


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Ήταν Τετάρτη 17 Ιουνίου 1964, ένα τυπικό καλοκαιριάτικο απομεσήμερο στην Αθήνα με αποπνικτική ζέστη, όταν οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι τέθηκαν αντιμέτωποι στον ένα ημιτελικό του Κυπέλλου Ελλάδας. Στο κατάμεστο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ο Παναθηναϊκός έπαιζε με στόχο το νταμπλ, καθώς προερχόταν από την κατάκτηση ενός αήττητου πρωταθλήματος – μοναδικό ρεκόρ στην Α’ Εθνική. Ο Ολυμπιακός επιζητούσε τη νίκη για να σώσει τη χρονιά με τη διεκδίκηση του Κυπέλλου. Ο νικητής της συνάντησης θα αντιμετώπιζε στον μεγάλο τελικό την ΑΕΚ, η οποία νωρίτερα είχε αποκλείσει τον Πιερικό με 3-1.
Όλα κύλησαν ομαλά στην κανονική διάρκεια του αγώνα, που έληξε ισόπαλος με 1-1. Ο Ολυμπιακός προηγήθηκε στο 16ο λεπτό με τον Νεοφώτιστο και ο Παναθηναϊκός ισοφάρισε στο 36ο με τον Δομάζο. Το παιχνίδι ήταν δυνατό, σκληρό και συναρπαστικό, όπως αρμόζει σ’ ένα ντέρμπι. Οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι οδηγήθηκαν σε ημίωρη παράταση. Η ζέστη πρέπει να είχε επιδράσει αρνητικά στους 22 ποδοσφαιριστές, που παρέπαιαν μέσα στο γήπεδο. Οι ευκαιρίες που χάθηκαν από τους Δομάζο και Παπάζογλου ήταν παιδαριώδεις.
Οι φίλαθλοι και των δύο ομάδων θεώρησαν «σικέ» τον αγώνα, για να επαναληφθεί προς όφελος των ταμείων της ΕΠΟ, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού και άρχισαν να φωνάζουν: «Πουλημένοι», «Θα μπούμε μέσα», «Θα γίνει Περού». (Λίγες μέρες πριν, κατά τη διάρκεια του αγώνα Περού – Αργεντινής ξέσπασαν επεισόδια, όταν ο διαιτητής ακύρωσε γκολ των γηπεδούχων, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο 318 φίλαθλοι).Το σύνθημα «Θα μπούμε μέσα» ξανακούστηκε πέντε λεπτά πριν από τη λήξη της παράτασης και αυτή τη φορά δεν ήταν σχήμα λόγου. Το πλήθος όρμησε στον αγωνιστικό χώρο και τα έκανε «Γης Μαδιάμ». Κατέστρεφε και πυρπολούσε ό,τι έβρισκε μπροστά του: διαφημιστικές πινακίδες, γκολπόστ, δίχτυα, μικροφωνικές εγκαταστάσεις, θέσεις των επισήμων, το ιατρείο του γηπέδου και τα αποδυτήρια. Παίκτες, διαιτητές και παράγοντες εξαφανίσθηκαν και ο αγώνας διακόπηκε.
Η Αστυνομία, μπροστά στην οργή του λαού, τήρησε ψύχραιμη έως παθητική στάση κι έτσι δεν υπήρξαν θύματα. Συνέβαλε και το γεγονός ότι οι εισβολείς- οπαδοί και των δύο ομάδων είχαν τον νου τους στους βανδαλισμούς και δεν συνεπλάκησαν μεταξύ τους. Οι 1500 αστυφύλακες που ήταν επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης άρχισαν να χειροκροτούν το οργισμένο πλήθος, με διαταγή του αστυνομικού διευθυντή Γεωργίου Κανελλάκη, προκειμένου να συμβάλουν στην εκτόνωση της κατάστασης.
Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο ιστορικό γήπεδο ξεπέρασαν το 1.000.000 δραχμές, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή εκείνη. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Παναθηναϊκού συνεδρίασε εκτάκτως μετά τα θλιβερά γεγονότα και εξέδωσε ανακοίνωση, στην οποία υπογραμμιζόταν: «Ο Παναθηναϊκός αποκρούει με αγανάκτησιν τη µοµφή ότι το ματς ήτο προσυνεννοηµένο. Διαμαρτύρεται για τους βανδαλισµούς και ζητά την παραδειγµατικήν τιµωρίαν των ενόχων». Και η αντίστοιχη ανακοίνωση του Ολυμπιακού: «Ουδείς έχει το δικαίωμα να κατασπιλώνει την ιστορία του Ολυμπιακού, τους αθλητάς του και τη διοίκησή του. Αποδοκιμάζουμε τους βανδαλισμούς και εκφράζουμε τη συμπάθειά μας προς τον Παναθηναϊκόv».
Η ΕΠΟ, που επελήφθη της υποθέσεως μηδένισε και τους δύο αντιπάλους και δεν όρισε επαναληπτικό ημιτελικό. Δεν ανακήρυξε, όμως, κυπελλούχο την ΑΕΚ, που είχε προκριθεί στον τελικό, όπως ζητούσαν οι εφημερίδες και η φίλαθλη γνώμη. Απλώς τη δήλωσε ως εκπρόσωπο του ελληνικού ποδοσφαίρου στο Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης της προσεχούς περιόδου. Αργότερα, η αδικία άρθηκε και η ΕΠΟ αναγνώρισε την ΑΕΚ ως Κυπελλούχο Ελλάδας για το 1964.



Ένοπλη σύγκρουση, που διεξήχθη από τις 16 Ιουνίου έως τις 18 Ιουλίου του 1913 (28 Ιουλίου η τυπική λήξη της με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου) κατά κύριο λόγο στα εδάφη της απελευθερωμένης από του Οθωμανούς Μακεδονίας, μεταξύ των πρώην συμμάχων του Α’ Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912 – 30 Μαΐου 1913). Αντιμέτωποι τέθηκαν από την μία πλευρά η Βουλγαρία και από την άλλη πλευρά η Ελλάδα, η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Κατά της Βουλγαρίας στράφηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος χαρακτηρίσθηκε από την ταχύτητα διεξαγωγής του και τη σκληρότητα των μαχών του.
Προτού λήξει ακόμη ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος ήταν εμφανή τα σημάδια της επερχόμενης ρήξης μεταξύ των συμμάχων για τη διανομή των απελευθερωμένων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Βουλγαρία πίστευε ότι ήταν «ριγμένη» στη μοιρασιά έναντι των συμμάχων της Ελλάδας και Σερβίας και υποδαύλιζε διάφορα επεισόδια -συχνά αιματηρά- εναντίον Σέρβων και Ελλήνων στη Μακεδονία. Σε σχέση με τη χώρα μας αμφισβητούσε ανοιχτά την κατοχή της Θεσσαλονίκης και της νοτιοανατολικής Μακεδονίας. Κάθε πρόταση φιλικής διευθέτησης των διαφορών τους με τη Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Σερβία συναντούσαν την αδιαλλαξία της, την οποία υπέθαλπε για τους δικούς της λόγους η Αυστροουγγαρία.
Για να αντιμετωπίσουν της διαφαινόμενη βουλγαρική απειλή, η Ελλάδα και η Σερβία υπέγραψαν στις 19 Μαΐου 1913 στη Θεσσαλονίκη, συνθήκη ειρήνης, φιλίας και αμοιβαίας προστασίας. Το κείμενο της συνθήκης έφερε τις υπογραφές του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Βελιγράδι Ιωάννη Αλεξανδρόπουλου και του πρεσβευτή της Σερβίας στην Αθήνα, Ματία Μπόσκοβιτς. Μετά τη συνθήκη αυτή, που συνοδευόταν από στρατιωτική σύμβαση «προς προετοιμασίαν και εξασφάλισιν των στρατιωτικών μέτρων αμύνης», Ελλάδα και Σερβία βρίσκονταν σε ακήρυκτο πόλεμο με τη Βουλγαρία. Οι προσπάθειες του τσάρου της Ρωσίας Νικόλαου Β’ να βρει σημεία προσέγγισης ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Σερβία απέτυχαν, ενώ ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αναζητούσε τρόπους για ειρηνική διευθέτηση, προκειμένου να αποτρέψει την εχθρότητα της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας προς τις δύο χώρες (Ελλάδα και Σερβία), που θα απέβαινε υπέρ της Βουλγαρίας.
