


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Να ρουφάς κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Και ταυτόχρονα η πρώτη σου. Το είπε με εξαίσιο τρόπο ο Βίβιαν Λι –ως Σκάρλετ Ο’Χάρα- στο «Όσα παίρνει ο άνεμος». «Tomorrow is another day…”


Το ημερολόγιο γράφει 27 Αυγούστου 1955. Στο χωριό Βορίζια της Κρήτης έχει στηθεί μεγάλο γλέντι για τον εορτασμό του Αγίου Φανουρίου. Τα γλέντια, οι τσικουδιές, το κρασί, η λύρα και οι μαντινάδες πάνε κι έρχονται. Ποιος να ‘ξερε, όμως, τι πρόκειται να συμβεί σε λίγη ώρα.
Βρισκόμαστε στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ο 38χρονος Κρητικός κτηνοτρόφος και δασοφύλακας, Γιάννης Φραγκιαδάκης, κάθεται σ’ ένα καφενείο και πίνει με τους φίλους του. Ξαφνικά μια παρέα εμφανίζεται και κατευθύνεται προς το μαγαζί του Μανούσου Εμμανουήλ Βεϊσάκη, το οποίο βρίσκεται ακριβώς δίπλα.
Τους φωνάζει να μην πάνε σ’ εκείνο το καφενείο και να κοπιάσουν στο δικό του. Οι φωνές φτάνουν ως τα αυτιά του Βεϊσάκη. Εκείνος οργισμένος παίρνει ένα μαχαίρι από το μαγαζί, κατευθύνεται προς το τραπέζι στο οποίο κάθεται ο δασοφύλακας και του δίνει μια μαχαιριά στην πλάτη.
Το θύμα δεν προλαβαίνει να αντιδράσει και πεθαίνει επί τόπου. Τα πανηγύρια έχουν τελειώσει. Οι κάτοικοι του χωριού σοκάρονται και τρέχουν να κρυφτούν στα σπίτια τους για να σωθούν από το κακό που ερχόταν. Μια βεντέτα είχε μόλις ξεκινήσει.
Οι συγγενείς του δολοφονημένου Φραγκιαδάκη παίρνουν τα όπλα και βγαίνουν στο χωριό με σκοπό να σκοτώσουν όποιον συγγενή του Βεϊσάκη βρουν μπροστά τους. Ο πρώτος άτυχος που πέφτει μπροστά τους είναι ο 18χρονος Μανούσος Βεϊσάκης, πρωτεξάδελφος του Βεϊσομανούσου, ο οποίος πυροβολείται θανάσιμα στον εξώστη του σπιτιού του, όπου βγαίνει για να δει τι έχει συμβεί, μετά το πρώτο φονικό.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις του συγγραφέα Δημήτρη Ξυριτάκη στο βιβλίο Λόγω τιμής – Ιστορίες κρητικής βεντέτας, οι σκηνές που διαδραματίζονται στο χωριού είναι βγαλμένες από ταινία. Γυναίκες να θρηνούν με αναφιλητά τους νεκρούς τους και τρεις άνδρες να κυκλοφορούν στο χωριό πυροβολώντας όπου βρουν.
Από τις σφαίρες τους πεθαίνει ακόμη ένας κάτοικος του χωριού, ονόματι Μιχάλης Λεονταράκης. Αυτό που συμβαίνει, όμως, μερικά λεπτά μετά ξεπερνά την ανθρώπινη λογική.
Στην αυλή του σπιτιού του δασοφύλακα έχει μαζευτεί κόσμος για να πενθήσει τον Γιάννη Φραγκιαδάκη. Ο Κρητικός ξάδερφος του δολοφονημένου Μιχάλη Λεονταράκη, Θεοχάρης, φτάνει έξω από την αυλή. Στα χέρια, ωστόσο, δεν κρατά κάποιο όπλο αλλά μια χειροβομβίδα.
Την απασφαλίζει και την πετάει στον κόσμο. Η έκρηξη είναι τόσο σφοδρή που χάνουν τη ζωή τους ακαριαία 3 άτομα και άλλα 14 τραυματίζονται πολύ σοβαρά. Μερικοί εκ των οποίων, μάλιστα, ακρωτηριάζονται.
