Όταν η πάμπτωχη Ελλάς πάλεψε την κρίση με όπλο τον τουρισμό (μέσα δεκαετίας 1930)

Η εκστρατεία της κυβέρνησης Τσαλδάρη για την προσέλξυση ξένων επισκεπτών. Το γιγάντιο πρόγραμμα αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς και των πανέμορφων τοπίων

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Οι έκτακτες υγειονομικές συνθήκες που επικράτησαν και στη χώρα μας και τα μέτρα που λήφθηκαν για την προστασία του κοινού, επηρέασαν αρνητικά και την τουριστική κίνηση πλήττοντας την εθνική οικονομία και μακρά σειρά επαγγελματιών. Οι προβλέψεις για την εφετινή κίνηση ήταν θαυμάσιες και τα τουριστικά πρακτορεία προέβλεπαν θεαματική άνοδο των αριθμών. Ωστόσο, τα πάντα ανατράπηκαν και οι επαγγελματίες ευελπιστούν πως σύντομα θα λήξει η πρωτοφανής περιπέτεια που τους έχει θέσει σε δοκιμασία. Με αφορμή τις εξελίξεις αυτές θα αναφερθούμε σε μία σημαντική σελίδα της ιστορίας του τουρισμού στη χώρα μας.

Το Πασαλιμάνι (1937).

Στα απόνερα της σφοδρής οικονομικής κρίσης των αρχών της δεκαετίας 1930, η Κυβέρνηση Τσαλδάρη θα υιοθετήσει το σύνθημα «Τουρισμός – Πολιτισμός», προκαλώντας ένα λίαν προσοδοφόρο και πολλαπλά ωφέλιμο τουριστικό κύμα στην Ελλάδα. Όταν ο τουρισμός, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, αποκτούσε τα χαρακτηριστικά ενός παγκόσμιου κοινωνικού φαινομένου, η πάμπτωχη Ελλάς προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της και να αφήσει πίσω της τις εθνικές περιπέτειες και την οικονομική ανέχεια που μάστιζε τον πληθυσμό. Χρησιμοποιώντας ως εργαλείο άσκησης πολιτικής τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ), ο οποίος είχε ιδρυθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1920, το ελληνικό κράτος ιδεολογικοποίησε τις δράσεις του. Έτσι, η Ελλάδα γίνεται πρωτοπόρος στο φαινόμενο το οποίο σήμερα θα αποκαλούσαμε «πολιτιστικό τουρισμό». Στην έλλειψη υποδομών απαντούσε με την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Στην αδυναμία επενδύσεων πρότασσε τα φυσικά της τοπία και τους πανέμορφους ελληνικούς τόπους. Το κύριο βάρος ρίχτηκε στην Αττική, στα νησιά και τις «Νεράιδες της Μακεδονίας», όπως αποκαλούσαν τις σημαντικότερες πόλεις του Bορρά (Θεσσαλονίκη, Νάουσα, Έδεσσα, Καστοριά κ.ά.). Με τις μικρές της δυνάμεις η χώρα εκπονούσε και υλοποιούσε ένα γιγαντιαίο –για τα δικά της μέτρα– πρόγραμμα που ξεκινούσε από την αποβάθρα του Περάματος, έφτανε στις πλαζ της Γλυφάδας και της Βουλιαγμένης για να καταλήξει στο μαγευτικό τοπίο του Σουνίου. Την περίσταση εκμεταλλεύονταν και οι Έλληνες, οι οποίοι την ίδια εποχή αναπτύσσουν το περίφημο κίνημα της «σκηνοπηγίας», όπως αποκαλούσαν τη δημιουργία πρόχειρων θερινών κατασκηνώσεων στα περίχωρα των Αθηνών.

Έδεσσα (φωτ. Fred. Boissonnas).

