
Καλημέρα!!


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Ο ανέραστος άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ούτε Άγιος,ούτε Επαναστάτης, ούτε Ελεύθερος!








Ο βορειοϊρλανδός Τζορτζ Μπεστ υπήρξε ο πρώτος πραγματικός σούπερ-σταρ του ποδοσφαίρου, αν συνεκτιμήσουμε τόσο την δράση του εντός των αγωνιστικών χώρων όσο και την εξωγηπεδική του ζωή, η οποία ήταν αυτή που του προκάλεσε ποικίλα αδιέξοδα και τον οδήγησε σε πρόωρο θάνατο. Ήταν αυτός που εισήγαγε την εικόνα του ποπ-σταρ στα γήπεδα με την πλούσια κόμη του (ανορθογραφία τότε για ποδοσφαιριστή στο νησί) και την εξωστρεφή και άστατη ζωή του που λάμβανε μεγάλη δημοσιότητα. Μεγαλούργησε την ίδια σχεδόν περίοδο με τους «Beatles» και εξ αυτού του λόγου του είχαν αποδώσει τον χαρακτηρισμό «Ο Πέμπτος Μπιτλ». Η λαμπρή ποδοσφαιρική καριέρα του συνοψίζεται στα 11 χρόνια που έμεινε στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (1963-1974). Δόξασε την φανέλα με το 7, θαυμάστηκε για τις ντρίμπλες και την ικανότητά του στο σκοράρισμα και λατρεύτηκε όχι μόνο από τους οπαδούς της ομάδας του αλλά και από ολόκληρο το βρετανικό ποδόσφαιρο.
Ο Τζορτζ Μπεστ γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1946 στο Μπέλφαστ της Βορείου Ιρλανδίας και ήταν το μεγαλύτερο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας Προτεσταντών. Ο πατέρας του ήταν μέλος του σκληροπυρηνικού Τάγματος της Οράγγης και η μητέρα του έβρισκε γιατρειά στο ποτό ένα κουσούρι που κληρονόμησε και στο γιο της.
Ο νεαρός Τζορτζ ξεκίνησε την αθλητική του διαδρομή από το ράγκμπι και στην συνέχεια μεταπήδησε στο ποδόσφαιρο. Ήταν υποστηρικτής της Γκλεντόραν, ομάδας του ανατολικού Μπέλφαστ, όπου μεγάλωσε και οπαδός της Γουλβς στην Αγγλία.
Ενώ ήταν ακόμα μαθητής, ένας τοπικός κυνηγός ταλέντων τον πρότεινε στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ χαρακτηρίζοντας τον ως «ποδοσφαιρική μεγαλοφυία». Σε ηλικία 15 ετών εντάχθηκε στην ομάδα των «μπέμπηδων» και δύο χρόνια αργότερα, το 1963, έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα. Από τους πρώτους αγώνες δημιούργησε αίσθηση με τις αέρινες ντρίμπλες του και τα απίθανα γκολ που σημείωνε. Μετά την φρικτή τραγωδία του Μονάχου, ο Μπεστ έμελλε να γίνει ο ποδοσφαιριστής που θα συγκέντρωνε πάνω του τις ελπίδες των οπαδών της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για την επιστροφή της ομάδας στην κορυφή της Αγγλίας και γιατί όχι της Ευρώπης.