Η χειροβομβίδα σκάει στην αυλή. Σύμφωνα, ωστόσο, με τις διηγήσεις, το κακό θα ήταν ακόμη μεγαλύτερο εάν η χειροβομβίδα έπεφτε μέσα στο σπίτι, κάτι το οποίο ήταν και ο στόχος του δράστη. Το ανώφλι της πόρτας, ευτυχώς, όμως τη σταμάτησε.

Τα νέα από τα πρωτοφανή επεισόδια φτάνουν αμέσως στο Ηράκλειο. Όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις της χωροφυλακής ξεκινούν για τη Βορίζα, ενώ στο σημείο, λίγο αργότερα, φτάνει και διμοιρία του στρατού. Μαζί τους, γιατροί και ασθενοφόρα για να περιθάλψουν τα θύματα μιας βεντέτας, η οποία είχε μόλις ξεκινήσει.
Η εικόνα που αντικρίζουν τα σωστικά συνεργεία είναι πρωτοφανής. Κατεστραμμένα σπίτια, πτώματα και άνθρωποι ακρωτηριασμένοι στους δρόμους. Τους διασωθέντες τους βρίσκουν κλειδαμπαρωμένους στο σχολείο του χωριού. Είχαν φτάσει εκεί για να σωθούν από τα φονικά.
Η είδηση του μακελειού φτάνει την επόμενη μέρα ως τις εφημερίδες της Αθήνας, οι οποίες κάνουν εκτενή αναφορά στα επεισόδια που κόστισαν τη ζωή σε έξι άτομα σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό της Κρήτης.
Οι δράστες των επιθέσεων, μεταξύ αυτών και ο Λεονταράκης που πέταξε τη χειροβομβίδα, συλλαμβάνονται και οδηγούνται στη φυλακή. Τον Ιούνιο του 1956, λίγο πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος από το φονικό, το Β’ Κακουργιοδικείου Αθηνών εκδίδει την απόφασή του.
Οι δράστες των δύο πρώτων δολοφονιών καταδικάζονται σε κάθειρξη 20 και 10 ετών αντίστοιχα, ενώ ο Θεοχάρης Λεονταράκης, εξάδελφος του δολοφονηθέντος Μιχάλη και υπεύθυνος για το φονικό με τη χειροβομβίδα, σε 25 χρόνια.
Η τραγική ειρωνεία; Ο άνθρωπος από τον οποίο ξεκίνησαν όλα, ο καφετζής και χασάπης Μανούσος Εμμανουήλ Βεϊσάκης, παίρνει χάρη με βασιλικό διάταγμα της 17ης Απριλίου 1963 και μένει στη φυλακή μόλις 8 χρόνια.
Έξι δεκαετίες μετά, η ζωή στη Βορίζια δε θυμίζει σε τίποτα τα αιματηρά επεισόδια που συνέβησαν κάποτε στους δρόμους της. Η 27η Αυγούστου, ωστόσο, έχει πάψει να είναι γιορτή αλλά μια μέρα μνήμης στα θύματα τα οποία έπεσαν στο βωμό μιας από τις αιματηρές βεντέτες που έχουν συμβεί ποτέ στη χώρα.

31/10/2021, 16:00 Protothema.gr/
Από την τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε στον ποταμό Μόρνο, ένας αγωγός διακοσίων περίπου χιλιομέτρων έφερε νερό στη διψασμένη πόλη. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν άρον άρον από την γενέθλια γη τους, ο τόπος καταστράφηκε συθέμελα, οι μπουλντόζες εξαφάνισαν παμπάλαιους οικισμούς, ιστορικές γέφυρες, νεκροταφεία, βυζαντινές εκκλησίες. Δεν γλίτωσε από την καταστροφή κανένα υλικό αποτύπωμα από τη μακραίωνη παρουσία των ανθρώπων σε αυτή τη γωνιά της Στερεάς Ελλάδας.
Οι ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας επικεντρώνονται στο άυλο αποτύπωμα που άφησαν στη μνήμη του ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι έζησαν στα μέρη που κατέπνιξαν τα νερά του Μόρνου. Επέλεξε να ανασύρει από τη λήθη αυτές τις ιστορίες ξαναζωντανεύοντας τες ως μια ωδή σε όλο αυτόν τον κόσμο, που έχασε τη γη κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια του χωρίς ελπίδα επιστροφής.