Οι βιαιότητες των Βουλγάρων κατά των ελληνικών πληθυσμών και οι συγκεντρώσεις βουλγαρικών στρατευμάτων σε ευαίσθητα σημεία της Μακεδονίας, προκάλεσαν την αντίδραση της Ελλάδας, η οποία δια του πρεσβευτή της στη Σόφια επέδωσε διακοίνωση προς τη βουλγαρική κυβέρνηση στις 12 Ιουνίου 1913. Η βουλγαρική κυβέρνηση όχι μόνο απέρριψε τη διακοίνωση, αλλά το απόγευμα της 16ης Ιουνίου διέταξε τα στρατεύματά της να επιτεθούν κατά των ελληνικών αποσπασμάτων στη Νιγρίτα και το Παγγαίο Όρος και των σερβικών δυνάμεων στο Ιστίπ (σημερινό Στιπ της ΠΓΔΜ). Την επομένη, οι Βούλγαροι κατέλαβαν από τους Σέρβους τη Γευγελή (Γκεβγκλίγια της ΠΓΔΜ) στην κοιλάδα του Αξιού, με σκοπό να αποκόψουν την επαφή σερβικών και ελληνικών στρατευμάτων.
Η αντίδραση της Ελλάδας και της Σερβίας ήταν άμεση και αποφασιστική. Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός. Η Ελλάδα με αρχηγό τον βασιλιά Κωνσταντίνο και επιτελάρχη τον αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη παρέταξε στα πεδία των μαχών 119.000 άνδρες, που στελέχωναν 10 μεραρχίες Πεζικού και 1 ταξιαρχία ιππικού. Η Σερβία, με αρχηγό τον βασιλιά Πέτρο και επιτελάρχη τον βοεβόδα Ράντομιρ Πούτνικ, παρέταξε 260.000 άνδρες, από τους οποίους οι 12.000 ήταν η συνεισφορά του Μαυροβούνιο. Ο Βουλγαρικός στρατός αριθμούσε 576.000 άνδρες και τον διοικούσε ο βασιλιάς Φερδινάνδος, με βοηθό τον στρατηγό Μιχαήλ Σάβοφ και επιτελάρχη τον στρατηγό Ιβάν Φίτσεφ.https://77a48892880083027c96741be8991d57.safeframe.googlesyndication.com/safeframe/1-0-38/html/container.html
Μετά τη βουλγαρική επίθεση, ο Βενιζέλος ζήτησε από τον αρχιστράτηγο βασιλιά Κωνσταντίνο να αναληφθεί γενική αντεπίθεση, με πρώτο μέτρο την εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τις στρατωνιζόμενες εκεί βουλγαρικές μονάδες, που ανέρχονταν σε 1.500 άνδρες. Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν να αποσυρθούν και τότε ανέλαβε δράση η ΙΙ Μεραρχία Πεζικού υπό τον υποστράτηγο Καλάρη, η οποία ύστερα από ολονύκτια συμπλοκή τους εξανάγκασε να παραδοθούν στις 18 Ιουνίου. Η επιχείρηση εκκαθάρισης της Θεσσαλονίκης στοίχισε στις ελληνικές δυνάμεις 18 νεκρούς και 17 τραυματίες, ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ανήλθαν σε 60 νεκρούς, 17 τραυματίες και 1.360 αιχμαλώτους.
Ο κύριος στόχος του ελληνικού στρατηγείου ήταν η διάσπαση της οχυράς βουλγαρικής γραμμής Κιλκίς – Λαχανά – Δοϊράνης, που εάν επιτυγχάνετο θα σήμαινε την οριστική απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο ελληνικός στρατός προήλασε ταχύτατα και κατατρόπωσε του Βουλγάρους στις μάχες Καλινόβου – Κιλκίς – Λαχανά (19 – 21 Ιουνίου 1913). Στις 20 Ιουνίου η Χ Μεραρχία κατέλαβε τη Γευγελή, η οποία άλλαξε χέρια για τρίτη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο. Η καθοριστική ήττα των Βουλγάρων στο Κιλκίς προκάλεσε την αντικατάσταση του στρατηγού Σάβοφ με τον στρατηγό Ράτκο Ντιμιτρίεφ.
