Σοφά λόγια

Ο κόσμος είναι η αντανάκλασή σου. Αναποδογύρισε τις πεποιθήσεις σου και ο κόσμος, σαν μια σκιά, θα ακολουθήσει. Η πραγματικότητα θα πάρει τη μορφή μιας νέας αντίληψης.

Big Quit

Παρατηρείται μια διεθνής τάση αποχώρησης των εργαζομένων από τις εργασίες τους. Στις ΗΠΑ ακούει συνήθως στο όνομα Big Quit, στην Κίνα στο όνομα Lying Flat και Lie flat (Tang Ping). Επί της ουσίας συνιστά μία παραίτηση από την προσπάθεια οικοδόμησης μιας πιο εύπορης και άνετης ζωής. Το φαινόμενο αυτό, δείχνει να αποκτά ισχυρή παρουσία μετά τα συνεχόμενα lock downs…

Προφανώς, είναι δύσκολο να μπορέσει κανείς να αποτυπώσει τόσο νωρίς και στο απαιτούμενο βάθος τόσο τις γενεσιουργές αιτίες όσο και να προβλέψει την εξέλιξή του. Μπορεί όμως να προβληματιστεί πάνω σε κάποιους παράγοντες. Εν πρώτοις με την ίδια τη συλλογική ψυχολογία. Έχουν περάσει δύο χρόνια κλεισούρας και φόβου. Και το γνωστό «αίσθημα της αθανασίας» που χαρακτηρίζει κυρίως τους νεότερους ανθρώπους μπάζει νερά. Όχι, δεν ζεις αιώνια. Για την ακρίβεια, μπορεί να πεθάνεις ανά πάσα στιγμή επειδή απλά βρέθηκες στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή και χαιρέτισες τον λάθος άνθρωπο. Η απλή αυτή συνειδητοποίηση του αυτονόητου, παράγει μπόλικες δόσεις ματαιοπονίας…

Το lockdown επέφερε αλλαγές στον τρόπο εργασίας. Η τηλεργασία, προσέφερε τη δυνατότητα να μεταφέρει κανείς τον χώρο άσκησης των καθηκόντων του σε έναν πιο οικείο χώρο, να ντύνεται απλά, να συμπεριφέρεται normal, να μη νιώθει την πίεση ανωτέρων. Να κατανέμει τον χρόνο κατά το δοκούν. Η κλεισούρα προφανώς αποτέλεσε το σκληρό αντίβαρο, όμως επιστρέφοντας 100% στους συνήθως αποστειρωμένους χώρους εργασίας, βίωσε μία απογοήτευση. Έζησε, χάρηκε και συνήθισε μία προσφιλή κατάσταση και δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι για πολλές δεκαετίες θα ζήσει περίκλειστος…

Η μετατροπή των ανθρώπων σε υπαλλήλους, που χαρακτήρισε μια ολόκληρη εποχή, τους στέρησε την απόλαυση της προσωπικής δημιουργίας, των ολοκληρωτικά προσωπικών επιτευγμάτων, της δυνατότητας να παρακολουθείς τη γέννηση, την εξέλιξη, τη μορφοποίηση και την επιτυχή ολοκλήρωση μιας ατομικής δημιουργίας. Ως κομμάτι ενός πολυσύνθετου παζλ ενός project, χάνονται μέσα στα γρανάζια, δυσκολευόμενοι να αντλήσουν ικανοποίηση. Αυτό το έλλειμμα το αντήλαξαν με μία descent ζωή, χωρίς ιδιαίτερα άγχη επιβίωσης και ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο για τους ίδιους και τους οικείους τους.

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν το έλλειμμα πλέον δεν αντισταθμίζεται επαρκώς. Για πολλές δεκαετίες, λησμονήσαμε την ύπαρξη των αναγκαίων οικονομικών κύκλων, «προσπερνώντας» τα χρήσιμα συγκυριακά πισωγυρίσματα με δέσμευση πλούτου και πόρων που ανήκαν στις επόμενες γενεές. Οι κρατικές γραφειοκρατίες, για να διατηρούν χαρούμενους τους ψηφοφόρους, πήραν την μπαγκέτα και επέτρεπαν με δανεικά και πλαστό χρήμα στην ορχήστρα να παίζει, ακόμα και όταν το πλοίο έβρισκε σε παγόβουνο και χρειαζόταν άμεσα επισκευή στο καρνάγιο…

