Ο Τάσης Βασκαντήρας του Δ. Κανελλοπουλου.

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες«, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη που μας πέρασε από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Κανελλόπουλου, που ως τώρα έχει τυπώσει ποιητικές συλλογές ενώ επίσης διευθυνει το λογοτεχνικό περιοδικό Οροπέδιο με το οποίο έχω συνεργαστεί μια φορά με ένα άρθρο για τον Ρώμο Φιλύρα (που αποσπάσματά του δημοσίευσα κι εδώ).

Τη συλλογή δεν την είχα αντιληφθεί όταν κυκλοφόρησε, αλλά μου τη σύστησε στις γιορτές η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, που ως νεοελληνίστρια έχει πολύ καλή εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής. Η Βογιατζόγλου θεωρεί ότι το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι χαρακτηριστικό δείγμα της «νέας ηθογραφίας», όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα νέο ρεύμα στην πεζογραφία μας, των τελευταίων δεκαετιών, που ανανεώνει το είδος της ηθογραφίας και που πατάει γερά στην ύπαιθρο -την οποία όμως επισκέπτεται διαφορετικά.

Εννοούμε εδώ τον Μακριδάκη, τον Παπαμάρκο με το Γκιακ, πιο παλιά τον Σωτήρη Δημητρίου, και πολλούς ακόμα. Ένα χαρακτηριστικό του νεοηθογραφικού ρεύματος, που ενδιαφέρει και το ιστολόγιο, είναι ότι χρησιμοποιεί λέξεις της ντοπιολαλιάς -που βέβαια δυσκολεύουν το νεότερο κοινό, καθώς οι βίαιες κοινωνικές ανακατατάξεις των περασμένων δεκαετιών έχουν ξεκόψει τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων από λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν ακόμα κι οι πατεράδες τους. Φυσικά, κανείς απ΄όσους υποκριτικά ή καλοπροαίρετα θρηνούν για την υποτιθέμενη λεξιπενία των νέων δεν αναφέρεται στον χαμένο λαϊκό λεξιλογικό πλούτο -και οι δημοσιογράφοι τους οποίους εξαπέλυε ο Μπαμπινιώτης στα σταυροδρόμια για να χώνουν το μαρκούτσι τους στα μούτρα των ανυποψίαστων διαβατών ρωτώντας τους αν ξέρουν τη δείνα ή την τάδε λέξη, ποτέ δεν ρωτούσαν λέξεις λαϊκές, μόνο σκονισμένα «ασκαρδαμυκτί». Αλλά πλατειάζω.

Το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι μικρό -δέκα διηγήματα όλο κι όλο- και όλες οι ιστορίες εκτυλίσσονται στην Ηλεία, τον γενέθλιο τόπο του συγγραφέα. Και μάλιστα, υποψιάζομαι, αλλά δεν κάθισα να το ψάξω, όχι σε όλη την Ηλεία παρά σε ένα μόνο της κομμάτι γύρω από τη Νεμούτα, την ιδιαίτερη πατρίδα του, ίσως τη λεγόμενη ορεινή Ολυμπία. Βρήκα εξαιρετική δύναμη στην αφήγηση του Κανελλόπουλου, αισθάνθηκα γνήσια συγκίνηση διαβάζοντάς το, σίγουρα μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση απ’ οποιοδήποτε άλλο ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα τον τελευταίο χρόνο.

Κι αν ο τόπος είναι η Ηλεία, ο χρόνος είναι ο εικοστός αιώνας, κυρίως από τον μεσοπόλεμο ίσαμε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά με κάποιες αναφορές ίσαμε τη δεκαετία του 1980, ιδίως όταν ένοχα μυστικά φανερώνονται ύστερα από πολλές δεκαετίες. Έχει και φονικά το βιβλίο, έχει και αυτοκτονίες, έχει και κάποιες (καθόλου καθοριστικές όμως) αναφορές στον Εμφύλιο, κυρίως όμως έχει τη δύναμη της δωρικής γραφής του Κανελλόπουλου.

Χαρακτηριστικό της νέας ηθογραφίας όπως είπα είναι η χρήση στοιχείων της ντοπιολαλιάς. Ο Κανελλόπουλος στο τέλος του βιβλίου παραθέτει γλωσσάρι, με τις λέξεις που κρίνει ότι χρειάζονται εξήγηση, με κάπου 110 λήμματα. Από το γλωσσάρι αυτό αντιγράφω εδώ και παραθέτω στο τέλος όσες λέξεις εμφανίζονται στο συγκεκριμένο διήγημα.

Μονοτονίζω αν και μπορεί να μου ξέφυγε κάτι στο οσιάρ.

Ο Τάσης Βασκαντήρας

Στον Ηλία Λ. Παπαμόσχο

Ο Τάσης Βασκαντήρας είχε κάνα δυο χρόνια που άφησε το δασκαλίκι κι έπιασε τα έμπόρια. Έκανε τον τρελό κι έφυγε από την υπηρεσία. Κατάφερε να πάρει και σύνταξη. Γύρισε στο χωριό κι ανέλαβε το εμπορικό του πατέρα του, γιατί τ’ άλλα αδέρφια του, εκτός του Βασίλα, του μικρού που είχε βγάλει το σχολαρχείο, δεν κατέχαν τα γράμματα. Κάτι μήνες μετά που γύρισε, παντρεύτηκε τη Μάρθα του Μουστοβασίλη. Ήταν Αύγουστος του ’27. Κατόπιν, έβαλε τ’ αδέρφια του στη σειρά. Κάνανε εμπόριο χοντρικό και λιανικό.

Το μονό μήνα το καραβάνι —τ’ αδέρφια του μαζί με τους παραγιούς, γύρω στους δεκαπέντε νοματαίους— θα πούλαγε χοντρικά και λιανικά. Υφάσματα για το σπίτι: οργάντζες, μουσελίνες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κι ακόμη λασέ, μεταξωτά, παραδοσιακά, λευκαδίτικα, βυζαντινά, σουφλιώτικα και ινδικά, εργόχειρα και λινά λευκά είδη, είδη προικός, ριχτάρια, παπλώματα, κουρτίνες. Αλλά και υφάσματα για ρούχα — όλων των ειδών και των κομποδεμάτων: κασμίρια εγγλέζικα, τσελβόλια και τσίτια. Κι οι βαντάκες ήσαν γιομάτες χάντρες, κουβαρίστρες, κλωστές ντεμισέ και βελόνες, ψαλίδια και ψαλιδάκια, κι ό,τι άλλο τράβαγε η ψυχή της νοικοκυράς.

