Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα

 

 

Γερμανικά τανκς εισβάλουν στην ΕΣΣΔ

Γερμανικά τανκς εισβάλουν στην ΕΣΣΔ

Με την κωδική ονομασία Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα (Unternehmen Barbarossa στα γερμανικά) έμεινε στην ιστορία η εισβολή των Γερμανών στη Σοβιετική Ένωση, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπαρμπαρόσα (Κοκκινογένης στα ιταλικά) ήταν το προσωνύμιο του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Φρειδερίκου Α’, ο οποίος ηγήθηκε των Σταυροφόρων τον 12ο αιώνα.

Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου του 1941 και διήρκεσε έως τις 7 Ιανουαρίου 1942, όταν τα γερμανικά στρατεύματα εγκλωβίστηκαν από τον ρωσικό χειμώνα. Ήταν πρελούδιο των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ανατολικό Μέτωπο.

Την άνοιξη του 1941 η Ναζιστική Γερμανία ήταν κυρίαρχη σχεδόν όλης της Ηπειρωτικής Ευρώπης. Στα ανατολικά της σύνορα με τη Σοβιετική Ένωση επικρατούσε ασυνήθιστη ηρεμία, χάρις στο Σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότοφ του 1939, που ρύθμιζε τις σχέσεις της με τη μεγάλη γείτονα και ιδεολογική της αντίπαλο. Στο μυαλό, όμως, του Χίτλερ, βρισκόταν μια επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης για ιδεολογικούς και πρακτικούς λόγους. Οι Ναζί θεωρούσαν τους Σλάβους κατώτερη φυλή, που άξιζε να είναι υποτελής στους Αρείους, ενώ επιζητούσαν τον ζωτικό χώρο που εξασφάλιζε η αχανής χώρα με το πλούσιο υπέδαφος.

Ο Χίτλερ και οι επιτελείς του πίστευαν ότι θα κάνουν περίπατο στη Ρωσία και μέχρι την έλευση του χειμώνα θα επιτύγχαναν την κατάληψη της Μόσχας και την πτώση του μισητού κομμουνιστικού καθεστώτος. «Δεν έχουμε παρά να χτυπήσουμε την πόρτα και όλο το σάπιο οικοδόμημα θα καταρρεύσει» είπε ο Χίτλερ σε συνεργάτες του. Ο Φύρερ υπολόγιζε στην καλολαδωμένη μηχανή του γερμανικού στρατού, που εκείνη την εποχή δεν είχε αντίπαλο και στην τεχνολογική του υπεροχή. Και πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανωτερότητάς του από τη σαρωτική του προέλαση και την κατάληψη της Γαλλίας δεν θα μπορούσε να επικαλεσθεί.

Αφού μελέτησαν την αποτυχημένη εκστρατεία του Μεγάλου Ναπολέοντα στη Ρωσία το 1812, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εκστρατεία κατά της Ρωσίας θα εκδηλωνόταν από τρία σημεία, με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Μόσχας. Ο Χίτλερ κινητοποίησε μια πολεμική μηχανή που όμοιά της δεν είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε: 3.700.000 στρατιώτες, 2.600 τανκς, 7.000 πυροβόλα και 2.700 αεροπλάνα. Ο Στάλιν, παρά τις εισηγήσεις των επιτελών του, πίστευε μέχρι το τέλος ότι οι Γερμανοί θα τιμήσουν την υπογραφή τους και δεν θα επιτεθούν.

Η επίθεση της Βέρμαχτ, που αποδείχθηκε σωτήρια για τη Μεγάλη Βρετανία, εκδηλώθηκε με τρεις στρατιές στις 3:15 το πρωί της 22ας Ιουνίου 1941, με τη δικαιολογία ότι ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να επιτεθεί στη Γερμανία. Η Βόρεια Στρατιά υπό τον στρατάρχη Βίλχελμ Ρίτερ φον Λιμπ εξόρμησε από την Ανατολική Πρωσία προς τα Βαλτικά Κράτη με αντικειμενικό σκοπό το Λένινγκραντ. Η Νότια Στρατιά υπό τον Γκερντ φον Ρούντστεντ εισέδυσε από τη Νότια Πολωνία στην Ουκρανία με στόχο το Κίεβο.

