
Βαρδούσια 2014


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Σύμφωνα με τον Ιπποκράτη, κάθε ασθένεια και νόσος ξεκινά πρώτα από την ψυχή και στην συνέχεια καταλήγει στο σώμα. Κάπου εκεί ξεκινά και ο ορισμός του ψυχοσωματικού συμπτώματος. Με βάση αυτό, ο Ιπποκράτης συνήθιζε να τονίζει την σπουδαιότητα της θεραπείας πρώτα της ψυχής και κατ’ επέκταση του σώματος. Στις μέρες μας τείνουμε να αγνοούμε ή να υποβαθμίζουμε τη μεγάλη δύναμη του να έχουμε επίγνωση της ψυχικής μας κατάστασης, των συναισθημάτων και σκέψεών μας, οι οποίες προέρχονται από αυτήν, και κυρίως το πώς επηρεάζουν τη σωματική μας υγεία.
Σύμφωνα με έρευνες, ορισμένα ήδη ψυχοσωματικών συμπτωμάτων αποτελούν διαγνωσμένες ασθένειες. Συνήθως σχετίζονται με το άγχος και άλλες στρεσογόνες ψυχικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα όμως πώς εκφράζεται στο σώμα ο ψυχικός πόνος;
– Ο πόνος στη μέση υποδηλώνει πολλά βάρη στη ζωή του ατόμου. Ένα άτομο με ευθύνες και πολλές υποχρεώσεις συνήθως εκδηλώνει ενοχλήσεις στην πλάτη και τη μέση. Ο πόνος στην πλάτη συγκεκριμένα έχει να κάνει με ζητήματα και άγχη οικονομικού χαρακτήρα, καθώς και με την έλλειψη στήριξης από το περιβάλλον.
– Οι στομαχικές και εντερικές ενοχλήσεις συνήθως έχουν να κάνουν με το φόβο, την έλλειψη αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης. Άτομα με ανασφάλεια παρουσιάζουν συχνά πόνους στην κοιλιακή χώρα.
– Πονοκέφαλος. Ο πόνος στο κεφάλι συνδέεται με την επιμονή, την αυστηρότητα και την ανάγκη για έλεγχο. Συνήθως τα άτομα που υποφέρουν από συχνούς πονοκεφάλους είναι τελειομανείς, απαιτητικοί με τους άλλους αλλά κυρίως με τον εαυτό τους.
– Άνθρωποι με πόνους στις αρθρώσεις και κυρίως στα γόνατα, είναι «δύσκαμπτοι» και περήφανοι. Αυτά τα άτομα είναι συνήθως ισχυρογνώμονες και όχι τόσο διαλλακτικοί σαν χαρακτήρες.
Πηγή: εναλλακτική δράση

«Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του», Πλάτων
«Στον καθένα υπάρχουν τρεις αρετές: Η σύνεση, η δύναμη και η καλή τύχη», Ίων ο Χίος

Η επέτειος πενήντα χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου προσφέρεται ως ευκαιρία για αναστοχασμό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η σημερινή πραγματικότητα είναι σε κάποιο, μάλλον όχι ασήμαντο, βαθμό προϊόν και της δικτατορίας. Ποιες όμως ήταν οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της για τη χώρα μας; Σε τι θα διέφερε η Ελλάδα σήμερα εάν δεν είχε γίνει το πραξικόπημα τότε; Τι ακριβώς μας κληροδότησε; Τι κουβαλάμε πάνω μας απ’ αυτό το ιστορικό παρελθόν; Πρόκειται προφανώς για δύσκολα και μάλλον αναπάντητα ερωτήματα, που δεν μπορούμε όμως και δεν πρέπει να αποφεύγουμε. Για να συζητηθούν άλλωστε αυτά και πολλά άλλα, οργανώθηκε αυτό το Σαββατοκύριακο ένα ιστορικό συνέδριο στο Ιδρυμα Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου.
Η 21η Απριλίου κατέχει κομβική θέση στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Υπήρξε το τελευταίο στρατιωτικό κίνημα που πέτυχε να ανατρέψει μια εκλεγμένη κυβέρνηση και να την αντικαταστήσει με μια στρατιωτική «χούντα», όπως επικράτησε να αποκαλείται κατά τη λατινοαμερικανική πρακτική. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1973 στην Κύπρο υπήρξε και θνησιγενές και άμεσα απότοκο του ελληνικού. Από την άποψη αυτή, μπορούμε να μιλάμε για μια ιστορική καμπή στην Ευρώπη, μετά την οποία το πραξικόπημα ως πολιτική πρακτική μπαίνει στη ναφθαλίνη.