Ο «εξακροπολισμός»

Οι οργανωμένες προσπάθειες για προσέλκυση τουρισμού είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Η πρώτη υπηρεσία, το «Γραφείο Ξένων και Εκθέσεων» συστήθηκε ήδη το 1914, ενώ χρειάστηκαν περίπου 15 χρόνια για να ιδρυθεί ο ΕΟΤ. Παρά τις αδυναμίες του, το κράτος βελτίωνε τις υποτυπώδεις ξενοδοχειακές υποδομές και δημιουργούσε το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη και λειτουργία τους, προσπαθούσε να συνδέσει συγκοινωνιακά τους τουριστικούς προορισμούς με τις κοντινές μεγαλουπόλεις και να εξωραΐσει τις αρχαιολογικές περιοχές. Θεσμοί όπως η τουριστική αστυνομία και εκδόσεις ξενόγλωσσων τουριστικών οδηγών έβλεπαν το φως, ενώ δεκάδες εκδόσεις εντυπωσιασμένων ταξιδιωτών –κυρίως σε ευρωπαϊκές χώρες– διαφήμιζαν τη χώρα.

Άποψη της Θεσσαλονίκης με τον Λευκό Πύργο (φωτ. Fred. Boissonnas).

Το σχέδιο που υλοποιεί η Κυβέρνηση Τσαλδάρη στα μέσα της δεκαετίας του 1930 περιλαμβάνει την αξιοποίηση των κειμένων που σπεύδουν να γράψουν φιλόσοφοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι και πολιτικοί που επισκέπτονται την χώρα και ενθουσιάζονται από τα μνημεία της. Στις εντυπώσεις αυτές προστίθενται η λαογραφία και ο μεσογειακός τρόπος ζωής του ελληνικού λαού, το φαγητό και τα τοπικά προϊόντα. Οι σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της Ευρώπης γίνονται κήρυκες του ελληνικού πολιτισμού και της άφατης ομορφιάς τοπίου και μνημείων. Ο Γάλλος Ακαδημαϊκός Georges Duhamel (1884-1966) επισκέπτεται την Αθήνα και υπόσχεται: «Θα ξανάρθω ιερά γη! Θα ξανάρθω να ονειρευτώ αργότερα, εις τα ιερά σου χώματα»! Ο ίδιος θα εισάγει και τον «εξακροπολισμός» (s’ acropoliser) θέλοντας να δώσει με έντονο τρόπο τη μαγεία που ασκεί η Ακρόπολη στους επισκέπτες της. Στα ευρωπαϊκά έντυπα επανέρχεται στην επικαιρότητα η ρήση του Γάλλου ποιητή Jean Richepin (1849-1926): «Όταν η γη θα ξεψυχά στο διάστημα η τελευταία λέξη της θα είναι: Αθήνα!».

Το Μόντε Κάρλο στο Κεφαλάρι!

Το θαλάσσιο μέτωπο της πρωτεύουσας, από το Φάληρο έως τη Βάρκιζα, δέχεται τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες καλλωπισμού του, ώστε να είναι προσιτό στους επισκέπτες. Επίσης ευπρεπίζεται το λιμάνι του Πειραιά για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης αποβίβασης των τουριστών και απομακρύνονται τα περιθωριακά στοιχεία που αποτελούσαν όνειδος για τη χώρα, αφού συγκεντρώνονταν στο λιμάνι και γύρω από τους αρχαιολογικούς χώρους. Από το εστιατόριο του Τσελεμεντέ μέχρι το περίφημο «Ακταίον» σταθμεύουν αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που έχουν επιστρατευθεί για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών. Το ενδιαφέρον στρέφεται και σε περιοχές όπως η Κηφισιά και η Πεντέλη, με την δημιουργία ελκυστικών τουριστικών περιπτέρων, όπως το Στροφύλι. Έφθαναν στο σημείο να σχεδιάζουν πισίνα στο Κεφαλάρι, η οποία θα καλείτο να ανταγωνιστεί εκείνες της Ριβιέρας και του Μόντε Κάρλο!

Η χώρα χωρίζεται σε 5 τουριστικές περιφέρειες, όπου στη μεγαλύτερη πόλη της κάθε περιφέρειας εδρεύει η Επιτροπή Τουρισμού. Συγκαλούνται τοπικά συνέδρια στα οποία συζητούνται όλα τα εκκρεμή τουριστικά ζητήματα. Ξεκινά η δημιουργία ξενώνων στην Πεντέλη, το Σούνιο, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Υιοθετούνται ευρωπαϊκές διατάξεις για τους θορύβους στις πόλεις. Περιορίζονται δραστικά ο ανατριχιαστικός θόρυβος των τραμ στις ράγες, τα κλάξον, οι ρομβίες και τα γραμμόφωνα των πλανόδιων μουσικών.