Η προσμονή τους δεν κράτησε πολύ. Το 1965, οι «μπέμπηδες» αναδείχθηκαν πρωταθλητές Αγγλίας ύστερα από οκτώ χρόνια με μπροστάρη τον 22χρονο Μπεστ και δύο χρόνια αργότερα επανέλαβαν το κατόρθωμά τους. Το 1968, ήταν η μεγάλη χρονιά του Μπεστ, καθώς οδήγησε την Γιουνάιτεντ στην κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (νυν Τσάμπιονς Λιγκ), του πρώτου για αγγλική ομάδα, και παράλληλα αναδείχθηκε «Ευρωπαίος ποδοσφαιριστής της χρονιάς».
Με το νούμερο 7 στην φανέλα έπαιξε συνολικά σε 466 παιγνίδια, σημειώνοντας 178 γκολ, από το 1963 έως το 1974, οπότε έφυγε κακήν κακώς από την ομάδα. Η φήμη του είχε ξεπεράσει πλέον τον χώρο του ποδοσφαίρου και είχε γίνει ένα συνηθισμένο θέμα των βρετανικών ταμπλόιντ για τα ξενύχτια, τους έρωτές του και τις μεγάλες ποσότητες αλκοόλ που κατανάλωνε.
Την Πρωτοχρονιά του 1974, ο Μπεστ φόρεσε για τελευταία φορά με τη φανέλα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ήταν το ματς με την Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς στο «Λόφτους Ρόουντ», όπου η ομάδα του γνώρισε «βαριά» ήττα με 3-0. Τις επόμενες μέρες δεν παρουσιάστηκε στις προπονήσεις της ομάδας και ο προπονητής του Τόμι Ντόχερτι τον έθεσε οριστικά εκτός ομάδας.
Η κατηφόρα που είχε πάρει δεν είχε σταματημό. Συνελήφθη με την κατηγορία της κλοπής του διαβατηρίου, της γούνας και του μπλοκ επιταγών της Αμερικανίδας ηθοποιού, Μάρτζορι Γουάλας, αλλά απαλλάχθηκε των κατηγοριών. Το χειρότερο γι αυτόν ήταν στο τέλος εκείνης της περιόδου η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υποβιβάστηκε στην δεύτερη κατηγορία, γράφοντας μία «μαύρη σελίδα» στην ιστορία της.
Ο Μπεστ είχε σπαταλήσει το κολοσσιαίο ταλέντο του στην ηλικία των 28 ετών. Στην συνέχεια γύρισε σχεδόν όλη την υφήλιο, παίζοντας σε μικρές ομάδες της Μεγάλης Βρετανίας, της Ισπανίας, της Αυστραλίας, της Νότιας Αφρικής και των ΗΠΑ, έως το 1983, οπότε εγκατέλειψε οριστικά την ενεργό δράση. Τα χρόνια αυτά «πουλούσε] το ένδοξο όνομά του, αλλά στο γήπεδο ήταν ανύπαρκτος. Ό,τι χρήματα έβγαζε τα σπαταλούσε στα «…ποτό και τα ξενύχτια…» που σύμφωνα με το άσμα «έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια». Αυτό συνέβη και με τον Τζορτζ Μπεστ.
Η αυτοκαταστροφική του πορεία δεν είχε τελειωμό και το 2002 υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση ήπατος, αλλά μια σειρά λοιμώξεων που σχετίζονταν με την επέμβαση τον οδήγησαν στον θάνατο. Το μεσημέρι της 25ης Νοεμβρίου 2005, άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Κρόμγουελ» του Λονδίνου, σε ηλικία 59 ετών.
Ο Τζορτζ Μπεστ είχε κάνει δύο γάμους, Ο πρώτος με μοντέλο Άντζελα Μακντόναλντ, με την οποία απέκτησε ένα γιό, τον Κάλουμ Μπεστ (γ.1981), πρωταγωνιστή σε ριάλιτι και ο δεύτερος με ένα άλλο μοντέλο, την Άλεξ Πέρσεϊ που κατέληξε και αυτός σε διαζύγιο.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2159
© SanSimera.gr