Επιχειρώντας να προσεγγίσω τη «μεγάλη εικόνα» πενήντα χρόνια μετά, θα εντόπιζα δύο μεγάλα παράδοξα. Πρώτο, πως μολονότι προερχόμενοι από τους κόλπους της σκληροπυρηνικής Δεξιάς, οι πραξικοπηματίες συνέβαλαν τελικά στον πλήρη εκδημοκρατισμό της Δεξιάς και διαμέσου αυτής και της χώρας. Δίχως τον Απρίλιο του ’67 δεν θα είχε υπάρξει ο Ιούλιος του ’74. Δεύτερο, αν και επιχείρησαν να κρατήσουν την κοινωνία στάσιμη, να την παγώσουν δηλαδή, συνέβαλαν τελικά με έμμεσο τρόπο στον ραγδαίο αξιακό και πολιτισμικό εκσυγχρονισμό της. Ιδωμένη λοιπόν από την οπτική του παρόντος, η δικτατορία είτε δεν εμπόδισε τον πολιτικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας είτε τον υποβοήθησε, χωρίς βέβαια να επιδιώκει κάτι τέτοιο.
Το πραξικόπημα περιγράφεται συχνά ως μια απόπειρα των σκληροπυρηνικών στοιχείων της Δεξιάς να διακόψουν την επίπονη πορεία της μετεμφυλιακής Ελλάδας προς την υιοθέτηση ενός σύγχρονου δημοκρατικού μοντέλου. Υπήρχε όμως εναλλακτική διαδρομή και ποια θα ήταν αυτή; Μια πειστική αντίληψη διαβλέπει στην αδυναμία των πολιτικών ελίτ να λειτουργήσουν συναινετικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 το βασικό αίτιο της εκτροπής. Στη λογική αυτή, ο ομαλός εκδημοκρατισμός ήταν ανέφικτος την εποχή εκείνη για μια σειρά λόγων και, επομένως, το πραξικόπημα ήταν αναπόφευκτο, αλλά επίσης συνιστούσε εκ των πραγμάτων τον πιο πιθανό δρόμο προς τη δημοκρατία. Ομως, η διεθνής εμπειρία προσφέρει αρκετά παραδείγματα χωρών που εκδημοκρατίστηκαν σταδιακά, δίχως πραξικοπηματικές εκτροπές. Από την άλλη, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα τελικά οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου, που κατέστησε δυνατή μια ριζική και άμεση λύση του «δημοκρατικού προβλήματος» της χώρας, δημιουργώντας ένα βαθύ και ανυπέρβλητο ρήγμα ανάμεσα στην ακραία και στη μετριοπαθή Δεξιά, χωρίς το οποίο η πορεία προς τον εκδημοκρατισμό θα ήταν πολύ πιο δύσκολη και προβληματική. Χωρίς το σοκ του Ιουλίου ’74 δύσκολα θα είχαμε την καθαρή λύση του πολιτειακού και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974, αποφάσεις που παρέμεναν στον χώρο της φαντασίας μόλις δέκα χρόνια πριν.
Ενα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα που σχετίζονται με την ερμηνεία και την αποτίμηση της δικτατορίας είναι το θέμα της λαϊκής αποδοχής της. Δεν υπάρχουν ασφαλείς δείκτες για να μετρηθεί, όμως αρκετοί αντικειμενικοί παρατηρητές της εποχής κάνουν λόγο για μια επιφανειακή μεν αλλά πλατιά αποδοχή. Πράγματι, η δικτατορία ταυτίστηκε με μια εποχή μεγάλης οικονομικής ανόδου και αισιοδοξίας, με την κορύφωση ουσιαστικά του μεταπολεμικού ελληνικού οικονομικού θαύματος. Η χώρα αστικοποιήθηκε, η οικοδομική δραστηριότητα γνώρισε δόξες, το οδικό δίκτυο επεκτάθηκε, ο εξηλεκτρισμός της χώρας ολοκληρώθηκε και πραγματοποιήθηκαν μεγάλης κλίμακας ξένες επενδύσεις. Παρά τις αυταρχικές πρακτικές του καθεστώτος, πολλές τέχνες άνθησαν και η νεολαία προσέγγισε μαζικά τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης, κατανάλωσης και ζωής. Η κοινωνία του 1974 μικρή σχέση είχε με αυτή του 1964.