Την ίδια εποχή ο ελληνικός λαός αδυνατώντας βεβαίως να ξοδέψει χρήματα για θερινές διακοπές, αναπτύσσει το περίφημο κίνημα της σκηνοπηγίας. Έστηναν τις σκηνές τους «εις την άβυσσον των Πεύκων του δάσους Μελίσσια» ή στις απόμερες παραλίες! Ήταν οι προπομποί των γνωστών μας κατασκηνώσεων, οι οποίες είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να εμφανίζονται από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τον Αύγουστο 1936, με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά σχεδόν τα πάντα άλλαξαν. Ο ΕΟΤ καταργήθηκε για να επανιδρυθεί περίπου μία 25ετία αργότερα (1950), ο τουρισμός τέθηκε υπό αυστηρότατο έλεγχο και άρχιζε μια νέα περίοδος για την τουριστική μας ιστορία.

Είναι μαγεία το δειλι!
Όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης: «Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σω- παίνεις. Δε λες: Αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!»

Από το βιβλίο: θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις του Κ Μπερτσιά

Η διεθνής σημασία και οι συνέπειες της Ελληνικής Επανάστασης


Οι συνέπειες της Ελληνικής Επανάστασης με πιο διαχρονικό χαρακτήρα είναι τρεις και άπτονται σημαντικών καινοφανών διεθνών ζητημάτων, με κανονιστική (normative) διάσταση, τα οποία έμελλε να απασχολούν τη διεθνή κοινότητα από τότε μέχρι σήμερα.

Η σημασία της Ελληνικής Επανάστασης είναι αδιαμφισβήτητη, καταρχήν για τους Έλληνες, με την Ελλάδα να συγκροτείται ως κράτος για πρώτη φορά στην ιστορία, αλλά αποτελεί και μέγιστης σημασίας ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γεγονός με μεγάλο αντίκτυπο, σε μια εποχή που η Ευρώπη ήταν το κέντρο του κόσμου.

Τις διεθνείς συνέπειες της Ελληνικής Επανάστασης και της ελληνικής ανεξαρτησίας θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σε τέσσερα επίπεδα: (1) σε αυτές που άπτονται του διεθνούς συστήματος των μεγάλων δυνάμεων, (2) σε αυτές που αφορούν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, (3) σε σχέση με τα άλλα έθνη και τον εθνικισμό στα Βαλκάνια, και (4) στις συνέπειες με διαχρονικό χαρακτήρα που αφορούν διεθνείς κανόνες και αρχές.
Η Ελληνική Επανάσταση και το αποτέλεσμα της έφεραν στο προσκήνιο και το Ανατολικό Ζήτημα όσο ποτέ μέχρι τότε, σαν ένα δυσεπίλυτο διεθνές πρόβλημα

Στα πλαίσια του Συστήματος των Συνεδρίων (των πέντε μεγάλων δυνάμεων), που μετά μετεξελίχθηκε στο πιο χαλαρό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Concert of Europe), καθώς και στο πλαίσιο της Ιεράς Συμμαχίας (των τριών συντηρητικών μεγάλων δυνάμεων) o στόχος ήταν, την επαύριον των Ναπολεόντειων Πολέμων, η επιβολή της διεθνούς τάξης, κατά κύριο λόγο με το να προστατευθούν τα κυρίαρχα ευρωπαϊκά κράτη και τα καθεστώτα τους από εξεγέρσεις κάθε λογής, εν ανάγκη και με τη χρήση ένοπλης βίας. Η Ελληνική Επανάσταση ήρθε να αμφισβητήσει αυτό το σκεπτικό της ευρωπαϊκής διεθνούς τάξης που στηριζόταν στην ισορροπία ισχύος των πέντε μεγάλων δυνάμεων.