Οι Βούλγαροι έχοντας απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, υποχώρησαν προς τη Στρώμνιτσα (σημερινή Στρούμιτσα της ΠΓΔΜ) και τις Σέρρες, διαπράττοντας φοβερά εγκλήματα κατά των ελληνικών πληθυσμών. Η Νιγρίτα, οι Σέρρες και το Δοξάτο ήταν οι πόλεις που έζησαν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων και έπαθαν τις μεγαλύτερες καταστροφές. Οι Έλληνες συνέχισαν την καταδίωξη των Βουλγάρων και μετά τις μάχες της Δοϊράνης (22 – 23 Ιουνίου), της Στρώμνιτσας (26 Ιουνίου) και του Ντεμίρ Χισάρ (σημερινό Σιδηρόκαστρο, 27 Ιουνίου), κατέλαβαν τις Σέρρες (28 Ιουνίου) και τη Δράμα (1 Ιουλίου).https://77a48892880083027c96741be8991d57.safeframe.googlesyndication.com/safeframe/1-0-38/html/container.htmlΟ Ελληνικός Στρατός στην ΚρέσναΗ προέλαση του ελληνικού στρατού επιβραδύνθηκε στα στενά της Κρέσνας (7 – 10 Ιουλίου). Η μάχη υπήρξε φονικότατη και έληξε με νίκη των Ελλήνων. Ο ελληνικός στρατός βρισκόταν τώρα επί βουλγαρικού εδάφους. Μία άλλη αιματηρή μάχη δόθηκε στην Άνω Τζουμαγιά (σημερινό Μπλαγκόεφγκραντ), η οποία έληξε στις 18 Ιουλίου, την ημέρα της ανακωχής και της λήξης των πολεμικών επιχειρήσεων. Στη μάχη της Τζουμαγιάς έχασε τη ζωή του ο ταγματάρχης Βελισσαρίου, ένας από τους ήρωες των Βαλκανικών Πολέμων.
Η VIII Μεραρχία προήλασε στη Θράκη και κατέλαβε προσωρινά την Ξάνθη (13 Ιουλίου) και την Γκιουμουλτζίνα (σημερινή Κομοτηνή, 16 Ιουλίου). Μεγάλη συμμετοχή στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο είχε και το ελληνικό ναυτικό, που κατέλαβε την Καβάλα (27 Ιουνίου) και προσωρινά το Ντεντέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη, 12 Ιουλίου). Αντίθετα, η νεοσύστατη ελληνική αεροπορία είχε μηδενική δράση, καθώς τα περισσότερα αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στο έδαφος, λόγω βλαβών, τις οποίες είχαν υποστεί κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου.
Από την πλευρά του, ο σερβικός στρατός αντιμετώπισε τους Βουλγάρους σε σειρά μαχών, με κυριότερη αυτή της Μπρεγκαλνίτσα (17 – 26 Ιουνίου) και τους απώθησε προς Ανατολάς στα παλαιά τους σύνορα. Στις 27 Ιουνίου 1913 μπήκε στο χορό και η Ρουμανία, η οποία κατέλαβε χωρίς αντίσταση τη Νότια Δοβρουτσά. Δύο ημέρες αργότερα, η Τουρκία εκμεταλλευόμενη τη δεινή θέση της Βουλγαρίας τής κηρύσσει τον πόλεμο και ανακαταλαμβάνει την Αδριανούπολη στις 9 Ιουλίου 1913.https://77a48892880083027c96741be8991d57.safeframe.googlesyndication.com/safeframe/1-0-38/html/container.html
Στις 18 Ιουλίου 1913, την ημέρα που ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος ζήτησε και πέτυχε ανακωχή των πολεμικών επιχειρήσεων με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, τα ελληνικά στρατεύματα βρίσκονταν βαθιά μέσα στο βουλγαρικό έδαφος, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων σε ευθεία γραμμή από τη Σόφια, ενώ ο ρουμανικός στρατός απείχε 40 χιλιόμετρα από τη βουλγαρική πρωτεύουσα. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επέμενε στη συνέχιση του πολέμου μέχρι την κατάληψη της Σόφιας, αλλά τελικά, λόγω της σερβικής αδράνειας και της κοπώσεως του στρατού, πείστηκε στην αποδοχή της ανακωχής από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η συνέχεια ανήκει στη διπλωματία. Η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία τάχθηκαν με το πλευρό της Βουλγαρίας, Γαλλία και Γερμανία υποστήριξαν τις ελληνικές θέσεις, που συνοψίζονταν στην επέκταση των ελληνικών συνόρων στη γραμμή Μάκρης – Πέρελικ, λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξανδρούπολης. Αγγλία και Ιταλία κράτησαν επιφυλακτική στάση. Στις 28 Ιουλίου 1913 υπογράφτηκε τελικά από τους εμπολέμους (Ελλάδα, Ρουμανία, Σερβία και Μαυροβούνιο από τη μία πλευρά και Βουλγαρία από την άλλη) η συνθήκη του Βουκουρεστίου, με την οποία έληξε και τυπικά ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος και η οποία προέβλεπε:
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με χωριστή συνθήκη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την Ανατολική Θράκη, μετά των 40 Εκκλησιών και της Αδριανούπολης.