Η διαδικασία κοινωνικού εκσυγχρονισμού είχε, βέβαια, ξεκινήσει πριν από τη δικτατορία, αλλά εκείνη την επιτάχυνε γνωρίζοντας πως η αποδοχή της εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική ανάπτυξη και ενισχύοντας την τάση των ανθρώπων για αναζήτηση της ευτυχίας στην ιδιωτική σφαίρα. Οπως όμως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές, η νέα μεσαία τάξη που αναδύθηκε την περίοδο εκείνη απαίτησε, όταν ήρθε η στιγμή, τον απογαλακτισμό της από το καθεστώς που την ανέδειξε. Και ίσως για τον λόγο αυτό, όταν τον πέτυχε, να θέλησε να ξεχάσει την εποχή αυτή αποποιούμενη κάθε ευθύνη και συνενοχή.
Η δικτατορία ξεπεράστηκε εύκολα και γρήγορα. Ισως γιατί υπήρξε ένα μικρό διάλειμμα δίχως μεγάλη σημασία. Ισως γιατί μας θυμίζει κάποιες ενοχλητικές πτυχές της Ιστορίας που προτιμάμε να βάζουμε στην άκρη. Ισως πάλι, γιατί χωρίς αυτήν, ο πολιτικός και κοινωνικός εκσυγχρονισμός της χώρας να είχε απαιτήσει πολύ πιο μακρόχρονες και επίπονες διαδικασίες. Η δικτατορία είναι σαν ένα από αυτά τα μεγάλα παλιά έπιπλα που δεσπόζουν σε ένα δωμάτιο τόσο πολύ που δεν τα παρατηρούμε ποτέ.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Φτιάχνεται η κερκόπορτα!







Στην Ελλάδα λέμε -και όχι άδικα- πως «ό,τι δηλώσεις είσαι».
Μπορεί να είμαστε ποσοτικά πρωταθλητές στην προσποίηση, αλλά αυτοί που έχουν ποιοτικά την πρωτιά είναι, χωρίς αμφιβολία, οι Ισπανοί. Ένας από τους δικούς τους πιο σημαντικούς εθνικούς ήρωες, ο Ενρίκ Μάρκο, δεν είναι παρά μια μεγάλη, πολύ καλοστημένη απάτη.
Αφορμή για μένα να μάθω για την ιστορία αποτέλεσε το βιβλίο «ο Απατεώνας», του Χαβιέ Θέρκας, το οποίο μου δάνεισε -σπάνια χειρονομία αυτή- ένας φίλος. Ο Θέρκας έπαθε ακριβώς το ίδιο πράγμα με μένα όταν έμαθε για τον Μάρκο, απιστευτότητα λέγεται, και αποφάσισε να περάσει μερικά χρόνια από τη ζωή του γράφοντας την πραγματική ιστορία του.
Κι αυτό διότι η ζωή του Ενρίκ Μάρκο είναι -ζει ακόμη, αν και υπέργηρος- ένα ατελείωτο πλέγμα από ψέματα και κατασκευές.
Αρχικά ως ένας αναρχικός που πήρε ενεργά μέρος ως έφηβος στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, όπου υποτίθεται ότι τραυματίστηκε. Κατα δεύτερον ως επιζήσας του Μαουτχάουζεν. Του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης στη βόρεια Αυστρία, στο οποίο κατέληξαν -μεταφορικά και κυριολεκτικά- περισσότεροι από 9.000 Ισπανοί. Από αυτούς, επέζησαν οι 2,335. Ανάμεσα σ’ αυτούς υποτίθεται ότι ήταν και ο Μάρκο.
Άσχετο που κανείς από τους άλλους επιζήσαντες δεν τον θυμόταν.
Ο Μάρκο επί μια δεκαετία διατέλεσε πρόεδρος της ένωσης των Ισπανών που επέζησαν από το Μαουτχάουζεν, του Amical de Mauthausen. Έδινε συνεντεύξεις, έγραψε δύο αυτοβιογραφίες, φιλοξενήθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά και πήρε πολλά βραβεία.
Όλα αυτά μέχρι το 2002, όταν ένας επίμονος και πιθανώς ψυχαναγκαστικός ιστορικός, ο Μπενίτο Μπαρμέχο, παρατήρησε κάποιες ανακολουθίες στην ιστορία του Μάρκο.