Το συναξάρι αυτών των ιστοριών δεν αφορά αποκλειστικά στον μικρόκοσμο της κοιλάδας του Μόρνου, αφού παρόμοιες συναντάμε σε όλη την ελληνική ύπαιθρο μέχρι την δεκαετία του ’70.
Η αναγνώριση αυτού του βιβλίου ενισχύει την άποψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να συμπεριφέρεται οικολογικά, να λειτουργεί ως νοικάρης αυτού του πλανήτη και όχι ως κυρίαρχος ιδιοκτήτης. Ως έλλογο ον οφείλει να συντελεί στην αρμονική συνύπαρξη του έμψυχου και άψυχου κόσμου.
Πρόλογος
Ήδη στον τίτλο της συλλογής διηγημάτων του Κώστα Μπερτσιά ενυπάρχει το στοιχείο της αντίθεσης, όνειρα που σχηματίστηκαν κάποτε, υπήρξαν και έσβησαν στη συνέχεια, ενώ στο μυαλό σφράγισαν αναμνήσεις που παρέμειναν ζωντανές. Τελικά, η μνήμη γίνεται βάλσαμο στον πόνο και την πίκρα και οδηγεί στη νοερή αναβίωση του παρελθόντος.
Πρόκειται για ένα παρελθόν όχι αυστηρά προσωπικό, γιατί μέσα από αυτό ξετυλίγεται με τη ζωντανή παραστατική αφήγηση, τη γλαφυρή περιγραφή και την αμεσότητα των διαλόγων, η κουλτούρα και η παράδοση της ελληνικής επαρχίας, που μπροστά στην τεχνολογική εξέλιξη και τις εκάστοτε αναφυόμενες σκοπιμότητες, καθίσταται το σφάγιο στο βωμό της λεγόμενης «αειφόρου ανάπτυξης», της οικονομικής και κοινωνικής εξέλιξης.
Αυτό που περισσότερο γοήτευσε τον άνθρωπο από την αρχαιότητα, η φύση, και μάλιστα η ελληνική φύση με τη διαύγεια, την καθαρότητα και την αισθητική της καλλιγραμμία, από τον Ηράκλειτο μέχρι και τον Αριστοτέλη και τους νεότερους φιλόσοφους, χάνει την αυτοδυναμία της και γίνεται υποχείριο της όποιας εξέλιξης, που δυστυχώς λησμονεί την «αρχή» της.
Από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, αναδύεται μέσα από τα διηγήματα ένα σφοδρό κατηγορώ κατά της κοντόφθαλμης πολιτικής των αρχών, της έλλειψης διορατικότητας και προγραμματισμού διεπόμενων από σεβασμό προς τη φύση, την ιστορία, την παράδοση και τον πολιτισμό.
Εδώ ακριβώς, τοποθετείται το μεγάλο θέμα της ηθικής ευθύνης του ανθρώπου και κυρίως του σύγχρονου ανθρώπου, του δελεασμένου από τα επιτεύγματα της τεχνολογικής ανάπτυξης. Το κόστος είναι ιστορικό, κοινωνικό, ηθικό, αισθητικό.
Κάπου σημειώνει ο αφηγητής: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Τα συναισθήματα αυτά είναι οικεία και γνώριμα στον κόσμο της Κύπρου. Νοσταλγούμε την Αμμόχωστο, την Κερύνεια, τον Απόστολο Ανδρέα, ενώ ζούμε στον τόπο μας και αυτό κάνει την πίκρα μας πιο οδυνηρή.
Στο κεφάλαιο «Ο Χαμένος Παράδεισος», ο λόγος είναι λυρικός, ενέχων εντός του δύναμη ομηρική, εμποτισμένη από την αγάπη και τη λαχτάρα ενός κόσμου που άλλοτε ζούσε και δημιουργούσε αστείρευτα. Ήταν τότε τα χρόνια του πατρικού σπιτιού, της παιδικής ηλικίας, που σφραγίζει ανεξίτηλα κάθε ανθρώπινη ψυχή.