Η Κεντρική Στρατιά υπό τον στρατάρχη Φέντορ Φον Μποκ και με τα περίφημα τεθωρακισμένα του Χάιντς Γκουντέριαν θα αναλάμβανε στην επίθεση κατά της Μόσχας. Το πλάτος του μετώπου ανερχόταν σε 2.900 χιλιόμετρα. Η εισβολή στη Σοβιετική Ένωσης ήταν να εκδηλωθεί στα μέσα Μαΐου, αλλά αναβλήθηκε εξαιτίας της καθυστερημένης άφιξης της άνοιξης στη Ρωσία τη χρονιά εκείνη, αλλά και των στρατιωτικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια. Οι Γερμανοί χρειάστηκαν περίπου δύο μήνες για να καθυποτάξουν την Ελλάδα.

Η Γερμανική εισβολή αιφνιδίασε απόλυτα τη σοβιετική ηγεσία. Ο Κόκκινος Στρατός στα αρχικά στάδια της επίθεσης αποδείχθηκε εύκολη λεία για τους εμπειροπόλεμους άνδρες της Βέρμαχτ, παρότι αντιπαρέταξε περίπου 2.900.000 άνδρες, 12.000 τανκς και 8.000 αεροπλάνα. Υπήρχε πρόβλημα ηγεσίας, καθώς πολλοί ανώτατοι αξιωματικοί είχαν πέσει θύματα των σταλινικών εκκαθαρίσεων τη δεκαετία του ’30 και το υλικό ήταν εν πολλοίς απαρχαιωμένο. Όλα αυτά αντισταθμίζονταν από τη γενναιότητα στρατού και λαού, που αγωνιζόταν για την υπεράσπιση της πατρίδας του.

Την πρώτη εβδομάδα των στρατιωτικών επιχειρήσεων τα γερμανικά πάντσερ όχι μόνο είχαν προελάσει σε βάθος 320 χιλιομέτρων και καταλάβει το Μινσκ (σημερινή πρωτεύουσα της Λευκορωσίας), αλλά και είχαν καλύψει το ένα τρίτο του δρόμου για τη Μόσχα. Στο νότιο μέτωπο της Ουκρανίας οι Γερμανοί συνάντησαν μεγαλύτερη αντίσταση και χρειάστηκαν ενισχύσεις από την Κεντρική Στρατιά, γεγονός που καθυστέρησε ακόμη πιο πολύ την επιχείρηση κατάληψη της Μόσχας. Οι πρώτες εντυπώσεις για την υπεροχή των Γερμανών δεν επαληθεύτηκαν στη συνέχεια. Οι μεγάλες βροχές του Ιουλίου δυσκόλεψαν τις κινήσεις των τεθωρακισμένων, ενώ η πίεση των σοβιετικών συνεχώς μεγάλωνε. Ένα μήνα μετά την εισβολή, οι Γερμανοί κατάλαβαν ότι είχαν υποτιμήσει τους Σοβιετικούς και ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις τους δεν εξελισσόταν σε περίπατο.

Τον Σεπτέμβριο του 1941, η Βόρεια Στρατιά έφθασε προ των πυλών του Λένινγκραντ. Ο Χίτλερ διέταξε τους στρατηγούς του να μην επιτεθούν στη σημαντική αυτή πόλη, αλλά να την πολιορκήσουν και να την αναγκάσουν να παραδοθεί. Ένα μέρος των δυνάμεών της διατέθηκε στην κεντρική Στρατιά για την τελική επίθεση στη Μόσχα. Το ίδιο διάστημα, η Νότια Στρατιά κατέλαβε με μεγάλες απώλειες το Κίεβο.

Η τελική επίθεση προς τη Μόσχα υπό την κωδική ονομασία Τυφών ξεκίνησε αρκετά καθυστερημένα, στις 2 Οκτωβρίου 1941, με τον ρωσικό χειμώνας να κάνει δειλά την εμφάνισή του και να προκαλεί εκνευρισμό στους γερμανούς στρατηγούς. Για την υπεράσπιση της πρωτεύουσας ο Στάλιν διέθεσε 800.000 άνδρες, χωρισμένους σε 83 Μεραρχίες. Στις 13 Οκτωβρίου οι Γερμανοί έφθασαν 120 χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα, αλλά η προέλασή τους γινόταν πλέον σε ρυθμούς χελώνας και δεν ξεπερνούσε τα 3 χιλιόμετρα την ημέρα. Στις 12 Δεκεμβρίου η εμπροσθοφυλακή του γερμανικού στρατού έφθασε στα περίχωρα της Μόσχας, αντικρίζοντας το οχυρό του Κρεμλίνου.