Ο λογαριασμός αρχίζει πλέον και έρχεται στις αδικημένες, τότε μελλοντικές νυν παρούσες, γενεές και για την ακρίβεια η λυπητερή περιλαμβάνει ακόμα μόνο τα ορεκτικά. Όταν δεν σε ευχαριστεί η εργασία σου και δεν βρίσκεις και αξιόλογη οικονομική προοπτική για να τη συνεχίσεις, η απογοήτευση με τάσεις παραίτησης είναι στοιχεία αναπόφευκτα…

Το Lie flat, το ξάπλωσε και μην κάνεις τίποτα, αποτελεί ουσία θεωρητικοποίηση μίας αδυναμίας. Δεν μπορώ να επιτύχω μία καλύτερη ζωή, άρα την απαξιώνω. Μία ενστικτώδης προσωπική άμυνα. Θα χρησιμοποιούσα τη φράση «κάνω τον πόνο μου κουράγιο», όμως εμπεριέχει ανώφελα στοιχεία απαξίας. Δεν είναι το ανάλογο των χίπις, παιδιά ευπόρων οικογενειών που απαξίωναν την κακή κατανάλωση στα πλαίσια ενός trend, είναι παιδιά που απαξιώνουν έναν τρόπο ζωής γιατί δεν βρίσκουν τον τρόπο να τον αποκτήσουν. Παιδιά που κάθισαν στα θρανία για χρόνια επί χρόνων, αποξενώθηκαν από την πραγματική ζωή, την κοινώς λεγόμενη και πιάτσα, και το μόνο που εκπαιδεύτηκαν να κάνουν δεν τους προσφέρει όσα προσέφερε στους γονείς τους…

Συνήθως οι τάσεις αυτές είναι περιστασιακές, απορροφώνται μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών και οικονομικών δυναμικών. Κύμματα που συνήθως σκάνε ερμητικά πάνω σε σκληρά πανάρχαια βράχια και αποσύρονται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν δημιουργούν και τις προϋποθέσεις μεταβολών. Ή καλύτερα δεν επιταχύνουν τις αναγκαίες μεταβολές. Το παγκόσμιο reset, μπορεί να περιμένει κάποια χρόνια, μπορεί όμως και να έρθει de facto νωρίτερα. Με πολύ πόνο για όσους έσπασαν τον κουμπαρά των παιδιών αυτών, με ελπίδα όμως για τους νέους.

Στα πλαίσια των μεταβολών αυτών, δεν μπορούμε ίσως να μην αναμένουμε την ανατροπή των μορφών εργασίας, αλλά και του προσανατολισμού της εκπαίδευσης. Μία στροφή από τις σπουδές για τις σπουδές σε μία καλλιέργεια επαγγελματικών δεξιοτήτων σχετιζόμενων με τέχνες και τεχνικές που πέραν όλων των άλλων, θα ξαναφέρουν σε στενή επαφή τον εργαζόμενο με το καθ ολοκληρία αντικείμενο, να νιώσει εκ νέου πραγματικά χρήσιμος και δημιουργικός.

Και το πιο σημαντικό, να ενισχυθεί το αίσθημα της ελευθερίας και των ελεύθερων επιλογών σε όλους τους τομείς και εκφάνσεις της ζωής. Να μην αναζητά κανείς την «ελευθερία» δια της παραίτησης, μια «ελευθερία» απομόνωσης και ματαιοπονίας. Η λύση δεν βρίσκεται στον κάθε μορφής μοναστικό βίο, αλλά στην γεμάτη δημιουργία και ελευθερία κοσμικότητα…

Sotiris chinos

“Η Σχολή των Θεών”

– Τρώγε λιγότερο, ονειρέψου περισσότερο. Κοιμήσου λιγότερο, ανέπνεε περισσότερο. Πέθαινε λιγότερο και ζήσε για πάντα.

από το διάσημο βιβλίο του Stefano Ellio D’ Anna “Η Σχολή των Θεών” που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ελφίλ.