Η Ελληνική Επανάσταση και το αποτέλεσμα της έφεραν στο προσκήνιο και το Ανατολικό Ζήτημα όσο ποτέ μέχρι τότε, σαν ένα δυσεπίλυτο διεθνές πρόβλημα, και ένας «μεγάλος πονοκέφαλος» για τις μεγάλες δυνάμεις, δηλαδή της τύχης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (του «Μεγάλου Ασθενούς») και των τμημάτων της, αν και όταν θα διαλυόταν.
Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία συνεπειών, για την Οθωμανική Αυτοκρατορία η Ελληνική Επανάσταση-ανεξαρτησία υπήρξε γεγονός ορόσημο. Και αυτό γιατί ήταν η πρώτη φορά που η Οθωμανική Αυτοκρατορία υφίστατο στρατιωτική ήττα και απώλεια εδάφους στα Βαλκάνια που ήταν οι παλιότερες κτήσεις της στην Ευρώπη (από το δεύτερο ήμισυ του 14ου αιώνα). Επιπλέον αυτό υπήρξε το πρώτο ρήγμα στη νομιμοποίηση της οθωμανικής εξουσίας στην νοτιοανατολική Ευρώπη και έδειχνε ότι οι εθνικιστικές ιδέες δεν ήταν, όπως πίστευαν μέχρι τότε οι Οθωμανοί ιθύνοντες, απλώς «απόμακρες παραξενιές της Γαλλικής Επανάστασης», αλλά διέθεταν απήχηση και ισχύ. Επίσης έχει υποστηριχθεί από Τούρκους οθωμανολόγους ότι οι μεταρρυθμίσεις Τανζιμάτ, από το 1839 και μετά, ήταν στην ουσία αποτέλεσμα της ελληνικής ανεξαρτησίας και αυτό γιατί μέχρι την έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε δώσει δείγματα ότι επέκειντο τέτοιες σαρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Σε ότι αφορά τα άλλα έθνη και τον εθνικισμό στα Βαλκάνια, η ελληνική περίπτωση ήταν πηγή έμπνευσης και υπόδειγμα για τα άλλα εν δυνάμει έθνη της περιοχής, και κατά κύριο λόγο για τους Σέρβους (που δεν είχαν κερδίσει ανεξαρτησία, αλλά αυτονομία), τους Μαυροβούνιους, τους Ρουμάνους, τους Βούλγαρους, και αργότερα τους Αλβανούς και τους Αρμένιους και τέλος, μετά από εκατό χρόνια, και τους Τούρκους. Για την ακρίβεια η Ελληνική Επανάσταση, η ανεξαρτησία και ο ελληνικός αλυτρωτισμός επηρέασαν τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, αλλά υπήρξαν και αντίδραση στον ελληνικό εθνικισμό και αλυτρωτισμό που εκλήφθηκαν ως απειλή γι΄αυτά τα νέα έθνη. Και η εξωτερική απειλή από άλλους εθνικισμούς είναι κατεξοχήν κίνητρο για την έλευση ενός νέου εθνικισμού, στη βάση και της γνωστής ρήσης του Georg Simmel και του Lewis Coser, ότι η εξωτερική απειλή δημιουργεί εσωτερική συνοχή. Μία από τις θετικές πλευρές της Ελληνικής Επανάστασης και του ελληνικού κράτους που προέκυψε και που έκανε να λειτουργεί σαν πρότυπο στην περιοχή ήταν και ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του και οι φιλελεύθεροι δημοκρατικοί του θεσμοί.

Οι συνέπειες της Ελληνικής Επανάστασης με πιο διαχρονικό χαρακτήρα είναι τρεις και άπτονται σημαντικών καινοφανών διεθνών ζητημάτων, με κανονιστική (normative) διάσταση, τα οποία έμελλε να απασχολούν τη διεθνή κοινότητα από τότε μέχρι σήμερα. Η μία είναι η νέα αρχή-δόγμα της ανθρωπιστικής επέμβασης, η δεύτερη η νέα αρχή των εθνοτήτων, και η τρίτη η έμπρακτη υποστήριξη σε αποσχιστικά (απελευθερωτικά) κινήματα.
Η επέμβαση των τριών από τις πέντε Μεγάλες Δυνάμεις – της Βρετανίας, τη Γαλλίας και της Ρωσίας – στην Ελληνική Επανάσταση, το Ναβαρίνο, το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα και ο Ρωσο-Οθωμανικός Πόλεμος του 1828-29 συνέβαλαν καθοριστικά ώστε, λίγα χρόνια μετά, να διατυπωθεί η νέα ιδέα-δόγμα της ανθρωπιστικής επέμβασης, με μοναδικό σημείο αναφοράς το ελληνικό παράδειγμα. Η ανθρωπιστική επέμβαση που έγινε δημοφιλής στο διεθνές δίκαιο, από το 1830 μέχρι τη δεκαετία του 1930 (με δύο στους τρεις νομικούς διεθνολόγους να την υποστηρίζουν), ήταν ιδέα του Henry Wheaton, του πατέρα του διεθνούς δικαίου στις ΗΠΑ, ο οποίος την συνέλαβε, το 1836 (στη πραγματεία του για το διεθνές δίκαιο), εμπνευσμένος από την ελληνική περίπτωση. Κατά τον Wheaton:
Η παρέμβαση των χριστιανικών δυνάμεων της Ευρώπης υπέρ των Ελλήνων, οι οποίοι, αφού υπέφεραν αιώνες βάναυσης καταπίεσης, αποτίναξαν τον τουρκικό ζυγό, αποτελεί ένα περαιτέρω παράδειγμα των αρχών του διεθνούς δικαίου που νομιμοποιεί μια τέτοια παρέμβαση, όχι μόνο εκεί όπου τα συμφέροντα και η ασφάλεια των άλλων δυνάμεων θίγονται άμεσα από τις εσωτερικές ενέργειες ενός συγκεκριμένου κράτους, αλλά όπου τα γενικά συμφέροντα της ανθρωπότητας παραβιάζονται από τις
θηριωδίες μιας βάρβαρης και δεσποτικής κυβέρνησης.