Οι καιρικές συνθήκες διαρκώς χειροτέρευαν. Βασικός σύμμαχος των αμυνομένων ήταν πλέον ο ρωσικός χειμώνας. Οι γερμανικές δυνάμεις υπέστησαν τεράστιες απώλειες, καθώς δεν ήταν προετοιμασμένες για χειμερινό πόλεμο. Μέσα σε τρεις εβδομάδες 155.000 άνδρες τέθηκαν εκτός μάχης, οι περισσότεροι από κρυοπαγήματα. Στις 6 Δεκεμβρίου 1941 ο σοβιετικός στρατηγός Γκιόρκι Ζούκοφ, που υπερασπιζόταν τη Μόσχα, πέρασε στην αντεπίθεση και απώθησε τους Γερμανούς μακριά από τη σοβιετική πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου του 1942.

Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα στοίχισε στους Γερμανούς 174.000 νεκρούς, 36.000 αγνοουμένους και 604.000 τραυματίες, ενώ ανυπολόγιστος είναι ο αριθμός των Σοβιετικών που έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Η κατάληψη της Μόσχας και η πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, που ήταν οι στρατηγικοί στόχοι του Χίτλερ, δεν επιτεύχθηκαν. Οι Γερμανοί, όμως, εξακολούθησαν να κατέχουν μεγάλο μέρος της Σοβιετικής Επικράτειας. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ανατολικό Μέτωπο θα διαρκέσουν έως τον Απρίλιο 1945, όταν ο Κόκκινος Στρατός υπό τον Ζούκοφ θα εισέλθει στο Βερολίνο.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

 

Νυν η ταπείνωση των Θεών
Νυν η σποδός του Ανθρώπου
Νυν Νυν το μηδέν
και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας

Οδυσσέας Ελύτης βιογραφικό

Οδυσσέας Ελύτης, 1911-1996.

ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ: Ποιος φταίει; «Ο άλλος»!

 

Ποιος φταίει;» «Ο άλλος»!

«Διά χειρός» Μάριου Πλωρίτη,

Ελαχε, ακούοντας μία συζήτηση να θυμηθώ –και αναζήτησα και βρήκα σχετικά- ένα άρθρο του Μάριου Πλωρίτη (1919 – 2006), που περιλαμβάνεται στο δίτομο «Μάριος Πλωρίτης – Επιφυλλίδες 1989 – 2004» (επιλογή Θανάσης Θ. Νιάρχος – Αντώνης Φωστιέρης, έκδοση Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων 2010). Τίτλος του: «Ανευθυνοϋπεύθυνοι – Η ευθύνη – ως χρέος και ως άλλοθι» (γραμμένο στις 3 Νοεμβρίου 1991 – πριν από 21 και χρόνια). Οπου αναφέρεται στο (από αρχαιοτάτων χρόνων) μερίδιο της ευθύνης απέναντι στην πόλη–κράτος και το κοινωνικό σύνολο – τόσο των αρχόντων όσο και των πολιτών. Ενα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Το άλλοθι

«Κανένας –και ακόμα λιγότερο ο γράφων– δεν αρνιέται και δεν ξεχνά τις ξενοκρατίες, ξενοδουλείες και τις άλλες δουλείες όλες, που γνώρισε και γνωρίζει αυτός ο τόπος. Αλλά εμείς, αντί να τις αποτινάξουμε, βρήκαμε σ’ αυτές το βολικότερο άλλοθι για τις ευθύνες μας, τις απραξίες μας και τις κακοπραξίες μας.

»Για τις διχόνοιες μας και τους αλληλοσπαραγμούς, ευθύνονται μόνο οι ξένοι, που μας διχάζουν για να εκμεταλλευθούν τους αγώνες μας, του 1821, του 1915, του 1945 κ.λπ. – όχι εμείς, που προσφερόμαστε, αστόχαστα όργανα, στις επιβουλές τους.