«Ευτυχία δεν είναι να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις, αλλά να θέλεις πάντα αυτό που κάνεις»



Η ιστορία των τζιν ξεκίνησε πριν 148 χρόνια, όμως όλοι ξέρουν τον Levi Strauss και όχι τον Jacob David.
Στις 20 Μαϊου 1873 οι Levi Strauss και Jacob Davis κατοχύρωσαν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τη νέα μορφή «παντελονιών εργασίας». Πρόκειται για τα γνωστά μπλου τζην, τα οποία εδώ και 148 χρόνια έχουν γράψει την δική τους ιστορία.
Πως γράφτηκε όμως η ιστορία; Όλα ξεκίνησαν από τον Levi Strauss, τον Γερμανό που αποφάσισε να αφήσει την πατρίδα του το 1853 για τη Νέα Υόρκη και ένα καλύτερο επαγγελματικό μέλλον. Εκεί ήταν ο αδελφός του, ο οποίος διατηρούσε ένα κατάστημα με υφάσματα. Ξεκίνησε λοιπόν, να πουλάει ρούχα, ζώνες και μαντίλια, ωστόσο το πιο αξιόλογο προϊόν του ήταν το καραβόπανο.
Έπειτα από δύο χρόνια διαμονής στη Νέα Υόρκη ο Levi Strauss αποφάσισε να μετακομίσει στο Σαν Φρανσίσκο για να ανοίξει ένα υποκατάστημα της επιχείρησης που υπήρχε ήδη στη Νέα Υόρκη.
Εκείνη την περίοδο ο Levi Strauss γνωρίστηκε με ένα ράφτη τον Jacob Davis, ο οποίος ήταν πελάτης του, μιας και προμηθευόταν τα υφάσματά του. Η γνωριμία του με τον Davis έμελλε να αλλάξει όλη του την ζωή. Η ιδέα ήρθε από έναν χρυσωρύχο, ο οποίος εξέφρασε το παράπονό του ότι δεν υπάρχει ένα παντελόνι ανθεκτικό που να μην σκίζεται στην δύσκολη δουλειά που έκανε.
Το 1872 ο Davis έστειλε ένα γράμμα τον Strauss που του ανέλυε μια μέθοδο, με την οποία τα παντελόνια θα γίνονταν πιο ανθεκτικά για τους εργάτες των ορυχείων. Ο ράφτης είχε βρει μια πατέντα, σύμφωνα με την οποία πρόσθετε καρφάκια στις γωνίες από τις τσέπες των παντελονιών, που ήταν και το πιο εύθραυστο μέρος του τζιν.

Ο Davis δεν είχε τα χρήματα που χρειάζονταν για την απαραίτητη γραφειοκρατία κι έτσι ζήτησε από τον Strauss να τον βοηθήσει. Σαν αντάλλαγμα συμφώνησαν να αποκτήσουν μαζί το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την καινοτομία που θα πρόσφεραν τα νέα παντελόνια.
Ο Strauss έφερε τον Davis στην επιχείρησή του στο Σαν Φρανσίσκο για να επιβλέπει τις μονάδες παραγωγής των τζην. Στην αρχή απασχολούσαν μοδίστρες, αλλά το 1880 ο Strauss άνοιξε το δικό του εργοστάσιων παραγωγής μπλου τζην. Αρχικά τα παντελόνια ήταν μπεζ και είχαν τον κωδικό 501, αλλά επειδή λερώνονταν πολύ εύκολα, αποφάσισαν να τους δώσουν το σκούρο μπλε χρώμα.
Το 1886, το περίφημο λογότυπο των δύο αλόγων εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα δερμάτινα μπαλώματα των τζιν, το οποίο υποσχόταν δύναμη και αξιοπιστία στα ενδύματα. Μπαίνοντας στον 20ο αιώνα, εισήχθη η κόκκινη ταμπελίτσα Levi’s στην πίσω δεξιά τσέπη των παντελονιών. Αρχικά εμφανίστηκε γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όπου η Αμερική είχε καθιερωθεί ως παγκόσμια δύναμη.
Μέχρι το 1920 τα Levi’s ήταν τα ανδρικά παντελόνια με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στις ΗΠΑ. Με την πάροδο των χρόνων, η τρέλα για τα συγκεκριμένα τζην αυξήθηκε και το 1967 έγιναν πολιτιστικό σύμβολο σε όλο τον κόσμο