Τόν άλλο μήνα, το ζυγό, θα εισπράττανε. Στην είσπραξη θα πήγαινε ο καθένας μόνος του, με δυο τρία ζώα το πολύ, μ’ εμπορεύματα για τις γυναίκες, ψιλολοΐδια. Μπορεί να ’παιρνε μαζί κι έναν παραγιό. Κανόνισε λοιπόν ο Τάσης να γίνεται ή πούληση ως έξης: ο Νικάκης θα εισέπραττε από τις Ράχες κι απάνω μέχρι τη Βέρβιτσα, όπως λέγανε τότε τα Τρόπαια, ο Ηρακλής θα ’πιανε την Πέρα Μεριά, το Νεμουτιάνικο μέχρι την Πετράδα και τ’ Άσπρα Σπίτια, κι ο Θοδωράκης την Κάτω Μεριά — Νιχώρι, Τρανή Λάκκα, Ντελαλή, Μπέλεσι, και στο γυρισμό τα χωριά της Ηραίας. Άφησε απέξω τον μικρότερο, γιατί τον ήθελε κοντά του. Ο ίδιος θα κράταγε το κουμάντο — τους παράδες και τις παραγγελίες. Και τις επαφές με τους μεγαλέμπορους στον Πύργο και στην Πάτρα. Είχε και δυο αδερφές. Τη Λούλα, που την πάντρεψε με τον Τσιόγκα στον Ξερόκαμπο, και την Ντίνα, που την έστειλε στην Αμέρικα να παντρευτεί ένα φίλο του από του Σπάθαρη.

Μένανε όλοι μαζί στο σπίτι, στο πάνω πάτωμα. Κάτω είχανε το μαγαζί, τα εμπόρια. Απάνω, στη μια μεριά ήταν ο όντάς. Εκεί τρώγανε τα μεσημέρια και στις γιορτές, σαν βρίσκονταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό. Στην άλλη μεριά, τους έβαλε ο Τάσης και το χωρίσανε με τις μισάντρες. Δεν ήτανε σωστό να κοιμούνται οι παντρεμένοι με τους ανύπαντρους. Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Η γυναίκα του, η Μάρθα, βρήκε το δωμάτιο μικρό. Πέρναγε καλύτερα στου πατέρα της, έλεγε.

Βούλωσ’ το, της απαντούσε ο Τάσης. Βούλωσ’ το, και θα σε φάει το μαύρο φίδι. Δε θέλω έχτρες με τ’ αδέρφια μου.

Αυτή τίποτα. Όλο μουρμούριζε στα σιγανά.

Από μέρες ο Τάσης είχε πιάσει έναν καβγά με το Νικάκη. Ήτανε μαλακός με τους πελάτες, του ’χανε πάρει τον αέρα. Του ’λεγε να μη δανείζει, να μην ξανοίγεται στην πίστωση. Τίποτα ο Νικάκης. Όλο δικαιολογίες. Ύστερα, έλειπε κι ένα πεντακοσάρικο από τις εισπράξεις που ’φερε τον περασμένο μήνα. Έγραφε στο τεφτέρι: τέσσερις χιλιάδες εφτακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Στον πάγκο όμως άφησε τέσσερις χιλιάδες διακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Ο Νικάκης έλεγε ότι είχε κάνει λάθος κι έγραψε παραπάνω παράδες στο τεφτέρι, ο Τάσης όμως είδε το λογαριασμό περασμένον στο χαρτί, μα η υπογραφή στο πλάι ήταν δυσανάγνωστη. Τον έπιανε με το καλό, το γύριζε στη φοβέρα, δεν έλεγε να ομολογήσει ο Νικάκης.

Ο λόγος ήταν μια κρυφή αγάπη. Αγάπαγε ο Νικάκης. Αγάπαγε τη Δεσπω του Μουσουρούλια, αλλά δεν τολμούσε να το πει. Η οργή του Τάση θα ’πεφτε σαν κεραυνός. Δεν ταίριαζε να πάρει γυναίκα από φτωχόσογο. Κόρη καλατζή ήτανε ή Δέσπω. Με τα γανώματα πιάνονταν και τ’ αδέρφια της. Δύσκολα πράματα, δουλειές για ενα κομμάτι ψωμί, κι αυτό όχι πάντα. Και δε φτάνει που ήταν φτωχιά, είχε κι άρρωστο το μεγάλο της αδερφό, τον Αναγνώστη — χτικιό, λέγανε. Αυτός ήταν φίλος γκαρδιακός του Νικάκη, τον αγαπουσε πιο πολύ κι από τ’ αδέρφια του. Ήσαν φίλοι από μικρά παιδιά. Ύστερα τόν βάρεσε η αρρώστια.

Ήτανε φθινόπωρο προχωρημένο. Απο τη θάλασσα ερχόντουσαν κάτι μολυβένια σύννεφα γεμάτα νερό. Φόρτωνε ο καιρός κατά το Παναχαϊκό και ξεσπούσε δυνατή βροχή. Κάθε μέρα έβρεχε, είχε λασπώσει ο τόπος όλος. Η υγρασία ανυπόφορη, είχε βαλθεί να σακατέψει τα κόκαλα των ανθρώπων. Έριχνε πολύ νερό. Καλό για τους σποράδες, που σε λίγο θ’ αρχίζανε τη σπορά. Η βροχή σταμάτησε τη δουλειά -ήτανε να φύγει ο Νικάκης καταπάνω, για τα χωριά γύρω απ’ τα Τρόπαια, να εισπράξει απ’ τους εμπόρους και να πουλήσει τίποτα ψιλολόγια. Κόντευαν Χριστούγεννα· είχαν ανάγκη τα μετρητά, ν’ αγοράσουν εμπορεύματα.