»Για τη θρονοκρατία και αυλοκρατία του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα ευθύνονται μονάχα οι ξενόφερτοι μονάρχες – όχι και οι πολιτικοί, που γίνονταν “εργαλεία” τους, με το αζημίωτο.

»Για την κομματοκρατία και ρουσφετοκρατία, ευθύνονται μόνοι οι κομματάρχες – όχι και οι πολίτες που ρουσφετοζητούν και ψηφοπαζαρεύουν μανιακά και ακαταπόνητα.

»Για την παράλυση και την παραλυσία της δημόσιας διοίκησης ευθύνεται μόνο το κράτος, οι νόμοι, οι κυβερνήσεις – όχι και οι υπάλληλοι, που ονειρεύονται να γίνουν γρανάζια της κρατικής μηχανής για να αδρανούν, αν όχι να λαδώνονται, για να την ακινητοποιούν ολότελα.

»Για την περιφρόνηση των νόμων, ευθύνονται μόνο οι πολίτες που τους αψηφούν ανέμελα – όχι και οι κυβερνητικοί νομοφύλακες, που τους παραβιάζουν πρώτοι ασύστολα και τους ανοίγουν μύρια πορτοπαράθυρα, για τα περνάνε τα “ημέτερα” κομματοπαράσιτα.

»Για την “άθλια κατάσταση” του περιβάλλοντος, της υγείας, της παιδείας κ.λπ. ευθύνονται μόνο οι κρατικοί και άλλοι φορείς – όχι και εμείς, που μολύνουμε τα πάντα, απαιτούμε τα πάντα, απεργούμε πάντα, κοροϊδεύουμε τους πάντες και αυτοκοροϊδευόμαστε.

»Και φυσικά και γενικά, για τον πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, ηθικό ευτελισμό του τόπου φταίνε μονάχα οι άλλοι – οι κυβερνώντες, κατά τους μη κυβερνώντες, οι άλλοτε κυβερνήσαντες κατά τους κυβερνώντες τώρα, κι ετούτοι κι εκείνοι κατά τους μη προσδοκώντες να κυβερνήσουν…

»Ετσι, κατά το νεοελληνικό ιδίωμα, “όλοι είναι υπεύθυνοι για όλα τα κακά και για όλους τους κακούς, και μόνο εμείς είμαστε ανεύθυνοι” […] Κι είναι, βέβαια, ολότελα περιττό να μας θυμίσει κάποιος τον απλό, σοφό λόγο του Σόλωνα: “Εύθυναν ετέρους αξιών διδόναι, και αυτός ύπεχε” (“Οταν αξιώνεις ευθύνες απ’ τους άλλους, πρέπει ν’ αποδέχεσαι τις δικές σου”).

»Χάρη σ’ αυτό τον φαύλο κύκλο ακατάσχετης ευθυνολογίας και ακαταλόγιστης ευθυνοφοβίας, τίποτα δεν διορθώνεται, τίποτα δεν ανορθώνεται, τίποτα δεν προχωρεί. Ανευθυνοϋπεύθυνοι, “άβουλοι και μοιραίοι”, βλέπουμε τον άλλο κόσμο να καλπάζει, τον δικό μας να βουλιάζει – και δεν σαλεύουμε ποτέ, αφού πάντα κάποιος άλλος είναι ο δράστης της αδράνειάς μας».

Και κάτι ακόμα από το ίδιο άρθρο:

«Οι “πρόγονοί” μας –που αδιάκοπα τους επικαλούνται στους δεκάρικούς τους– θα θεωρούσαν έσχατο “έγκλημα κατά της δημοκρατίας” την καταστροφή υλικών και πολιτιστικών αγαθών της δημοκρατίας (κτιρίων, καλλιτεχνημάτων, αρχείων κ.λπ.) και θα εκήρυτταν “άτιμο” (θα του αφαιρούσαν τα πολιτικά του δικαιώματα και θα τον εξόριζαν ίσως), αλλά και όποιον “αρμόδιο” θ’ αμελούσε τη φύλαξή τους».