Η ένοπλη και άλλη έμπρακτη (διπλωματική και απτή) επέμβαση υπέρ των Ελλήνων κυριολεκτικά γέννησαν την έννοια της ανθρωπιστικής επέμβασης προκειμένου να σωθούν ανθρώπινες ζωές, σε περιπτώσεις που υπάρχουν «αποτρόπαιες για την ανθρωπότητα πράξεις», κατά την έκφραση του John Stuart Mill, ο οποίος αναφέρει την ελληνική περίπτωση. Κατά έναν υπολογισμό που έχω κάνει ανατρέχοντας στα έργα διαπρεπών νομικών διεθνολόγων από το 1836 μέχρι το 1939, πολλοί που ασχολούνται με την ανθρωπιστική επέμβαση αναφέρονται στη ελληνική περίπτωση ως την πρώτη παγκοσμίως. Το ενδιαφέρον δε είναι ότι σε αυτούς περιλαμβάνονται και νομικοί που ενώ τάσσονται κατά της όλης ιδέας της ανθρωπιστικής επέμβαση εντούτοις εκθειάζουν την επέμβαση υπέρ των Ελλήνων ως αναγκαία και ως δείγμα αμέριστους διεθνούς ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος. Στη συνέχεια από το 1945 μέχρι σήμερα τα περισσότερα έργα που ασχολούνται με την ανθρωπιστική επέμβαση αναφέρουν ως πρώτη ιστορικά την ελληνική περίπτωση.
Κυκλοφορούσε τότε και η νέα αρχή των εθνοτήτων (μετέπειτα γνωστή ως εθνική αυτοδιάθεση), η κανονιστική πλευρά του εθνικισμού, η οποία πρεσβεύει ότι κάθε έθνος πρέπει, αν το θέλει, να αντιστοιχεί προς ένα κράτος, να είναι «εθνικό κράτος» («έθνος-κράτος» με τη στενή έννοια τους όρου). Η αρχή αυτή είχε εμφανιστεί με την Αμερικανική Επανάσταση και τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά το περιεχόμενο της παρέμενε νεφελώδες, με την όλη ιδέα σε νηπιακή ηλικία, χωρίς πολλούς υποστηρικτές πριν το 1848, το «Έτος των Επαναστάσεων» (ή «Άνοιξη των Εθνών»)· μόλις είχε διατυπωθεί ως ιδέα για το μέλλον από τον Johann Gottfried Herder, τον Johann Gottlieb Fichte, τον Jeremy Bentham και ορισμένους άλλους. Στο διεθνές διπλωματικό επίπεδο αγνοείτο ή απορριπτόταν, ειδικά μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, από τις κυρίαρχες πέντε μεγάλες δυνάμεις, οι οποίες θεωρούσαν κάθε μορφή εξέγερσης, είτε για συνταγματική δημοκρατική διακυβέρνηση, είτε για ανεξαρτησία παράνομη, ανεπίτρεπτη ανταρσία κατά την νόμιμης εξουσίας. Όσο για τυχόν εθνική εξέγερση από μειοψηφίες στη βάση αυτής της νέας επαναστατικής αρχής, θεωρείτο ανήκουστη ειδικά από τις μεγάλες δυνάμεις.
Παρά ταύτα η ναυαρχίδα της ελληνικής επιχειρηματολογίας έναντι των μεγάλων δυνάμεων για να τους κάμψουν ήταν ακριβώς ότι η δική τους περίπτωση διέφερε από τις εξεγέρσεις στην ιταλική και ιβηρική χερσόνησο (1820-1821) γιατί δεν επεδίωκαν την ανατροπή του καθεστώτος και τη διασάλευση της τάξης, αλλά την αποτίναξη ενός «ξένου μη νομιμοποιημένου ζυγού» από «βάρβαρους Μουσουλμάνους/Τούρκους».