Ο πρώτος Έλληνας street artist στην Αμερική του ’50

Ο επισκέπτης σήμερα της πλατεία της Elizabeth Tower του Πόρτλαντ, συναντά ένα πολύ πρωτότυπο έκθεμα, δύο υποστυλώματα (βάθρα) γέφυρας που έγιναν γνωστά ως Lovejoy Columns. Το ιδιαίτερο με αυτά τα υποστυλώματα είναι ότι δεν χτίστηκαν στο σημείο αυτό αλλά ήρθαν με μεταφορά. Αρχικά τα βάθρα αυτά στήριζαν την μεγάλου μήκους ράμπα-γέφυρα Lovejoy αλλά επειδή έφεραν επάνω τους τα πρώτα street-art έργα του Πόρτλαντ απέφυγαν αρχικά την κατεδάφιση για να μεταφερθούν αργότερα στην πλατεία αυτή. Το ακόμα ποιο ενδιαφέρον στην ιστορία είναι ότι τα έργα αυτά είναι επηρεασμένα κυριως από την ελληνική κουλτούρα και ο δημιουργός τους φέρει το όνομα Tom Στεφόπουλος.

Φωτισμένη, μία από τις δύο Lovejoy Columns
Ο γνωστός Έλληνας TAKI 183, είναι ο πρώτος που έκανε bombing την υπογραφή του στη Νέα Υόρκη και ανάγκασε το 1971 τους “New York Times” να του αφιερώσουν ένα ολόκληρο άρθρο. Το διάσημο tag (υπογραφή του) δήλωνε απλώς ψευδώνυμό του (από το Dimitrakis) και την 183η οδό στο Washington Heights που έμενε. Αν ο ΤΑΚΙ θεωρείται ο πατέρας του γκράφιτι, ένας άλλος Έλληνας μετανάστης θα μπορούσε να διεκδικήσει την πατρότητα της σύγχρονης street-art. Πρόκειται για την εξίσου ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακή ιστορία του Τομ Στεφόπουλου που πρωτοπόρισε κάνοντας streeet-art στα μέσα του 20ου αιώνα στο Πόρτλαντ του Όρεγκον.

Η ιστορία του Αθανάσιου Στέφου που είναι άγνωστη ακόμα στην Ελλάδα, ξεκινάει από ένα μικρό χωριό της ορεινής Φωκίδας με το όνομα Κόκκινος, στο οποίο γεννήθηκε πιθανότατα το έτος 1892. Όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες την εποχή εκείνη, αποφάσισε να μεταναστεύσει για την Αμερική το 1910, όπου άλλαξε το όνομά του σε Τομ Στεφόπουλος. Το έμφυτο ταλέντο που είχε στη ζωγραφική δεν αρκούσε φαίνεται για να βιοποριστεί από την τέχνη του με αποτέλεσμα να δουλέψει για πολλά χρόνια ως φύλακας στους σιδηροδρομικούς σταθμούς του βορειοδυτικού Πόρτλαντ για την SP & S RailroadCompany. Εκεί ο Tom ξεκίνησε να δημιουργεί έργα κατά τη διάρκεια των πολλών και ήσυχων ωρών της βάρδιας του. Αρχικά σχεδίαζε με κιμωλία, αλλά μετά από την ενθάρρυνση των περαστικών τα πέρασε από πάνω με μπογιά. Οι τοιχογραφίες κέρδισαν γρήγορα το ενδιαφέρον του Tom, που άρχισε σταδιακά να αποκτά τοπική φήμη και προβολή από τα μέσα ενημέρωσης της περιοχής. Από το 1948 έως το 1952, ο Τομ Στεφόπουλος δημιουργεί μια σειρά από έργα στα υποστυλώματα-βάθρα της γέφυρας Lovejoy, που ήταν κτισμένα μέσα στο σιδηροδρομικό σταθμό που εργαζόταν.


 Οι τοιχογραφίες του που είναι ένα πάντρεμα ελληνικής μυθολογίας και Αμερικανικής κουλτούρας,  χαρακτηρίζονται από ένα εξαιρετικά καλλιγραφικό στυλ. Ένα από τα πιο γνωστά έργα του, είναι του φιλοσόφου Διογένη, που περπατάει στους δρόμους της Αθήνας με το φανάρι του, αναζητώντας για έναν έντιμο άνθρωπο. Τα τοπία, οι κουκουβάγιες, τα ανθρωπόμορφα δέντρα και οι άλλες ιδιόμορφες τοιχογραφίες (λάδι σε τσιμέντο) του Tom έφτασαν να γίνουν σήμα κατατεθέν της πόλης. Πιστεύεται ότι ο Tom ολοκλήρωσε περίπου μια δωδεκάδα έργων ζωγραφικής κάτω από την γέφυρα του Lovejoy, αλλά δεν υπάρχουν φωτογραφικά ντοκουμέντα για όλα. Πέθανε το 1971.