Μέσα όμως από την ανάμνηση των οικογενειακών περιστατικών, αναδεικνύονται συγχρόνως και ιστορικές στιγμές του Ελληνισμού, που κινούνται μέσα σε τραγικές αντιθέσεις. Στα δύσκολα χρόνια του πολέμου «δεν πρέπει να εκμεταλλευόμαστε την ανάγκη των ανθρώπων», σημειώνει τελικά με ανθρωπιά ο αφηγητής.
Εξάλλου, η ηθική διάσταση συμπορεύεται με την φυσική διάσταση των πραγμάτων, όπως φαίνεται στο διήγημα «Ο Μόρνος βρυχάται και σπέρνει την καταστροφή» σημειώνει η Φώφη Παντελή, φιλόλογος, διευθύντρια μέσης εκπαίδευσης στη Λευκωσία.
Προ-Κείμενο
Είχα την τύχη να γεννηθώ και να ζήσω μέχρι τα δεκαοχτώ μου σε μια όμορφη κοιλάδα, που τη διέσχιζε και την τροφοδοτούσε ένα ποτάμι με πλούσια και γάργαρα νερά, ο Μόρνος ποταμός.
Τα νερά του Μόρνου προτίμησε να «απαλλοτριώσει» η υδροκέφαλη πρωτεύουσά μας, η Αθήνα, και με τη δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης να τα μεταφέρει στα υδραγωγεία της για να ξεδιψάσει τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που η κοντόφθαλμη πολιτική του ελληνικού κράτους συγκέντρωσε σε αυτή τη γωνιά της αττικής γης.
Με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις εκδιώχθηκαν από τη γη τους οι κάτοικοι, διαλύθηκαν χωριά με πολύχρονη ιστορία, διερράγησαν οικογενειακή δεσμοί, καταστράφηκε μια ολόκληρη περιοχή με αξιόλογα ιστορικά μνημεία, αλλοιώθηκε το ευρύτερο περιβάλλον και, γενικά, εξαφανίστηκε το αποτύπωμα χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν και έζησαν σε αυτόν τον τόπο. Κι όλα αυτά, έγιναν με πρόσχημα το κοινό καλό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον.
Πρέπει να ήταν καμιά σαρανταριά χρόνια πριν όταν, ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, αγναντεύοντας τη λίμνη από ψηλά, άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου διάφορες ιδέες, σαν τις πιο πάνω.
Μπορεί και να οφειλόταν στη νοσταλγία που κατά καιρούς με καταλάμβανε. Ο Γιώργος Σεφέρης, αυτό το συναίσθημα το είχε συμπυκνώσει εύστοχα με τις πιο κάτω λιγοστές λέξεις: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».
Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου την εικόνα του τοπίου, που είναι τώρα σκεπασμένο από τα εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, να τη βάλω δίπλα στην τρέχουσα εικόνα και να κάνω τη σύγκριση. Ποια είναι πιο όμορφη, η παλιά ή η καινούργια; Ποια όμως θα είναι τα κριτήρια επιλογής; Πώς μπορούν αυτές οι εικόνες να μπουν δίπλα-δίπλα και να συγκριθούν, όταν μάλιστα η μία υπάρχει μόνο σαν μνήμη, καταχωνιασμένη κάπου στο μυαλό απ’ όπου πρέπει να αναδυθεί; Πόσο ζωντανή θα μπορούσε να είναι για να σταθεί ισάξια δίπλα σε αυτό που τα μάτια μου βλέπουν άμεσα τώρα; Έτσι άρχισε η άσκηση. Η ανάσυρση τελικά ήταν πιο εύκολη απ’ όσο νόμιζα. Κάποιες φορές η μνήμη εξαφάνιζε τα νερά, που λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, και αντίκριζα εκεί μπροστά μου ολοζώντανη την κοιλάδα σε όλο της το πλάτος και το μήκος. Σαν μηχανή του χρόνου λειτουργούσε ο νους μου και κατάφερνε να βλέπει ακόμη και τους ανθρώ-πους του κάμπου ολοζώντανους στις καθημερινές τους δραστηριότητες.
Αυτή η νοητική άσκηση έδωσε τα πρώτα σπέρματα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου.