Ο Μπαρμέχο συνάντησε τον Μάρκο σε ένα συνέδριο και η λεπτομέρεια που του κέντρισε το ενδιαφέρον ήταν ο ισχυρισμός του Μάρκο ότι πέρασε από το Φλόσενμπουργκ, ένα στρατόπεδο στη Βαυαρία, από το οποίο δεν είχε περάσει στην πραγματικότητα κανένας Ισπανός.
Ο Μπαρμέχο, ειδικός στην ιστορία των Ισπανών εκτοπισμένων, ξεκίνησε να «σκαλίζει» την ιστορία του Μάρκο, λίγο πριν ο δεύτερος παραβρεθεί σε βράβευση στο Μαουτχάουζεν μαζί με τον τότε Ισπανό πρωθυπουργό, Χοσέ Λουίς Ροντρίγκες Θαπατέρο.
«Στην αρχή ήταν η περιέργεια που με έσπρωξε, μετά το ενδιαφέρον και μετά μπλέχτηκα», έχει πει ο Μπαρμέχο.
Όταν πήρε συνέντευξη από τον Μάρκο, παρατήρησε ότι κάθε φορά που εκείνος του μιλούσε για τα γεγονότα, η εκδοχή άλλαζε. Επίσης ο Μάρκο δεν ήθελε να μιλήσει κατ’ ιδίαν με λεπτομέρειες για την παραμονή του στο στρατόπεδο.
Αντιθέτως, στις δημόσιες ομιλίες του, ήταν τόσο παραστατικός για τον τρόμο του Φλόσενμπουργκ, που το 2005 πολλά μέλη του ισπανικού Κοινοβουλίου έβαλαν τα κλάματα κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας του…
Ο επίμονος Μπαρμέχο άρχισε να πιάνει το νήμα από την αρχή. Από ένα γράμμα της υπηρεσίας στράτευσης της Καταλονίας, που αναζητούσε τον Μάρκο το 1943 για να καταταγεί. Ο Μάρκο δεν παρουσιάστηκε και αποδείχθηκε ότι εργαζόταν εκείνη την εποχή σε ένα ναυπηγείο στο Κίελο της Γερμανίας, στο οποίο είχε πάει εθελοντικά.
Όπως κατεφάνη, όχι μόνο δεν πολεμούσε παράνομα το φασισμό, όπως ο ίδιος είχε πει, αλλά αποτελούσε και μέρος της συμφωνίας των Ναζί με τους Ισπανούς να στείλουν οι δεύτεροι 20.000 εργάτες στη Γερμανία ως αντιστάθμισμα της βοήθειας που είχε δώσει ο Χίτλερ στον Φράνκο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου.
«Συνεπώς τώρα ξέραμε ότι όχι μόνο δεν ήταν εκτοπισμένος, αλλά πήγε στη Γερμανία εθελοντικά», είπε ο Μπαρμέχο στο BBC. «Κάτι δεν πήγαινε καλά σε όλη αυτήν την ιστορία»…
Όντως.
Ο Μάρκο φυλακίστηκε πράγματι στο Κίελο για ένα πολύ μικρό διάστημα, αλλά δεν πέρασε ούτε απ’ έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Μπαρμέχο το ανακάλυψε, το έθεσε στις ισπανικές αρχές, λίγο πριν από την 60η επέτειο της απελευθέρωσης του Μαουτχάουζεν, κατά την οποία ο Μάρκο θα βραβευόταν για μια ακόμη φορά. Και περίμενε. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει εξάλλου;
Τελικά, υπό την πίεση των αποκαλύψεων ο Μάρκο αναγκάστηκε να πει την αλήθεια: Δεν βρέθηκε ποτέ σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και όχι μονο αυτό, αλλά ήταν και ένας εθελοντής εργάτης στην υπηρεσία των Ναζί.
Οι αποκαλύψεις δεν σταμάτησαν εκεί. Την περίοδο του Εμφυλίου, ο Μάρκο πράγματι φαίνεται ότι πολέμησε, αλλά ούτε τραυματίστηκε, ούτε κρύφτηκε, ούτε μετά προσχώρησε στην αντίσταση κατά του καθεστώτος του Φράνκο. Η ιστορία του αποδείχθηκε ότι δεν είχε απλώς «κενά», αλλά ολόκληρες μαύρες τρύπες. Τις οποίες ο ίδιος αρνήθηκε πεισματικά -στις εκατοντάδες ώρες συνεντεύξεων που έχει δώσει- να καλύψει. Αντιφάσεις και κόντρα αντιφάσεις είναι το modus operandi του.