Ήταν ο καιρός, ήτανε κι ο Τάσης που κάθε μέρα τον βασάνιζε με το πεντακοσάρικο. Τ’ Άι-Δημητριού την άλλη μέρα, ο Νικάκης σηκώθηκε νωρίς. Όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι. Αχάραγα έβαλε φωνή κι έκανε εγερτήριο. Πεταχτήκανε απ’ τα στρώματα οι παραγιοί, μαζί κι ο Βασίλας, κι άρχισαν να φορτώνουν τα ζώα. Ήθελε να φύγει πριν σηκωθεί ο Τάσης, μα δεν τα κατάφερε. Ο Τάσης σηκωνότανε πάντα χαράματα, κι είδε από το μπαλκόνι τις ετοιμασίες.

Κατέβηκε και ρώτησε το Νικάκη:

– Θα φύγεις;

– Ναί, Τάση μου.

– Μη θες να πάρεις και τον μικρό κοντά;

– Όχι, Τάση μου, θα το κάνω το κουμάντο, αποκρίθηκε ο Νικάκης κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Τον αγαπούσε πολύ και τον σεβότανε το μεγάλο του αδερφό.

– Να, λέω, επειδής είναι φορτωμένος ο καιρός.

– Κράτα το παιδί εδώ, να κάνει καμιά δουλειά. Θα πάω μονάχος μου εγώ.

– Καλά, κοίτα να μαζέψεις τίποτα, έχω να πάω στον Πύργο να φέρω εμπόρευμα για τις γιορτές. Μετρητά, ακούς; Μη φερεις πάλι γουρούνια και κοτερά. Δεν έχουμε πού να τα πουλήσουμε.

– Εντάξει, Τάση μου. Μετρητά, μετρητά.

– Έλα να σου ειπώ, είπε ο Τάσης τραβώντας τον παράμερα, κάτω από τη μουριά, να μην ακούνε οι γυναίκες και οι παραγιοί.

Το Νικάκη τον ζώσανε τα φίδια.

– Το πεντακοσάρικο κάπου το ’δωκες, το δάνεισες.

– Μα…, έκανε ο Νικάκης.

– Άσε τα μα και μου. Είμαστε μεγάλη φαμελιά, Νικάκη, τα ’χουμε ανάγκη τα λεφτά.

– Να το ’βρω από την Πατσουριά, Τάση μου. Σου λέω, δεν το ’δωκα, είπε ξαναμμένος ο Νικάκης.

– Μην ορκίζεσαι σε μένα, ρε, τον άντίκοψε ο Τάσης. Ή θα γενείτε αθρώποι ή παίρνω τη φαμελιά μου και φέγω. Θα φέρεις το πεντακοσάρικο τώρα που θα γυρίσεις και τέρμα!

Το μάτι του Τάση γυάλιζε.

Αφού τελειώσανε το φόρτωμα, ρίξανε πάνω από τις κασέλες και τις βαντάκες κάτι σαΐσματα από σπάρτο, που δεν τα πέρναγε η βροχή να καταστρέψει το εμπόρευμα. Τα δεσανε προσεχτικά, και κατόπιν ο Νικάκης έκανε το σταυρό του και κίνησε με τα φορτωμένα ζώα, δύο άλογα κι ένα μουλάρι.

– Καλή πούληση, Νικάκη, να δώκει ο Θεός να φέρεις παράδες, έλεγαν οι παραγιοί.

Οι γυναίκες με τα μικρά —η Μάρθα είχε δυο κι η Θεώνη του Θοδωράκη νεογέννητο, το Θανάση— κάνανε το σταυρό τους και σταυρώνανε το Νικάκη. Όμως η Μάρθα, φουρκισμένη, έβγαλε το φαρμάκι από μέσα της:|

– Τι να φέρει, παιδάκι μου; Ευτούνος μονάχα πεσκέσια στους χαραμοφάηδες ξέρει να δίνει…

Πήρε τη δημοσιά και στου Κουρσέση το ρέμα έκοψε αριστερά μέσα το& λόγγο· άρχισε να κατεβαίνει το φαρδύ μονοπάτι, κατά το Τουμπίτσι. Ακολουθούσε πάντα τόν ίδιο δρόμο. Του άρεσε μέσα στά πλατάνια ν’ ακούει τα πουλιά να κελαηδάνε και τα νερά να κελαρύζουν. Ηρέμησε, αν και τα μάτια του ήσαν υγρά ακόμη από το κλάμα.

Τη διαδρομή την ήξερε καλά, πέτρα πέτρα. Μετά το Τουμπίτσι πήρε το περικοπό κατά του Σπάθαρη. Ειχε μεγάλη ανηφόρά μέχρι ν’ ανέβει στην πλαγιά του Γκούτζιου και να φτάσει στο χωριό. Πέρασε κι απ’ του Ντελαλή. Ερημιά. Σπίτια μισογκρεμισμένα, τα είχαν πνίξει τ’ αλίσβατα και οι αντράκλες. Στάθηκε στο χωράφι του μπάρμπα του του αγαπημένου, του Γιώρη του Πουλή, που πέθανε τριάντα τριών χρονών, να ιδεί τις ελιές που ’χανε οι πρωτοξαδέρφες του, τα κορίτσια του συχωρεμένου. Γιομάτες ήτανε οι ευλογημένες. Θα το μηνύσω της Νικολιάς με τον Ηρακλή, σα γυρίσω, σκέφτηκε. Λίγο παραπάνω έκοψε αριστερά και το πήρε μονορούφι. Βάρεσε τ’ άλογο να κάνει γρήγορα, μην τόνε πιάσει ή βροχή· είχε μπροστά του μια ώρα δρόμο.

Έκεΐ στή στροφή, Γκορτσιά το λέγανε το μέρος, το μονοπάτι στένευε κι έπαιρνε κλίση απότομη. Το δάσος αγρίευε. Πλατάνια αιωνόβια και οξιές και σφεντάμια γιομάτα δροσιές, σφιχταγκαλιασμένα, δεν άφηναν το φως να περάσει ίσαμε κάτω τη χαράδρα. Δυσκόλευε η κατάβαση για τα φορτωμένα ζώα. Έβαλε πρώτα τον Τσίλη και μετά τη μούλα. Ο ίδιος πήγαινε τελευταίος, καβάλα στον Καρρά, άλογο συνετό και μυαλωμένο — είχε περάσει μαζί του αυτά τα γκρεμνά πολλές φορές, κάθε εποχή του χρόνου.

