημοσίως στις 18 Αυγούστου και, σύμφωνα με μαρτυρίες, κρέμασαν το πτώμα του σε ένα στύλο μαζί με την επιγραφή «διευθυντής ειδωλολατρίας».
Την περασμένη Κυριακή, οι συριακές Αρχές ανακοίνωσαν ότι εντόπισαν πιθανότατα τη σορό του. Ηταν μία από τις τρεις που, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Συρίας SANA, ανακαλύφθηκαν στην περιοχή Καχλούλ, ανατολικά της Παλμύρας. Σύντομα θα πραγματοποιηθούν τεστ DNA για να επιβεβαιωθούν οι ταυτότητες των νεκρών, μέχρι τότε όμως η ιστορία του Σύρου αρχαιολόγου και η συμβολή του στην ανάδειξη της Παλμύρας ως Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO βρίσκεται ξανά στην επικαιρότητα.
000000
Δημοσιεύτηκε στισ
Ο συγγραφέας Γιώργος Πύργαρης με τον επιχειρηματία Σπύρο Γκίκα
Ο Αντώνης Καλογιάννης ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ / PAPADAKIS PRESS
Σε μια από τις σπάνιες τηλεοπτικές του συνεντεύξεις, ο Αντώνης Καλογιάννης είχε μιλήσει για την απώλεια του γιου του. Η αποκάλυψη που είχε κάνει για τη σύζυγό του, Ελένη, και για τα παιδικά του χρόνια.
Σε μία από τις σπάνιες τηλεοπτικέςσυνεντεύξεις που έχει δώσει, ο Αντώνης Καλογιάννης μίλησε για τη ζωή του και τους ανθρώπους του, αλλά και για την καλλιτεχνική του πορεία, κάνοντας τον απολογισμό των 44 χρόνων του στη μουσική. Την συνέντευξη είχε κάνει η Έλενα Κατρίτση τον Μάρτιο του 2011 στην τότε ΝΕΤ.
Μεταξύ άλλων, ο αγαπημένος τραγουδιστής αναφέρθηκε στα παιδικά του χρόνια, στη γυναίκα της ζωής του, την Ελένη, ενώ μίλησε για πρώτη και τελευταία φορά για τον θάνατο του γιου του, ο οποίος πέθανε ξαφνικά το 2006 σε ηλικία μόλις 46 ετών από εγκεφαλικό ανεύρυσμα. Η απώλειά του καθόρισε τη ζωή του σπουδαίου ερμηνευτή.
Ο ξαφνικός χαμός του γιου του
Χωρίς να θέλει να πει πολλά, ο Αντώνης Καλογιάννης είχε αναφερθεί τότε με λίγα λόγια στον γιο του, φανερά συγκινημένος, λέγοντας:
“Έχω πει να μην μιλάω για αυτό. Αλλά σήμερα διαφέρει αυτή η μέρα. Η απώλεια του γιου μου ήταν καθοριστική για τη ζωή μου. Δεν ήταν μόνο ένας γιος, ήταν ένας φίλος. Ένας σύντροφος. Ήμασταν δύο άνδρες που μιλούσαμε ως άνδρας προς άνδρα. Ο γιος μου ήταν ένα αρσενικό 100%. Συνοπτικά τα λέω, αλλά πιστεύω ότι είναι η καλύτερη αναφορά που μπορώ να κάνω στον γιο μου. Δεν έχω μιλήσει ποτέ και, πίστεψέ με, είναι η τελευταία φορά που μιλάω για αυτόν. Μου έρχονται θύμησες. Πονάνε όλα αυτά, αλλά δεν φοβάμαι τον πόνο”.
Αντώνης Καλογιάννης: “Τον φοβάμαι τον θάνατο”
Σε ερώτηση σχετικά με το ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος του, ο αγαπημένος τραγουδιστής είχε απαντήσει πως είναι ο θάνατος.
“Τον φοβάμαι τον θάνατο. Είμαι άνθρωπος. Δεν πιστεύω ότι μπορώ να συμμαχήσω μαζί του. Δε μπορώ να βρω αρμονικές εικόνες μαζί του. Με μισεί και εγώ τον μισώ. Αλλά δεν τρέμω. Τον φοβάμαι. Και πιστεύω, για μένα, ότι είναι δικαιολογημένο να φοβάμαι τον θάνατο Γιατί θα μου στερήσει τον ήλιο, τη θάλασσα, τα βουνά, τις ωραίες γυναίκες να τις βλέπω, τους φίλους μου, το καφενείο, τον καβγά. Αυτά θα μου τα στερήσει. Πώς να στο πω; Δεν τον πάω, δεν τον χωνεύω, δεν τον γουστάρω”, είχε πει.
Η γυναίκα της ζωής του, η Ελένη
Μιλώντας για την προσωπική του ζωή, ο Αντώνης Καλογιάννης αναφέρθηκε στη σύζυγό του, Ελένη, αποκαλύπτοντας αρκετές λεπτομέρειες για τη σχέση τους, που δεν είχε πει ποτέ. Δήλωσε, χαρακτηριστικά:
“Στη ζωή αυτή γνώρισα πολύ κόσμο και πολλές γυναίκες. Με άλλες ήταν εφήμερα τα πράγματα. Όλα αυτά αντιμετωπίστηκαν από τη γυναίκα μου, την Ελένη, με μια αξιοπρέπεια που δεν την πιστεύω. Υπήρξαν στιγμές όπου πήγαινα να κάνω Πάσχα στην Καισαριανή και το βράδυ της Ανάστασης, άφηνα την οικογένειά μου κι έφευγα να βρω μια άλλη γυναίκα. Μια φθορά, που την ευθύνη την είχα εγώ. Μια μέρα μου είπε: “Αντώνη, επειδή σε βλέπω και τυραννιέσαι, πήγαινε και ζήσε μαζί της σε παρακαλώ. Και αν μπορείς ότι μπορείς να μείνεις, μείνε. Κι αν δεν μπορείς, εγώ θα είμαι εδώ”. Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Την περίμενα αυτή τη στάση από τη συγκεκριμένη γυναίκα. Την εκτιμώ και την αγαπώ απεριόριστα. Είναι η πρώτη φορά που μιλάω έτσι για την Ελένη σε εκπομπή. Είναι η πρώτη φορά που τα λέω. Έλεγα ότι δεν θα αναφερθώ ποτέ σε αυτά”.