Όλο αυτό το διάστημα, που αγωνιζόμουν να βρω τις κατάλληλες λέξεις και τον πρέποντα αφηγηματικό βηματισμό για τη συγγραφή των δεκαοχτώ διηγημάτων αυτού του βιβλίου, ένα μεγάλο ερώτημα μονίμως ερχόταν μπροστά μου:
Έχουμε άραγε ως άνθρωποι, και μάλιστα περαστικοί από αυτόν τον κόσμο, το ηθικό δικαίωμα να καταστρέφουμε τη φύση και το περιβάλλον που μας φιλοξενεί, επικαλούμενοι διάφορες βαρύγδουπες έννοιες, όπως «κοινό καλό», «δημόσιο συμφέρον», «οικονομική ανάπτυξη» ή κάποιες λιγότερο «ενοχοποιητικές», όπως «πράσινη» ή «αειφόρος ανάπτυξη», χωρίς να ορίζουμε επακριβώς τη σημασία τους;
Εάν ως χώρα είχαμε ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, δεν θα συγκεντρωνόταν ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας στην Αττική και τότε σίγουρα δεν θα υπήρχε ανάγκη να καταστραφεί η ορεινή Δωρίδα με την τεχνητή λίμνη του Μόρνου.
Εάν γινόταν σωστή μελέτη, που θα ελάμβανε υπόψη την επαπειλούμενη αισθητική υποβάθμιση των περιοχών τοποθέτησης των αιολικών και ηλιακών πάρκων, δεν θα είχαμε αυτά τα εκτρώματα που αντικρίζουμε σήμερα στα πάλαι ποτέ πανέμορφα βουνά μας.
Εάν οι περιβαλλοντικές μελέτες που γίνονται για κάθε είδους μεγάλα και μικρά έργα εστίαζαν περισσότερο στις αισθητικές συνέπειες, αλλά και στην ιστορική κουλτούρα που κουβαλά κάθε τόπος που θα επηρεαστεί από τη δημιουργία αυτών των έργων, τότε θα ήμασταν μια χώρα που θα απεδείκνυε έμπρακτο σεβασμό για το ένδοξο παρελθόν της και σοβαρή μέριμνα για τις μελλοντικές γενιές από τις οποίες δανείζεται πόρους για την επιβίωσή της.
Πιστεύω πως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα ενισχύει και τη δική σας πεποίθηση, ότι ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως κυρίαρχος του πλανήτη, αλλά ως συνδετικός κρίκος για την αρμονική συνύπαρξη έμψυχου και άψυχου κόσμου. Δεν είμαστε νοικοκύρηδες σε αυτόν τον πλανήτη, μόνο νοικάρηδες.
Κωνσταντίνος Γεωργίου Μπερτσιάς – Ιούνιος 2021

Αυτή η γέφυρα είναι στο βυθό της λίμνης του Μόρνου εδώ και 40 χρόνια. Κατασκευάστηκε το 1932 στον Κόκκινο ποταμό, παραπόταμος, του Μόρνου. Η κατασκευή της βοήθησε συγκοινωνιακά όλη την ορεινή δωρίδα.







Ο πιο μικρός αναγνώστης!

Κωνσταντίνος Τσικλητήρας (1888 – 1913)
Θρυλική μορφή του ελληνικού αθλητισμού, τέσσερις φορές Ολυμπιονίκης στα αγωνίσματα άνευ φοράς.
Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1888 στην Πύλο της Μεσσηνίας από εύπορη οικογένεια της περιοχής. Ο πατέρας του τον έστειλε στην Αθήνα για να σπουδάσει Οικονομικά, αλλά ο νεαρός Κωστής έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Γράφτηκε στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο και το 1906 είχε την πρώτη επιτυχία, καθώς κατέκτησε την τρίτη θέση στο μήκος άνευ φοράς στους Πανελληνίους Αγώνες με επίδοση 2.83 μ. Αμέσως, όμως, έρχεται και η πρώτη απογοήτευση, όταν στους Μεσολυμπιακούς της Αθήνας, τον ίδιο χρόνο, κατετάγη 6ος στο ύψος άνευ φοράς με 1.30 μ, ενώ στο μήκος άνευ φοράς αποκλείστηκε στον προκριματικό.