Κάτω έχασκε το ρέμα, βουερό και σκοτεινό. Αυτό ήταν το μέρος που το έλεγαν Πατσουριά. Πολλοί είχανε πνιγεί εκεί, περνώντας αμέριμνοι τη στενή του κοίτη σαν έπιανε ξαφνική βροχή. Τέτοιο ήταν το δέος, που, όταν ορκίζονταν οι άντρες, έλεγαν: «Να το ’βρω από την Πατσουριά». Κι όταν ήθελαν να καταραστούν οι γυναίκες, έλεγαν κι αυτές: «Να που να το ’βρεις από την Πατσουριά».

Καθώς κατέβαινε το σκοτεινό βάραθρο, ένας φόβος φώλιασε στα σωθικά του. Καλόπιανε τα ζώα, τους έλεγε γλυκόλογα, μην ιδούνε ή άκούσουνε τίποτα και προγκήξουνε. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είχε γλιτωμό. Θα γινόταν ένα με τα εμπορεύματα και τα ζώα μέσα στον γκρεμό.

– Άιντε, Τσίλη μου, έλα καλώς τονε. Ήσυχα, πουλάκια μου, κι εγώ θα σας φιλέψω λουκουμάκια σα γυρίσουμε πίσω στο κονάκι…

Όταν κατέβηκε στο ρέμα και λίγο πριν φτάσει ο Τσίλης στην κοίτη, τον κράτησε. Ξεπέζεψε απ’ τον Καρρά και, πατώντας με προσοχή στην άκρια του μονοπατιού, έλυσε τον Τσίλη και του ’δωσε μια με το χέρι στο καπούλι. Σαν άνθρωπος το ζώο μπήκε στο χείμαρρο καί, με δυνατό βήμα, σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια, πέρασε μέσα από τα ορμητικά νερά κι άρχισε να σκαρφαλώνει το ανηφορικό μονοπάτι. Έπιασε σιγανή βροχή και το φως λιγόστεψε. Άστραψε, βρόντηξε και η βροχή δυνάμωσε. Ο Νικάκης φοβήθηκε κι εκανε το σταυρό του. Παναγία μου βόηθα…

Κράτησε τή μούλα που αλαφιαστηκε. Επρεπε να κάνει γρήγορα, γιατί το ρέμα θα κατέβαζε πολύ νερό. Έδεσε τή μούλα πίσω από τον Καρρά, και βάρεσε τ’ άλογο απαλά με την τριχιά στην κοιλιά.

– Έλα, Καρρά μου, έλα, λεβέντη μου, είπε και σφύριξε ένα σκοπό που άρεσε του αλόγου.

Εκείνο ρίχτηκε με δύναμη στο νερό. Από κοντά κι η μούλα. Τίποτα. Δεν μπόρεσε να κολλήσει άπέναντι. Άνθρωπος και άλογο γύρισαν πίσω. Ο Νικάκης ξεφόρτωσε βιαστικά τις βαντάκες και τις άφησε από τη μεριά πού.κατέβηκε.

Η αγωνία του μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Ο Καρράς πάτησε στην άκρη και μισανέβηκε. Η μούλα όμως δεν τα κατάφερνε και τον τράβαγε πίσω. Η βροχή δυνάμωνε. Είχε πέσει σκοτάδι, ίσα που ’βλεπε. Μια ησυχία θανάτου είχε απλωθεί στη χαράδρα. Κι ο Νικάκης όλο βάραγε το άλογο με την τριχιά στα καπούλια, να κάνει γρήγορα -δεν ήθελε πολύ για να κατεβάσει το ρέμα.

Μόλις φτάσανε τα ζώα στή ρίζα του γκρεμού και καβαλήσανε καταπάνω στή ράχη, εγινε χαλασμός. Ο Νικάκης είχε γυρίσει να πάρει τις βαντάκες στην πλάτη, μα δεν πρόλαβε. Μια βουή συντάραξε το βαθύ ρέμα και μια φουσκωμένη, κατακόκκινη θάλασσα, θολή, γιομάτη κούτσουρα και πέτρες, ήρθε από πάνω με ορμή, από τή μιά μεριά στην άλλη.

Είχαν ανοίξει οι ούρανοί κι άστραφτε ασταμάτητα. Χοντροί κορμοί δέντρων χτυπούσαν με μεγάλη ταχύτητα στις κορφές των πλατανιών, που τα είχαν καλύψει το νερο κι η λάσπη. Ο Νικάκης, αλαφιασμένος, δεν προλάβαινε ν’ ακολουθήσει τα ζώα. Προσπάθησε να γυρίσει στην πίσω μεριά, μα τον άρπαξε το θολό νερό. Τότε έβγαλε μια κραυγή:

– Τάσηηη!…

Μετά, τα σκέπασε ολα, για πολλή ώρα, η τρομερή βουή.

Τα ζώα, σαστισμένα, σαν να νιώθανε τη συμφορά που ξεσπούσε μέσα στο φαράγγι, έβαλαν ολη τους τη δύναμη κι ανέβηκαν την απόκρημνη πλαγιά. Πάλευαν ν’ απομακρυνθούν όσο γίνεται περισσότερο. Όταν έφτασαν πάνω στή ράχη, εκεί που το λένε «στου Τούρκου τ’ Ανάθεμα », η βροχή έκοψε. Σταθήκανε μουσκεμένα το ένα πλάι στο άλλο και φρουμιζαν. Τα σαΐσματα ήσαν δεμένα καλά και τα εμπορεύματα δε βράχηκαν καθόλου. Μόνο ο Καρράς ήταν ανήσυχος — κοίταζε συνέχεια κατά το ρέμα. Τώρα τ’ αφεντικό του ταξίδευε κατά τόν Λάδωνα και τον Ρουφιά· ίσως και στην Αγουλινίτσα. Κι από κεΐ, για τις βραγιές του Παραδείσου… Σε λίγο ξαστέρωσε. Ακουγόταν μόνο η βουή του νερού, κι ένα τετιντί που κελαηδούσε το μονότονο τραγούδι του:

Τετιντί, τετιντί
τ’ άλογό μου δεν μπορεί,
δώσ’ του βρώμη και ταή…

Δυο μέρες μετά, θα ’ταν μεσημεράκι, ώρα ανάπαυσης, ακούστηκαν ζώα να σταλιάζουνε κάτω απ’ την κρεβάτα των Βασκαντηραίων. Ο Βασίλας βγήκε ξυπόλυτος στο μπαλκόνι. Είδε τα ζώα να στέκονται και φώναξε:

– Νικάκη, γύρισες;

Απάντηση δεν πήρε. Άρχισε να φωνάζει: «Νικάκη, Νικάκη!». Μόλις κατέβηκε στο υπόστεγο και ειδε τα ζώα μες στη λάσπη κατάλαβε. Εν τω μεταξύ, σηκωθήκανε κι οι άλλοι. Όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεϊ.