Με αυτά τα δεδομένα η ελληνική περίπτωση υπήρξε η πρώτη επιτυχής εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων, ο πρώτος εθνικός αποσχιστικός εθνικισμός με τη στενή έννοια του όρου. Όλες οι άλλες ανεξαρτησίες μετά από ένοπλο αγώνα, όπως αυτές στην Βόρεια και Νότια Αμερική δεν ήταν από έθνη που αγωνιζόντουσαν για την ελευθερία τους, αλλά από εποίκους κατά της «άσπλαχνης μητέρας πατρίδας» τους. Η δε περίπτωση της Αϊτής (Αϊτινή Επανάσταση, 1791-1804) ήταν ένας ηρωικός αγώνας πρώην Αφρικανών δούλων, όχι ένα έθνος που κέρδισε την ανεξαρτησία τους. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση της Σερβικής Επανάστασης (1804-1813, 1815-1817), με την οποία κέρδισαν αυτονομία το 1830, ωστόσο πριν από τη δεκαετία του 1840 το εθνικό αίσθημα των Σέρβων ήταν πολύ περιορισμένο και σχεδόν ανύπαρκτο. Όσο για το Βέλγιο (Βελγική Επανάσταση του 1830) επρόκειτο για ανεξαρτησία δυο εν δυνάμει εθνών, των Φλαμανδών και των Βαλλόνων, σε μια κοινή τους συμμαχία που δεν δημιούργησε ένα εθνικό κράτος ή έθνος-κράτος ούτε τότε ούτε ποτέ στο μέλλον.
Τέλος, είναι η όλη συζήτηση για την έμπρακτη βοήθεια σε απελευθερωτικά κινήματα τα οποία έχουν υποστεί καταπίεση ή και σφαγές, τα οποία παρά τον ηρωικό τους ένοπλο αγώνα, δυσκολεύονται να αποκτήσουν μόνα τους την ανεξαρτησία τους χωρίς έμπρακτη ξένη παρέμβαση, μεσολαβητική ή ένοπλη. Τη βοήθεια σε τέτοια δίκαια κινήματα απελευθέρωσης, ακόμη και την ένοπλη επέμβαση, την είχαν υποστηρίξει, κατά τον 19ο αιώνα, ορισμένοι φιλελεύθεροι νομικοί διεθνολόγοι, κυρίως Ιταλοί, καθώς επίσης ο Giuseppe Mazzini και ο John Stuart Mill.
Συνεπώς δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η Ελληνική Επανάσταση, όπως διεξήχθη, με την επέμβαση των τριών μεγάλων δυνάμεων και την έκβαση της, την ελληνική ανεξαρτησία, κατέστησε την ελληνική περίπτωση την πρώτη διδάξασα παγκοσμίως και στα τρία αυτά διεθνή ζητήματα. Τα τρία αυτά ζητήματα αποτελούν σήμερα και για το μέλλον περίπλοκα και δυσεπίλυτα διεθνή προβλήματα, με αντικρουόμενες θέσεις στη θεωρία και στην πράξη της διεθνούς πολιτικής, των κανονιστικών διεθνών σχέσεων και του διεθνούς δικαίου. Και τα τρία επιχειρούν να δώσουν πειστικές, αξιακές και αποτελεσματικές απαντήσεις σε πρόβλημα που άπτονται της διεθνούς ειρήνης, της διεθνούς δικαιοσύνης και της διεθνούς ηθικής.

Αλέξης Ηρακλείδης
23 Μαΐου 2021

Πηγή: https://www.news247.gr/