Η χώρα μας πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, με 5.851 νεκρούς, 23.847 τραυματίες και 188 αγνοουμένους. Συνολικά, οι Βουλγαρικές απώλειες έφθασαν τους 65.927 άνδρες (νεκρούς ή τραυματίες) και οι συμμαχικές, συμπεριλαμβανομένων Οθωμανών και Ρουμάνων τις περίπου 91.000 άνδρες. Ένα χρόνο μετά τη λήξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, ακολούθησε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που θα έβαζε και πάλι σε πολεμικές περιπέτειες τα βαλκανικά κράτη.



Τίποτα αμετακίνητο αυτό είναι η Ευρώπη. Είναι ο κόσμος των επιλογών. Ο ευρωπαίος δεν δρα για να συνεχίσει να μένει αυτό που ήδη είναι. Ο ευρωπαίος δρα με σκοπό πάντα την βελτίωση, την αλλαγή. Η Ευρώπη είναι ένας κόσμος όπου το ζητούμενο δεν είναι η στασιμότητα και η καθήλωση αλλά η έφοδος πως τα εμπρός. Είναι ένας κόσμος που δεν τον ορίζουν αυτοί που λένε «έτσι τα βρήκαμε» αλλά οι δημιουργοί…
Δημήτρης Κοντομηνάς




Σύμφωνα με τον Ιπποκράτη, κάθε ασθένεια και νόσος ξεκινά πρώτα από την ψυχή και στην συνέχεια καταλήγει στο σώμα. Κάπου εκεί ξεκινά και ο ορισμός του ψυχοσωματικού συμπτώματος. Με βάση αυτό, ο Ιπποκράτης συνήθιζε να τονίζει την σπουδαιότητα της θεραπείας πρώτα της ψυχής και κατ’ επέκταση του σώματος. Στις μέρες μας τείνουμε να αγνοούμε ή να υποβαθμίζουμε τη μεγάλη δύναμη του να έχουμε επίγνωση της ψυχικής μας κατάστασης, των συναισθημάτων και σκέψεών μας, οι οποίες προέρχονται από αυτήν, και κυρίως το πώς επηρεάζουν τη σωματική μας υγεία.
Σύμφωνα με έρευνες, ορισμένα ήδη ψυχοσωματικών συμπτωμάτων αποτελούν διαγνωσμένες ασθένειες. Συνήθως σχετίζονται με το άγχος και άλλες στρεσογόνες ψυχικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα όμως πώς εκφράζεται στο σώμα ο ψυχικός πόνος;
– Ο πόνος στη μέση υποδηλώνει πολλά βάρη στη ζωή του ατόμου. Ένα άτομο με ευθύνες και πολλές υποχρεώσεις συνήθως εκδηλώνει ενοχλήσεις στην πλάτη και τη μέση. Ο πόνος στην πλάτη συγκεκριμένα έχει να κάνει με ζητήματα και άγχη οικονομικού χαρακτήρα, καθώς και με την έλλειψη στήριξης από το περιβάλλον.
– Οι στομαχικές και εντερικές ενοχλήσεις συνήθως έχουν να κάνουν με το φόβο, την έλλειψη αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης. Άτομα με ανασφάλεια παρουσιάζουν συχνά πόνους στην κοιλιακή χώρα.