– Το ’βρε από την Πατσουριά, είπε η Θεώνη.

Γύρω ξέσπασε βουβός θρήνος. Μονάχα η Μάρθα στάθηκε ψύχραιμη.

Το Νικάκη τον βρήκαν δέκα μέρες μετά, λίγο πριν το Μπέλεσι. Έφτασε ένα τηλεγράφημα στο χωριό από τή Διοίκηση Χωροφυλακής Πύργου. Πήγαν στο Μπέλεσι ο Τάσης με τον Ηρακλή και το Θοδωράκη. Είχανε βάλει τον πνιγμένο μέσα σε κάτι λινάτσες και τον είχανε σε μια καλύβα πλάι στο κοιμητήρι. Μύριζε. Από τα ξεσκισμένα ρούχα που τους δείξανε καταλάβανε ότι ήταν ο αδερφός τους. Πρόσωπο δεν υπήρχε. Τον πήρανε βουβοί, γυρίσανε στο χωριό και τον θάψανε.

Μέχρι τα σαράντα του συχωρεμένου ο Τάσης δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα. Μόλις έκανε να τον πάρει ο ύπνος, πεταγόταν και κοίταζε γύρω του με αγωνία, σαν να ’ψάχνε κάποιον.

-Τι έχεις, άντρα; τον ρωτούσε η Μάρθα.

– Τίποτες, της έλεγε αύυός και γύριζε το άλλο πλευρό.

Το βράδυ πριν τα σαράντα, κοιμήθηκε έναν ύπνο ήσυχο, βαθύ. Πλάι του η Μάρθα ξενύχτησε απορημένη. Δεν το πίστευε ότι ηρέμησε ο άντρας της. Όλο τον καιρό μετά το χαμό του Νικάκη δεν έβγαλε μιλιά από το στόμα της, ούτε για το πεντακοσάρικο ούτε για τ’ άδέρφια του. Τον κρυφοκοίταζε που κοιμόταν. Επιτέλους ησύχασε, σκεφτόταν.

Την άλλη μέρα, πήγανε ολοι μαζί στην εκκλησιά. Με τις κοφίνες γιομάτες ψωμιά, με τα σπυριά φτιαγμένα από τις γυναίκες την προηγουμένη. Μόλις σχόλασε η εκκλησιά, ο Τάσης, πρώτη φορά μετά το θάνατο του αδερφού του, πηγε στο καφενείο. Ήταν ήρεμος, σαν να μην είχε περάσει τέτοια στεναχώρια. Φόραγε ρεπούμπλικα και το πένθος στο μπράτσο. Φρεσκοξυρισμένος, σωστός άρχοντας, έκατσε έξω από την πόρτα. Είχε λιακάδα, μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Λίγο πιο πέρα καθόταν ο μοίραρχος με το δάσκαλο. Μετά ήρθε κι ο παπάς στην παρέα τους.

Έπινε τον καφέ του και φαινόταν βυθισμένος σέ σκέψεις. Κοίταγε πέρα κατά του Παλούμπα κι έκανε τάχα μου πως δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Κάποια στιγμή ήρθε στον καφενέ ο Αναγνώστης ο Μουσουρούλιας. Έπιασε μιάν άκρια και παράγγειλε καφέ. Δεν τον είχε δει τον Τάση. Έκατσε απέναντί του, από την άλλη μεριά, κατά το ρέμα. Ο Τάσης έκανε πως δεν τον είδε, τον παρακολουθούσε όμως με την άκρη του ματιού του. Μόλις αραίωσε ο κόσμος, πήγε στο τραπέζι του.

– Μουσουρούλια, είπε, πάω απέναντι στο μαγαζί μου. Έλα που σε θέλω να σου ειπώ, κι έφυγε.

Ο Αναγνώστης σηκώθηκε και πηγε στου Βασκαντήρα, στην πίσω μεριά που έβλεπε κατά τον Κάμπο. Η μεγάλη πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκε μέσα. Ο Τάσης στεκόταν πλάι σέ κάτι σακιά, έβαζε πράματα σε μια λινάτσα. Μόλις τον είδε, είπε:

– Άκου, Αναγνώστη, εγώ δεν κάνω παρέα με τους πεθαμένους. Ο αδερφός μου έφυγε. Μόνος του διάλεξε να κατεβεί στην Αλησμόνα. Δεν ήταν η ώρα για ταξίδι, δεν τ’ αποφασίσαμε μαζί. Κι εγώ τον πόνο μου τον έσβησα. Θέλω να ζήσω. Σαράντα μέρες τον έβλεπα κάθε βράδυ στον ύπνο μου και τον ρώταγα για το πεντακοσάρικο. Δεν εμίλαγέ. Εχτές το βράδυ, όμως, γονάτισε. Ήρθε και κάτσαμε απόξω, στην πεζούλα. «Συχώρα με, Τάση», είπε. Μου μολόγησε ότι αγάπαγε την αδερφή σου, κι εσένα κι ούλη τη φαμελιά σου. Εγώ δέν τον έκοψα. Ήξερα θα μου ’λεγε και για το πεντακοσάρικο.

«Να πας στον Αναγνώστη να το πάρεις», είπε, «είναι καλός άνθρωπος και θα σ’ το δώκει».