Σφίγγει τα δόντια, δουλεύει σκληρά και το 1907 κατακτά τρία χρυσά μετάλλια στους Πανιώνιους Αγώνες της Σμύρνης: στο άλμα εις ύψος με 1.65 μ., στο ύψος άνευ φοράς με 1.40 μ. και στο μήκος άνευ φοράς με 3.14 μ. Την επόμενη χρονιά έρχεται η μεγάλη διάκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, όταν κερδίζει δύο αργυρά μετάλλια: στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ. και στο μήκος άνευ φοράς με 3.25 μ.
Ο Τσικλητήρας ήταν ψηλός (1.92 μ.) με θαυμάσια αλτικότητα, που οφειλόταν στα δυνατά του πόδια και στο εκπληκτικό «σπάσιμο» της μέσης του. Ιδού, πως τον περιγράφει ο ανταποκριτής της εφημερίδας Χρόνος στο Λονδίνο και γνωστός λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου:null
…Είνε σώμα υψηλόν, λεπτόν, καλογραμμένον. Εις το σχέδιον του μελαχροινού προσώπου του, των μήλων, των ματιών, των χειλέων, του πώγωνος νομίζεις ότι επέρασεν, ελαφρώς, ολίγον κοντύλι Γκύζη. Από πάνω ως κάτω ο νέος αυτός έχει ευγενεστάτην γραμμήν. Μελαχροινός, πολύ υψηλός σχετικώς με τη νεότητά του, πόδια μεγάλα και λαστιχένια, ως σκύλου πόιντερ, σύμμετρον και χαριτωμένον σύνολον. Το μόνον μειονέκτημά του είνε ότι δεν έχει, ακόμη, την αθλητικήν ανάπτυξιν που του χρειάζεται. Πολύ ολίγον έχει γυμνασθή και είνε μάλλον αδύνατος. Αλλά η νίκη του εις το αγγλικόν στάδιον του έδειξε τον δρόμον και είνε αρκετά έξυπνος ώστε να μη τον χάση. Από τώρα και εις το εξής πρέπει να ζη διαρκώς μέσα εις τα γυμναστήρια.
Ο Τσικλητήρας επανέλαβε το κατόρθωμα του Λονδίνου τέσσερα χρόνια αργότερα. Στους Ολυμπιακούς της Στοκχόλμης το 1912 κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φοράς με 3.37 μ. (παγκόσμιο ρεκόρ του ιδίου με 3.47 μ. από την 1η Απριλίου) και χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με 1.55 μ., αφού χρειάστηκε να δώσει σκληρή μάχη και στα δύο αγωνίσματα με τους αδελφούς Άνταμς από τις ΗΠΑ. Ο Τσικλητήρας επέστρεψε τροπαιούχος στην Αθήνα, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή, ενώ διθυραμβικά ήταν και τα σχόλια του Τύπου.
Δύο μήνες μετά τον θρίαμβο της Στοκχόλμης ξεσπά ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (4 Οκτωβρίου 1912) και ο Τσικλητήρας στρατεύεται. Του προτείνουν να παραμείνει στο Φρουραρχείο Αθηνών, αλλά αυτός αρνείται. Θέλει να πάει στο μέτωπο για να μην κατηγορηθεί για ευνοϊκή μεταχείριση. Εκεί στην πρώτη γραμμή προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα και άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Φεβρουαρίου 1913. Ήταν μόλις 25 ετών. Προς τιμήν του, ο Πανελλήνιος διοργανώνει από το 1963 συνάντηση στίβου με την επωνυμία Τα Τσικλητήρεια.
Ο Τσικλητήρας, εκτός από τη μεγάλη του αγάπη για τον στίβο, γοητεύτηκε από το ποδόσφαιρο, ένα νέο άθλημα, που συνέπαιρνε τους νεαρούς της εποχής του. Έπαιξε τερματοφύλακας στον Ποδοσφαιρικό Όμιλο Αθηνών (ΠΟΑ), που ίδρυσε ο συναθλητής του στον Πανελλήνιο Γεώργιος Καλαφάτης και το 1924 μετονομάσθηκε σε Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο (ΠΑΟ).
Πηγή: https://www.sansimera.gr/
Δεν γίνεται να φυτέψεις ένα βελανίδι το πρωί και να περιμένεις ότι το απόγευμα θα κάθεσαι στον ίσκιο μιας βελανιδιάς.
Αντουάν ντε Σαιν-Εξπερύ, 1900-1940, Γάλλος συγγραφέας