Τα παιδικά χρόνια του Αντώνη Καλογιάννη
Επίσης, μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, τονίζοντας τον διαρκή πόθο που είχε για να φεύγει μακριά, χωρίς να τον ενδιαφέρει το πού πηγαίνει, αλλά ούτε και ο γυρισμός.
“Ήθελα να γίνω από μικρό παιδί μηχανοδηγός στα τρένα και να ταξιδεύω με τρένο και όλο να φεύγω, να μη γυρίζω. Πολλές φορές πιτσιρίκος κατέβαινα στον Πειραιά για να βλέπω τα τρένα, αλλά όταν αργούσα έπεφτε ξύλο από τη μητέρα μου. Ο πατέρας μου δεν με χτύπησε ποτέ. Έβλεπα που λες τα τρένα στον Πειραιά και μετά πήγαινα στις προκυμαίες και έβλεπα τα πλοία που έφευγαν. Δεν ήξερα πού πάνε. Σκεφτόμουν “θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ εκεί πάνω”. Ο τρόπος ζωής ήταν δύσκολος, αλλά όχι ανυπόφορος. Αλλά δεν ήταν αυτό. Εγώ μέσα μου ήθελα να κάνω αυτά τα πράγματα. Σήμερα, το λιμάνι μου είναι οι θύμησες. Αυτό το συντήρησα, το διατήρησα”, είχε πει.
Για τη δίκη του Σωκράτη ετοίμασε λαμπρή απολογία ο δεινός ρήτορας Λυσίας.
Ο Σωκράτης τον ευχαρίστησε, αλλά αρνήθηκε να τη χρησιμοποιήσει, γιατί δεν ήθελε… τα δικηγορικά τερτίπια. – Προτιμώ -είπε- να καταδικασθώ ως Σωκράτης, παρά να αθωωθώ ως Λυσίας.
“Τον παλιό καιρό ήταν πολλοί σοφοί και μεγάλοι άνθρωποι στην πατρίδα μας και όλα τα βασίλεια που το άκουγαν αυτό ζήλευαν και ήθελαν να φτάσουν τους Έλληνες στη γνώση και στα γράμματα. Έτσι λοιπόν κάποτε αποφάσισαν να μαζευτούν όλοι οι σοφοί που ήταν σε διάφορους τόπους και ξεκίνησαν να ΄λθουν εδώ και να δουν αν θα μπορέσουν να βάλουν κάτω τους δικούς μας. Το έμαθαν όμως οι Αθηναίοι και ένας από τους σοφούς τους ντύνεται βοσκός και μ΄ ένα ραβδί κι ένα κοπάδι πρόβατα κατεβαίνει στον Πειραιά και τα ΄βοσκε. Σαν έφθασαν οι σοφοί απ΄ τα ξένα όταν βγήκαν στη στεριά τον πρώτο που απάντησαν ήταν εκείνος ο βοσκός. Τους ήλθε λοιπόν η ιδέα να δοκιμάσουν αυτόν για να δουν τι πράμα είναι και οι παρακατιανοί άνθρωποι στην Ελλάδα και να κρίνουν αν θα μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τους μεγάλους. Πλησιάζουν λοιπόν τον βοσκό, τον χαιρετούν και τον ρωτούν μονομιάς, γρήγορα – γρήγορα για να δουν αν θα καταλάβει και τι θ΄ αποκριθεί: -“Από που κι ως που, πως, πόσα;” (υπονοώντας από που -είσαι ή έρχεσαι; που -πας; πως -λέγεσαι; και πόσα -είναι τα πρόβατά σου;). Κι εκείνος ο βοσκός τους απαντά: -“Απ΄ Αθήνα, στα λειβάδια, Θόδωρος και πεντακόσα”! Όταν τ΄ άκουσαν εκείνοι τάχασαν και λεν αναμεταξύ τους: “Μωρέ που πάμε; Με ποιούς γυρεύουμε να τα βάλουμε; Ένας παλιοβοσκός μας απάντησε έτσι, αμμή οι σοφοί τι θάνε; Άιντες πίσωτε να φύγουμε! Κι έτσι γύρισαν πίσω στο τόπο τους καταντροπιασμένοι!”. Κατ΄ άλλη όμως παραλλαγή του μύθου ο βοσκός δεν ήταν μεταμφιεσμένος σοφός αλλά πραγματικός βοσκός στον Πειραιά που απάντησε με την ετοιμότητα του ελληνικού πνεύματος, και ο ερωτήσας δεν ήταν αλλοεθνής αλλά Αθηναίος επίσημος που ήθελε να βεβαιωθεί αν οι απλοί άνθρωποι είχαν ευφυΐα και νόηση.
στους Έλληνες της Σουηδίας μετά την απονομή των βραβείων Νόμπελ:
«Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.»