«Θα του το ειπώ», είπα, «κι όσο μπορώ θα τους βοηθάω να ζήσουνε…». Ο άδερφός μου έκλαψε και μου ’πε «ξαλάφρωσα τώρα». Το κλάμα στ’ όνειρο είναι καλό, λένε οι γυναίκες. Πάρε αυτό το σακί, σου ’βαλα λίγα πραματάκια να ’χετε. Κι όποτε μπορείς, να μου φέρεις το πεντακοσάρικο.

Ο Αναγνώστης έχασε τη λαλιά του. Μετά από λίγο είπε:

– Ποτές δεν ελογάριασα να μη σ’ το δώκω πίσω, Τάση μου. Έχουμε λίγο λάδι φέτο. Μόλις πουλήσω, θα σ’ το φέρω.

– Δεν είπα δε θα το ’φερνες. Το ξέρω, είσαι τίμιος. Αλλά εγώ είμαι έμπορος, δεν μπόραγα να το κάνω ζάφτι, θέλω να ξέρω τί έχω στην τσέπη μου. Πάρε τα πράματα και σύρε στή φαμελιά σου. Και μόλις πουλήσεις το λάδι, φέρε μου πίσω τα λεφτά. Εγώ, όσο ζω κι όσο μπορώ, μια φορά το μήνα θα σου δίνω από το περίσσεμά μου.

Ο Αναγνώστης, συγκινημένος, σηκώθηκε, πήρε το σακί κι έφυγε. Ύστερα, ο Τάσης σαμάρωσε τον Καρρά και τράβηξε πέρα στα Σιωματάκια. Εκεί, στου Γυφτάκου, μπήκε στο χωράφι τοϋ μπάρμπα του, του Γιώρη του Πουλή· πηγε στην κάτω μεριά, που έβλεπε την Ντοάνα κι απέναντί τη Νεμούτα. Εκεί ήτανε μια αριά, έκατσε από κάτω σε μια πέτρα κι έκλαψε ίσαμε το βράδυ.

Λεξιλόγιο

Αλησμόνα: κοιμητήρι, Κάτω Κόσμος
αλίσβατα: βάτα
αριά: είδος βελανιδιάς
βαντάκες: μικρά ντουλάπια με λίγα ράφια στο εσωτερικό τους, στα οποία τοποθετούσαν είδη ραπτικής, όπως βελόνες, κουβαρίστρες, δαχτυλήθρες κτλ.
κοτερά: τα πουλερικά
λασέ: δαντελένιος διάκοσμος
μισάντρα: ξύλινο χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
περικοπό: σύντομο μονοπάτι
σαΐσματα: χοντρές κουβέρτες από σπάρτο ή κατσικίσιο μαλλί
τετιντί: μικρό και όμορφο ωδικό πουλί

Πηγή: Sarantakos.Wordpress.com

Σαν σήμερα: Ο κανονιοβολισμός της Θεσσαλονίκης

Κίνηση εντυπωσιασμού και προπαγάνδας του «Δημοκρατικού Στρατού» (ΔΣΕ), που κατέληξε σε τραγωδία για τους επιτιθέμενους. Συνέβη τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Φεβρουαρίου 1948, σε μια περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου που το αντάρτικο κίνημα βρισκόταν σε ιδιαίτερη έξαρση και ο «Εθνικός Στρατός» σε φάση ανασυγκρότησης, καθώς οι Άγγλοι είχαν αποχωρήσει από την Ελλάδα και οι Αμερικανοί αναμένονταν από μέρα σε μέρα.

Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης ήταν ένα παλιό όνειρο των ανταρτών και στρατηγικής σημασίας κίνηση. Είχε προβλεφθεί στο σχέδιο «Λίμνες», αλλά εγκαταλείφθηκε, εξαιτίας του ανεπαρκούς έμψυχου και άψυχου υλικού, που διέθετε ο ΔΣΕ. Ο κανονιοβολισμός της Θεσσαλονίκης αποφασίστηκε ως κίνηση εντυπωσιασμού για εσωτερική και διεθνή κατανάλωση, σε σύσκεψη στρατιωτικών και πολιτικών αρχηγών του ΔΣΕ στο χωριό Πύλη Πρεσπών, διαφωνούντος του Μάρκου Βαφειάδη. Ο νέος διοικητής των δυνάμεων του ΔΣΕ στην Κεντρική Μακεδονία, Νίκος Τριανταφύλλου, διατάχθηκε να διεισδύσει στην περιοχή της Θεσσαλονίκης με τμήματα του ΔΣΕ και να πλήξει με πυροβόλα την πόλη.

Τις πρώτες βραδυνές ώρες της 9ης Φεβρουαρίου, μια δύναμη ανταρτών ακαθορίστου συνθέσεως (από 200 έως 1000 άνδρες) προερχόμενη από το ορμητήριό της στα Κρούσια Όρη, έφθασε σε απόσταση 8 χιλιομέτρων βορείως της Θεσσαλονίκης, χωρίς να γίνει αντιληπτή. Από την τοποθεσία Δερβένι – Λεμπέτ έστησε ένα γερμανικό ορειβατικό πυροβόλο των 75 και άρχισε να βάλει κατά της συμπρωτεύουσας.

Η πολιτική εξουσία στην Αθήνα θορυβήθηκε. Την ίδια μέρα βουλευτές ζήτησαν να συζητηθεί ο βομβαρδισμός προ ημερησίας διατάξεως. Ένας βουλευτής επέκρινε την κυβέρνηση Σοφούλη, λέγοντας ότι «το πυροβόλο δεν είναι αυτόματο για να κρυφτεί στη χλαίνη ενός αντάρτη». Ο σάλος ήταν τέτοιος, που ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος παρεμβαίνοντας ζήτησε να σταματήσουν οι κραυγές, που δίνουν την εντύπωση «εθνικής ασυναρτησίας».