Ο Μάρκο δεν εδειξε καμία μετάνοια μετά την αποκάλυψη: «Το έκανα για να κρατήσω ζωντανή τη μνήμη των θυμάτων του ναζισμού», είπε.
Και επιμένει σε αυτήν τη στάση ακόμη και σήμερα, στα 100 του χρόνια.https://player.vimeo.com/video/13019148
«Ποιος θα με είχε ακούσει αν δεν είχα δημιουργήσει αυτήν την περσόνα;», είπε στην πιο πρόσφατη συνέντευξή του. Οι πραγματικοί επιζώντες δεν συμμερίστηκαν καθόλου την «αυτοθυσία» του. Αν ο ήρωας του Μαουτχάουζεν ήταν απατεώνας, ποιος θα πίστευε ότι δεν ήταν όλοι τους απατεώνες;
Για τους επιζώντες των στρατοπέδων ισχύει κάτι που οι περισσότεροι δεν μπορούμε να καταλάβουμε: Δεν είναι αντιμέτωποι μόνο με τη φρίκη όσων έζησαν, αλλά με τη μεγαλύτερη ακόμη φρίκη εκείνων που προσπαθούν να ακυρώσουν όσα τους συνέβησαν.
Όσο κι αν σε μας –τους συγκεκριμένους εμάς- φαίνεται αυτονόητο ότι το Ολοκαύτωμα ήταν μια πραγματικότητα, η συλλογική μνήμη υπόκειται σε μια διαρκή καταναγκαστική νευροπλαστικότητα η οποία θέλει να διαγράψει το συμβάν από αυτήν. Στις ΗΠΑ ιδιαίτερα, όπου η επίθεση κατά της πραγματικότητας είναι πιο δυναμική από οπουδήποτε αλλού, γίνεται μια ψυχοφθόρα και χρηματοβόρα προσπάθεια από τους επιφανείς Εβραίους να διασωθεί η μνήμη. Η αλήθεια.
Ο Χαβιέ Θέρκας δεν είχε άδικο που έγραψε ολόκληρο βιβλίο πάνω στη απάτη του Μάρκο, όσο καλοπροαίρετη κι αν ήταν αυτή.
Ο ίδιος ο συγγραφέας, εξάλλου, κάθε λίγο στο βιβλίο του δηλώνει ξεκάθαρα την αμηχανία του μπροστά στις αποκαλύψεις για το μέγεθος της απάτης. Ιδιαίτερα μετά από κάθε συνάντησή του με τον ίδιον τον Μάρκο.
Κανείς δεν πρόκειται να μάθει ποτέ αν τα κίνητρα του Μάρκο ήταν αυθεντικά -αν έλεγε αλήθεια ότι ήθελε να προστατεύσει τη μνήμη- ή αν πρόκειται για την κορυφαία ναρκισσιστική απάτη όλων των εποχών.
Η ιστορία του Μάρκο βρήκε, σε κάθε περίπτωση τεράστια απήχηση στην Ισπανία. Κανείς δεν κοίταξε τις «τρύπες» της διήγησης. Κανείς δεν έδωσε σημασία στις ανακολουθίες.
Όλοι ήθελαν να πιστέψουν. Ήταν το άλλοθί τους για όσα συνέβησαν στη χώρα μετά την ήττα της Δημοκρατίας, για ό,τι απέγιναν οι άλλοτε τελευταίοι μαχητές της ελευθερίας, για τον απόλυτο συμβιβασμό μιας ολόκληρης χώρας και των κατοίκων της, για τη γονυκλισία στο φασισμό.
Μέσα από τον Μάρκο, οι Ισπανοί έζησαν τη συλλογική τους εξιλέωση, το συλλογικό τους ψέμα.
Σήμερα, στα 100 του, ο άνθρωπος που δεν πήγε ποτέ στο Μαουτχάουζεν είναι ο τελευταίος «επιζών» του Ολοκαυτώματος στην Ισπανία.
Ο άνθρωπος που δεν έζησε ποτέ την αλήθεια, τη φυλάει. Παραμένει σύμβολό της. Έστω και ως «Απατεώνας».
Κι αυτό μάλλον λέει πολλά για όλους μας.
Έρνεστ Χέμινγουεϊ:
«Η ευτυχία των έξυπνων ανθρώπων είναι το πιο σπάνιο πράγμα που ξέρω..»