– Πονοκέφαλος. Ο πόνος στο κεφάλι συνδέεται με την επιμονή, την αυστηρότητα και την ανάγκη για έλεγχο. Συνήθως τα άτομα που υποφέρουν από συχνούς πονοκεφάλους είναι τελειομανείς, απαιτητικοί με τους άλλους αλλά κυρίως με τον εαυτό τους.
– Άνθρωποι με πόνους στις αρθρώσεις και κυρίως στα γόνατα, είναι «δύσκαμπτοι» και περήφανοι. Αυτά τα άτομα είναι συνήθως ισχυρογνώμονες και όχι τόσο διαλλακτικοί σαν χαρακτήρες.
Πηγή: εναλλακτική δράση

«Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του», Πλάτων
«Στον καθένα υπάρχουν τρεις αρετές: Η σύνεση, η δύναμη και η καλή τύχη», Ίων ο Χίος

Η επέτειος πενήντα χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου προσφέρεται ως ευκαιρία για αναστοχασμό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η σημερινή πραγματικότητα είναι σε κάποιο, μάλλον όχι ασήμαντο, βαθμό προϊόν και της δικτατορίας. Ποιες όμως ήταν οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της για τη χώρα μας; Σε τι θα διέφερε η Ελλάδα σήμερα εάν δεν είχε γίνει το πραξικόπημα τότε; Τι ακριβώς μας κληροδότησε; Τι κουβαλάμε πάνω μας απ’ αυτό το ιστορικό παρελθόν; Πρόκειται προφανώς για δύσκολα και μάλλον αναπάντητα ερωτήματα, που δεν μπορούμε όμως και δεν πρέπει να αποφεύγουμε. Για να συζητηθούν άλλωστε αυτά και πολλά άλλα, οργανώθηκε αυτό το Σαββατοκύριακο ένα ιστορικό συνέδριο στο Ιδρυμα Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου.
Η 21η Απριλίου κατέχει κομβική θέση στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Υπήρξε το τελευταίο στρατιωτικό κίνημα που πέτυχε να ανατρέψει μια εκλεγμένη κυβέρνηση και να την αντικαταστήσει με μια στρατιωτική «χούντα», όπως επικράτησε να αποκαλείται κατά τη λατινοαμερικανική πρακτική. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1973 στην Κύπρο υπήρξε και θνησιγενές και άμεσα απότοκο του ελληνικού. Από την άποψη αυτή, μπορούμε να μιλάμε για μια ιστορική καμπή στην Ευρώπη, μετά την οποία το πραξικόπημα ως πολιτική πρακτική μπαίνει στη ναφθαλίνη.
Επιχειρώντας να προσεγγίσω τη «μεγάλη εικόνα» πενήντα χρόνια μετά, θα εντόπιζα δύο μεγάλα παράδοξα. Πρώτο, πως μολονότι προερχόμενοι από τους κόλπους της σκληροπυρηνικής Δεξιάς, οι πραξικοπηματίες συνέβαλαν τελικά στον πλήρη εκδημοκρατισμό της Δεξιάς και διαμέσου αυτής και της χώρας. Δίχως τον Απρίλιο του ’67 δεν θα είχε υπάρξει ο Ιούλιος του ’74. Δεύτερο, αν και επιχείρησαν να κρατήσουν την κοινωνία στάσιμη, να την παγώσουν δηλαδή, συνέβαλαν τελικά με έμμεσο τρόπο στον ραγδαίο αξιακό και πολιτισμικό εκσυγχρονισμό της. Ιδωμένη λοιπόν από την οπτική του παρόντος, η δικτατορία είτε δεν εμπόδισε τον πολιτικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας είτε τον υποβοήθησε, χωρίς βέβαια να επιδιώκει κάτι τέτοιο.
