


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



“Φοβόταν άραγε το θάνατό του; Στα όψιμα χρόνια του εκφραζόταν γι’ αυτόν με μεγάλη ηρεμία. Από που την αντλούσε; Αν ο φόβος του θανάτου υπάρχει παντού, αν μας στοιχειώνει σ’ ολόκληρη τη ζωή μας, αν ο θάνατος είναι τόσο τρομακτικός, ώστε τόσο πολυάριθμες θρησκείες ξεπήδησαν για να τον αναχαιτίσουν, πώς κατόρθωσε ο απομονωμένος και ορθολογιστής Σοπενάουερ να καθησυχάσει τον δικό του τρόμο;”
Ο Ίρβιν Γιάλομ είναι ίσως ο σημαντικότερος ψυχοθεραπευτής-ψυχίατρος εν ζωή, ο οποίος, παρά τη μακροχρόνια αφοσίωση του στο επάγγελμα, έχει καταφέρει να γράψει πολλά μυθιστορήματα.
Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί μια ακόμα θεραπευτική περιπέτεια του Γιάλομ μετά το “Όταν έκλαψε ο Νίτσε”, που, όμως αυτή τη φορά, δεν εκτυλίσσεται στο κλειστό σύστημα της ατομικής ψυχοθεραπείας, αλλά ουσιαστικά βάζει τον αναγνώστη να παρακολουθήσει το μικρόκοσμο της ομαδικής ψυχοθεραπείας, “παντρεύοντάς” τον με τη φιλοσοφία και το σχολαστικισμό.

Περιγράφοντας τους κεντρικούς του χαρακτήρες, ο Γιάλομ προσπαθεί να κατανοήσει τη διαμόρφωση του ψυχισμού του Άρθουρ Σοπενάουερ, του πιο απαισιόδοξου φιλοσόφου και οριακά μισάνθρωπου, κάνοντάς μας να τον δούμε με τρυφερότητα.
Ο Φίλιπ Σλέιτ, κεντρικός χαρακτήρας της αφήγησης, είναι ένας άνθρωπος με βασανιστικές σεξουαλικές εμμονές, που επιλέγει συνειδητά την ασκητική απομόνωση και την παγερή αδιαφορία για τον ανθρώπινο κόσμο, (γνήσιος συνεχιστής του Σοπενάουερ), ο οποίος έχει πείσει τον εαυτό του ότι μπορεί να θεραπευτεί, ασπαζόμενος την κοσμοθεωρία του μεγάλου φιλοσόφου και διαμορφώνοντας τη ζωή του, βαδίζοντας στο μοναχικό δρόμο που εκείνος χάραξε.
Στο βιβλίο αυτό ο Γιάλομ δημιουργεί ένα εξαιρετικά πρωτότυπο είδος μυθοπλασίας, που συνδυάζει φιλοσοφικές ιδέες, ψυχιατρική και λογοτεχνία, παρακολουθώντας τόσο τους ασθενείς του στην ομαδική ψυχοθεραπεία, όσο και την βαθιά τραυματισμένη περίπτωση του πιο καταθλιπτικού φιλοσόφου που λέγεται Σοπενάουερ.




Το Κανάλι του Σουέζ εγκαινιάστηκε στις 17 Νοεμβρίου 1869, ενώνοντας τη Μεσόγειο με την Ερυθρά Θάλασσα. Ανεπισήμως, το πρώτο πλοίο είχε διέλθει περίπου δύο χρόνια νωρίτερα, στις 17 Φεβρουαρίου του 1867.
Οι εργασίες για τη διάνοιξη του καναλιού είχαν αρχίσει στις 25 Απριλίου του 1859. Η αιγυπτιακή κυβέρνηση ανέθεσε το έργο σε γαλλική εταιρία, επικεφαλής της οποίας ήταν ο μηχανικός και διπλωμάτης Φερντινάν Ντε Λεσέπς. Για την αποπεράτωσή του εργάστηκαν 1,5 εκατομμύριο Αιγύπτιοι, 125.000 εκ των οποίων έχασαν τη ζωή τους, κυρίως εξαιτίας της χολέρας. Η ολοκλήρωση του καναλιού, μήκους 163 χιλιομέτρων άλλαξε ριζικά το εμπόριο και τις μετακινήσεις, καθώς για να φτάσει κανείς από την Ευρώπη στην Ασία ακτοπλοϊκώς δεν χρειαζόταν πλέον να κάνει το γύρω της Αφρικής.null
Στις 26 Ιουλίου του 1956 ο αιγύπτιος πρόεδρος Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ προχώρησε στην εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ. Μία απόφαση που προκάλεσε διεθνή κατακραυγή και οδήγησε στον αποκαλούμενο Πόλεμο του Σουέζ, με τη συμμετοχή της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ. Ως αποτέλεσμα αυτού του πολέμου, το κανάλι παρέμεινε κλειστό για αρκετούς μήνες, ενώ ο ΟΗΕ αποδέχθηκε την αιγυπτιακή κυριαρχία. Μετά τον «πόλεμο των έξι ημερών» το 1967, το κανάλι έκλεισε και πάλι, έως τις 5 Ιουνίου του 1975.
Σήμερα, περίπου 15.000 πλοία διαπλέουν κάθε χρόνο το κανάλι του Σουέζ.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/