Ο φιλόσοφος Διογένης περιπλανιέται στο Πόρτλαντ

Λόγω της ανάγκης της πόλης για επέκταση και ανάπτυξη αποφασίστηκε η κατεδάφιση της γέφυρας-ράμπας Lovejoy, αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα να ξεκινήσει το 1997 μια προσπάθεια διάσωσης των βάθρων της. Πρωτοστάτες ήταν μια ομάδα αρχιτεκτόνων εθελοντών με την ονομασία Rigga που αφοσιώθηκαν στο σκοπό αυτό. Μετά από μία εκτεταμένη άσκηση πίεσης προς την γειτονιά και τις αρμόδιες αρχές, η ομάδα κατάφερε να πείσει την πόλη, όχι μόνο να σώσει τις τοιχογραφίες, αλλά ολόκληρα τα βάθρα πάνω στα οποία διασώζονταν ακόμα έργα του Tom, με το επιχείρημα ότι αν τα έργα ζωγραφικής αποκοπούν από τα στοιχεία στα οποία φτιάχτηκαν, ένα μεγάλο μέρος της μαγείας τους θα χαθεί. Τελικώς 10 υποστυλώματα “συσκευάσθηκαν” και παρέμειναν για τα επόμενα 5 χρόνια αποθηκευμένα κάτω από τη Γέφυρα Fremont, μιας και οι κάποιες προσπάθειες που έγιναν για την αξιοποίησή τους υπήρξαν ανεπιτυχείς.

Το χρονικό της προσπάθειας για την διάσωση των υποστυλωμάτων και την αποκατάσταση των έργων καταγράφηκε το 2004, σε ντοκιμαντέρ με τίτλο “Lovejoy“, ενώ τον επόμενο χρόνο, 2 από τα 10 υποστυλώματα της γέφυρας Lovejoy (μαζί με 7 έργα), μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στην πλατεία του Πύργου Ελισάβετ, αποτελώντας πλέον ένα μόνιμο και χαρακτηριστικό στοιχείο του αστικού τοπίου του Πόρτλαντ. Τα διασωθέντα έργα συνδέθηκαν άρρηκτα με την ιστορία της πόλης κερδίζοντας σημαντική αναγνώριση και προβολή. 

 Τα υπόλοιπα έργα αν και αρχίζουν να νικούνται από τη φθορά του χρόνου, συνεχίζουν να ελπίζουν σε μία καλή συντήρηση και φυσικά την ανάδειξή τους:

5 εναπομείναντες πίνακες περιμένουν την διάσωσή τους

Ο Τομ Στεφόπουλος δεν ζωγράφισε μόνο τη γέφυρα, αποτέλεσε και ο ίδιος μία πολιτιστική γέφυρα μεταξύ Ελλάδας – Αμερικής και μεταξύ ζωγραφικής και street-art.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Όταν πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας
«Ακρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα, ο Σταμάτης
Σταματίου (Σταμ Σταμ) δεν τον αναγνώρισε. Μάλιστα σχημάτισε την
εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις 10 δραχμές
για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης
τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του.
Ακολουθεί ο χαρακτηριστικός διάλογος, όπως τον κατέγραψε ο Σταμάτης Σταματίου:

«-Κι αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;
Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.
–Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται.
Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε, σκυφτὸς νὰ φύγῃ, ξαναγύρισε.
–Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;
–Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα.
–Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.
–Μά δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἐμεῖς!…
–Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε.
Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι. Ἐσκέφθηκα, μήπως τοῦ
ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.
–Μά τί εἶναι, ἐπὶ τέλους αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;
–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.
–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων… καὶ ποιὸς εἶσθε σεῖς;
–Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
–Ο ἴδιος;
–Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!
Ἔπεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα
ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ
στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω.
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων,
ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον,
εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!… Αὐτὸς ὁ
μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καὶ τσαλακωμένος ἄνθρωπος,
ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!…
Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικὲς καὶ συγκινήσεις ψυχικές, ποὺ
ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους
μακρυνοὺς κι᾿ ἀγνώστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς
μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ
ἐνώπιόν μου!… Τοῦ ἕσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μιὰ λέξι νὰ
προφέρω. Ἀπὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν
ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγῃ τὸ δικό μου καὶ τὸν
ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι… Ἔμεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ
ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ
σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ…»…