Στη Θεσσαλονίκη, παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό του, το Γ’ Σώμα Στρατού ενήργησε κεραυνοβόλα. Με το πρώτο φως της ημέρας η πολεμική αεροπορία εντόπισε τις θέσεις των ανταρτών. Ο στρατός και η χωροφυλακή εξαπέλυσαν ένα πρωτοφανές ανθρωποκυνηγητό για να μην προλάβουν να επιστρέψουν στις θέσεις τους. Οι αντάρτες αιφνιδιάστηκαν και υποχώρησαν ατάκτως. Στην προσπάθειά τους να διαβούν τη λίμνη του Αγίου Βασιλείου, πολλοί πνίγηκαν. Η επιχείρηση κόστισε στους επιτιθέμενους 100 νεκρούς, ενώ πάνω από 100 αιχμαλωτίστηκαν.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν σε πομπή στις φυλακές (12 Φεβρουαρίου), εν μέσω αποδοκιμασιών και προπηλακισμών από τους «εθνικόφρονες». Στις 27 Φεβρουαρίου 1948, 111 αντάρτες δικάσθηκαν από Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. 52 καταδικάσθηκαν σε θάνατο, 15 σε βαριές ποινές και 44 αθωώθηκαν.

Την ίδια μέρα με την επίθεση των ανταρτών στη Θεσσαλονίκη, η Μόσχα ξεκαθάριζε το μάταιο του αγώνα των ελλήνων κομμουνιστών. Με τη φράση «Σβαρνούτ» («Να τα μαζέψουν»), ο Στάλιν τόνιζε εμφαντικά σε αντιπροσωπεία γιουγκοσλάβων κομμουνιστών στη Μόσχα ότι το ελληνικό αντάρτικο, όχι μόνο δεν πρόκειται να λάβει βοήθεια, αλλά θα πρέπει να εγκαταλείψει τον αγώνα του.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Δεν υπάρχει βαρύτερη τιμωρία από τούτη: Να απαντάς στην κακία με καλοσύνη.

Νίκος Καζαντζάκης

«Ο έξυπνος άνθρωπος λύνει το πρόβλημα. Ο σοφός το αποφεύγει» (ROLF DOBELLI)*

Ας αναρωτηθούμε: τι είναι η σοφία;
Ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται στη μέση του κύκλου των ικανοτήτων τους – πράγμα που απαιτεί πολύ εξειδικευμένες γνώσεις- δεν είναι αναγκαστικά σοφοί. Η σοφία δεν ταυτίζεται με τη συσσώρευση γνώσεων.

Η σοφία είναι μια πρακτική ικανότητα. Είναι ένα μέτρο της ικανότητας με την οποία πλοηγούμαστε στη ζωή. Μόλις καταλάβετε ότι είναι πιο εύκολο να αποφύγετε σχεδόν όλες τις δυσκολίες παρά να τις αντιμετωπίσετε, έρχεται στο φως αυτός ο απλός ορισμός: «Σοφία είναι η πρόληψη».

*Ο Rolf Dobelli που γεννήθηκε στη Λουκέρνη της Ελβετίας, είναι Ελβετός συγγραφέας και επιχειρηματίας. Ο Ντόμπελι είναι ο συγγραφέας του The Art of Thinking Clearly. Η Dobelli είναι μέλος της Edge Foundation, Inc., της PEN International και της Royal Society of Arts. Είναι ο ιδρυτής του ιδρύματος World Minds.

Εδώ Λιλιπούπολη!

Μ. Κριεζή
Χλόης 5, Ψυχικό
Αθήνα
Ελλάς.

20 Ιανουαρίου 1961.

Αγαπητέ μου κε Σεφέρη,

Σας στέλνω το πρώτο μου μικρό βιβλίο με σχήματα και ρυθμούς από τη ζωή μου, σαν πρόφαση να σας μιλήσω όχι για θαυμασμό, μα για ευγνωμοσύνη. Έμαθα την ποίηση από επιγραμματικές σας ή συνεχόμενες εξωτερικεύσεις, από εξωτερικεύσεις που μου δόθηκαν με τόσην απαλότητα, με τόση εμπιστοσύνη _ πήρα για πρώτη μου φορά στα χέρια την ποίηση που καταργεί και την παραμικρότερη τεχνική και γίνεται σφυγμός ψυχής. Και το τέλεια αληθινό δεν σηκώνει κριτική, δεν σηκώνει κατάφαση, μόνο πολλή αγάπη. Τι παράξενο, να στέκεται ένας άνθρωπος γυμνός πάνω σε μια πέτρα· θα πρέπει ν’ αγαπάτε πολύ τους ανθρώπους, να μη σας έχουν απογοητεύσει ποτέ. Η αληθινή ομορφιά είναι η απίστευτα κι’ ανεύρετα ειλικρινής προσφορά – και δεν έχω να σας πω παρά ένα το ίδιο ειλικρινές «Ευχαριστώ».

Όμως, είναι κρίμα να μένετε στο Λονδίνο. Ο μπαμπάς, όποτε πηγαίνει για τις δουλειές του γυρίζει με θλιμμένο ύφος και λίγο εξαϋλωμένος. Κάνει κι’ αδεξιότητες είναι αλήθεια – ας πούμε, πάει στο Κινέζικο εστιατόριο και τρώει λουλούδια. Μα … ο καιρός … θα σας λείπει τόσο το κλίμα μας, το χρώμα, ο χαρακτήρας, ο ουρανός μας – προπαντός αυτός! Όταν γυρίσετε για λίγες ημέρες, πρέπει να πάτε στην Ύδρα. Θα γεμίση η ομπρέλλα σας Ελλάδα για πολύν καιρό. Είναι πατρίδα μου η Ύδρα. Έχουμε ένα μεγάλο σπίτι εκεί με στέρνα και χελιδονοφωλιές, που βλέπει στη θάλασσα.

Είμαι δεκατεσσάρων χρονών τώρα. Έχω τους γονείς μου, ένα χρυσόψαρο τον Εδουάρδο, ένα ποδήλατο και καλά βιβλία. Το γατάκι μου πέθανε. Σε μερικές μέρες έχω και διαγωνισμούς. Πάω στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων Ελληνικού όπου συννεφιάζω απ’ τ’ αγγλικά και το θόρυβο των αεροπλάνων. Ξέρω αρκετά γαλλικά και ζωγραφίζω πού και πού, αγαπώ το θέατρο, τα γλυκά και το Μόζαρτ, μα στα μαθήματα δεν είμαι σπουδαία.