Το πραξικόπημα περιγράφεται συχνά ως μια απόπειρα των σκληροπυρηνικών στοιχείων της Δεξιάς να διακόψουν την επίπονη πορεία της μετεμφυλιακής Ελλάδας προς την υιοθέτηση ενός σύγχρονου δημοκρατικού μοντέλου. Υπήρχε όμως εναλλακτική διαδρομή και ποια θα ήταν αυτή; Μια πειστική αντίληψη διαβλέπει στην αδυναμία των πολιτικών ελίτ να λειτουργήσουν συναινετικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 το βασικό αίτιο της εκτροπής. Στη λογική αυτή, ο ομαλός εκδημοκρατισμός ήταν ανέφικτος την εποχή εκείνη για μια σειρά λόγων και, επομένως, το πραξικόπημα ήταν αναπόφευκτο, αλλά επίσης συνιστούσε εκ των πραγμάτων τον πιο πιθανό δρόμο προς τη δημοκρατία. Ομως, η διεθνής εμπειρία προσφέρει αρκετά παραδείγματα χωρών που εκδημοκρατίστηκαν σταδιακά, δίχως πραξικοπηματικές εκτροπές. Από την άλλη, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα τελικά οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου, που κατέστησε δυνατή μια ριζική και άμεση λύση του «δημοκρατικού προβλήματος» της χώρας, δημιουργώντας ένα βαθύ και ανυπέρβλητο ρήγμα ανάμεσα στην ακραία και στη μετριοπαθή Δεξιά, χωρίς το οποίο η πορεία προς τον εκδημοκρατισμό θα ήταν πολύ πιο δύσκολη και προβληματική. Χωρίς το σοκ του Ιουλίου ’74 δύσκολα θα είχαμε την καθαρή λύση του πολιτειακού και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974, αποφάσεις που παρέμεναν στον χώρο της φαντασίας μόλις δέκα χρόνια πριν.
Ενα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα που σχετίζονται με την ερμηνεία και την αποτίμηση της δικτατορίας είναι το θέμα της λαϊκής αποδοχής της. Δεν υπάρχουν ασφαλείς δείκτες για να μετρηθεί, όμως αρκετοί αντικειμενικοί παρατηρητές της εποχής κάνουν λόγο για μια επιφανειακή μεν αλλά πλατιά αποδοχή. Πράγματι, η δικτατορία ταυτίστηκε με μια εποχή μεγάλης οικονομικής ανόδου και αισιοδοξίας, με την κορύφωση ουσιαστικά του μεταπολεμικού ελληνικού οικονομικού θαύματος. Η χώρα αστικοποιήθηκε, η οικοδομική δραστηριότητα γνώρισε δόξες, το οδικό δίκτυο επεκτάθηκε, ο εξηλεκτρισμός της χώρας ολοκληρώθηκε και πραγματοποιήθηκαν μεγάλης κλίμακας ξένες επενδύσεις. Παρά τις αυταρχικές πρακτικές του καθεστώτος, πολλές τέχνες άνθησαν και η νεολαία προσέγγισε μαζικά τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης, κατανάλωσης και ζωής. Η κοινωνία του 1974 μικρή σχέση είχε με αυτή του 1964.
Η διαδικασία κοινωνικού εκσυγχρονισμού είχε, βέβαια, ξεκινήσει πριν από τη δικτατορία, αλλά εκείνη την επιτάχυνε γνωρίζοντας πως η αποδοχή της εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική ανάπτυξη και ενισχύοντας την τάση των ανθρώπων για αναζήτηση της ευτυχίας στην ιδιωτική σφαίρα. Οπως όμως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές, η νέα μεσαία τάξη που αναδύθηκε την περίοδο εκείνη απαίτησε, όταν ήρθε η στιγμή, τον απογαλακτισμό της από το καθεστώς που την ανέδειξε. Και ίσως για τον λόγο αυτό, όταν τον πέτυχε, να θέλησε να ξεχάσει την εποχή αυτή αποποιούμενη κάθε ευθύνη και συνενοχή.
Η δικτατορία ξεπεράστηκε εύκολα και γρήγορα. Ισως γιατί υπήρξε ένα μικρό διάλειμμα δίχως μεγάλη σημασία. Ισως γιατί μας θυμίζει κάποιες ενοχλητικές πτυχές της Ιστορίας που προτιμάμε να βάζουμε στην άκρη. Ισως πάλι, γιατί χωρίς αυτήν, ο πολιτικός και κοινωνικός εκσυγχρονισμός της χώρας να είχε απαιτήσει πολύ πιο μακρόχρονες και επίπονες διαδικασίες. Η δικτατορία είναι σαν ένα από αυτά τα μεγάλα παλιά έπιπλα που δεσπόζουν σε ένα δωμάτιο τόσο πολύ που δεν τα παρατηρούμε ποτέ.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Φτιάχνεται η κερκόπορτα!