Όνειρό μου είναι ν’ αποχτήσω ένα ποίημά σας σε χειρόγραφό σας, να το κρεμάσω απέναντι στο κρεββάτι μου και να το βλέπω κάθε πρωί. Θάναι μια από τις μεγάλες χαρές της ζωής μου.

Με την αγάπη μου

Μαριανίνα

Η Μαριανίνα Κριεζή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947 με καταγωγή από την Ύδρα. Μεγάλωσε στο Ψυχικό. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών χωρίς να πάρει πτυχίο, και Διακοσμητική – Σκηνογραφία στα εργαστήρια της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, όπου ολοκλήρωσε τις εκεί διετείς σπουδές της.

Το 1969 πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει σχέδιο υφάσματος, επέστρεψε στην Ελλάδα, εργάστηκε ως γραφίστρια και την άνοιξη του 1977 άρχισε να συνεργάζεται με το Τρίτο Πρόγραμμα όταν διευθυντής ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις.

Εκεί έγραψε τους στίχους όλων των τραγουδιών της ραδιοφωνικής εκπομπής «Εδώ Λιλιπούπολη» ενώ συμμετείχε και στα κείμενα, ιδίως ως συγγραφικό δίδυμο με την ηθοποιό Άννα Παναγιωτοπούλου. Συνέπραξε επίσης, ως κειμενογράφος, σε επιθεωρήσεις της «Ελεύθερης Σκηνής».

Στη γενιά μου, ακούγαμε σχεδόν καθημερινά τη Λιλιπούπολη από το Τρίτο Πρόγραμμα -ήμουν φοιτητής τότε, πρωτοετής. Την άκουγαν και τα παιδιά μου, από τον δίσκο, που υπάρχει ολόκληρος στο γιουτούμπ:

Απόσπασμα από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου .

Πηγή: Sarantakos.Wordpress.com

Η τραγωδία της Θύρας 7

Αποφράδα ημέρα για τον Ολυμπιακό και το ελληνικό ποδόσφαιρο η 8η Φεβρουαρίου, καθώς το 1981 συνέβη η τραγωδία της Θύρας7

Η τραγωδία εκτυλίσσεται ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο απόγευμα στο παλαιό Στάδιο Καραϊσκάκη. Ο Ολυμπιακός των Σαργκάνη, Γαλάκου, Αναστόπουλου και Νικολούδη, αντιμετωπίζει την ΑΕΚ των Αρδίζογλου, Μπάγεβιτς και Μαύρου στο ντέρμπι της 20ης αγωνιστικής του πρωταθλήματος της Α’ Εθνικής. Οι ερυθρόλευκοι είναι καταιγιστικοί… Συντρίβουν 6-0 τους μεγάλους αντιπάλους τους με 3 γκολ του Γαλάκου και από ένα των Κουσουλάκη, Ορφανού και Βαμβακούλα.

Η χαρά των 35.450 οπαδών του Θρύλου φθάνει στα ουράνια. Το πιο ζωντανό τμήμα της ολυμπιακής οικογένειας, τα παιδιά της Θύρας 7, βιάζονται να «καταπιούν» τα σκαλιά και να βρεθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται στη Θύρα 1 για να αποθεώσουν τα ινδάλματά τους. Και τότε συμβαίνει το μοιραίο. Κάποιος γλιστράει σ’ ένα μαξιλαράκι και κυλάει από τα σκαλιά ως την πόρτα, που για κάποιους ήταν κλειστή και για άλλους μισάνοιχτη. Η αποσυμφόρηση του χώρου είναι αδύνατη, με αποτέλεσμα αυτοί που ακολουθούν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο.

Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του 18χρονου τότε Ηλία Λύτρα που έπεσε από τους πρώτους στα σκαλοπάτια της Θύρας 7 και τραυματίστηκε. «Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Όταν έφτασα όμως στα τελευταία σκαλοπάτια, γλίστρησα και έπεσα. Πριν καταλάβω καλά-καλά τι έγινε άρχισαν να πέφτουν πάνω μας ένας, δύο, τρεις, δέκα, εκατό..»

Το ρολόι δείχνει 5 παρά 2 και η χαρά μετατρέπεται σε θρήνο. Κάποιοι αστυφύλακες καταφέρνουν να “ξεριζώσουν” ένα από τα τουρνικέ και να απεγκλωβίσουν έτσι αρκετό κόσμο. Νεκροί και τραυματίες μεταφέρονται στο Τζάννειο. Οι συγγενείς αναζητούν τους δικούς τους ανθρώπους, εκατοντάδες φίλαθλοι ψάχνουν τους φίλους τους. Οι πρώτοι νεκροί αναγνωρίζονται. Θα ακολουθήσουν και άλλοι. Ο αριθμός τους θα φθάσει τους 21. Το προσωπικό του νοσοκομείου δεν επαρκεί για την περίθαλψη των τραυματιών και γίνονται εκκλήσεις για ιατρικές ενισχύσεις και αίμα.

Στο Τζάνειο καταφθάνουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, που ενημερώνουν διαρκώς τον πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η τηλεόραση διακόπτει την κανονική ροή του προγράμματός της και μεταδίδει σοβαρή μουσική.

Όλη η Ελλάδα, φίλαθλη και μη, πενθεί. Οι οπαδικές προτιμήσεις υποχωρούν μπροστά στη μεγαλύτερη τραγωδία του ελληνικού αθλητισμού. Το πιο εξοργιστικό γεγονός της όλης ιστορίας είναι ότι μέχρι σήμερα κανείς από τους υπευθύνους δεν έχει λογοδοτήσει για την απίστευτη αυτή τραγωδία. Οι 5 φύλακες της Θύρας 7, που πρωτόδικα είχαν καταδικασθεί σε φυλάκιση 10 ετών, αθωώθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Πειραιά στις 22 Σεπτεμβρίου του 1986.

Η μνήμη των 21 αδικοχαμένων φιλάθλων τιμάται κάθε χρόνο από τους παράγοντες, τους παίκτες, την τεχνική ηγεσία και τους φίλους του Ολυμπιακού.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

«Ένας ήρωας γεννιέται ανάμεσα σε 100, ένας σοφός βρίσκεται ανάμεσα σε 1.000, αλλά ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος μπορεί να μην βρεθεί ούτε ανάμεσα σε 100.000»

Πλάτων