Από τον Δημήτρη Κανελλοπούλο η πιο κάτω ανάρτηση:

Ενημερώνω τα LIDLE ότι ο τραγουδοποιος Κώστας Χατζής, με τη σεμνότητα που τον διακρινει, έχει κατονομασει τον “πραγματικο” κλέφτη…

Από το φούρνο του Τσαλίκη
έκλεψε ένας πεινασμένος
ένα καρβέλι απ’ το κοφίνι
και μάρτυρα πάνε τον τρελό στη δίκη.

Και τον ρωτούν ποιος είν’ ο κλέφτης
και αυτός το φούρναρη τους δείχνει.

Θε μου, τι ομορφιά, τι φως
της γειτονιάς μας ο τρελός.
Γλυκαίνεσαι να τον ακούς.
Να ’χαμ’ ακόμα άλλους δυο τέτοιους τρελούς….

Ο “τρελός” Μποτίνος πικράθηκε στον Ολυμπιακό, τα έβαλε με την χούντα και ήταν ο καλύτερος εξτρέμ όλων των εποχών!

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ

Ο Βασίλης Μποτίνος
INTIME

Η ιστορία ενός υπεραθλητή που τα καλοκαίρια έπαιζε μπάσκετ και πηδούσε 7 μέτρα στο μήκος, λάτρεψαν οι οπαδοί του Ολυμπιακού και παραλίγο να τον πάρει ο Πούσκας στον Παναθηναϊκό. Ένας ζογκλέρ με τεράστια αθλητικά προσόντα, που έριξε σφαλιάρα σε συνταγματάρχη της χούντας.

Με τη φανέλα του Ολυμπιακού, μόλις έχει κατέβει από τον Βόλο
Άψογο στυλ στο Καραϊσκάκη, σε ντέρμπι με την ΑΕΚ
Τρεις τεράστιοι ποδοσφαιριστές: Γιώργος Σιδέρης, Μίμης Δομάζος και Βασίλης Μποτίνος, μετά από ένα αιώνιο ντέρμπι Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού

Ο Βασίλης Μποτίνος νικήθηκε από τον κορονοϊό σε ηλικία 77 ετών και οι περισσότεροι από τους παλιούς Ολυμπιακούς που τον είχαν δει να παίζει, συμφωνούσαν ότι “έφυγε ένας από τους σπουδαιότερους παίκτες που φόρεσαν ποτέ την ασπροκόκκινη φανέλα”. Ο παλαίμαχος συνάδελφος Κώστας Μυλωνάς, νεαρός όταν ο Μποτίνος έκανε παπάδες μέσα στο γήπεδο, δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει κορυφαίο εξτρέμ στην ιστορία του Ολυμπιακού.

“Ξέρω θα πείτε ότι παίκτης με την προσφορά του Τζόρτζεβιτς δεν υπήρξε και δύσκολα θα υπάρξει ξανά στον Ολυμπιακό, από πλευράς αθλητικών προσόντων, ωστόσο, ικανοτήτων και θεάματος που πρόσφερε μέσα στο γήπεδο δεν υπάρχει άλλος” επιχειρηματολογεί ο Κώστας. Η αλήθεια είναι ότι η αίγλη του βιρτουόζου κυνηγού, έστω κι αν η καριέρα του στον Ολυμπιακό δεν κράτησε παραπάνω από έξι-εφτά χρόνια, έμεινε σαν χρυσόσκονη πάνω από το Καραϊσκάκη.

Ο πατέρας μου, αυτόπτης μάρτυρας των κατορθωμάτων του Μποτίνου, μνημόνευε πάντα το τεράστιο άλμα που τον διέκρινε, τα αθλητικά του προσόντα και την ικανότητά του στην ντρίπλα. Ο Κώστας Μυλωνάς προσθέτει: “Μα, ο Βασίλης ήταν ένας υπεραθλητής. Θα μπορούσε να διαπρέψει σε οποιοδήποτε σπορ”.

Πράγματι ο Μποτίνος, όπως και πολλοί άλλοι αθλητές της εποχής, δοκίμαζαν απ’ όλα. Διέπρεψε μεν στο ποδόσφαιρο, έπαιζε όμως και πόλο (στο Βόλο) και μπάσκετ… όπου έβρισκε. Ο συμπαίκτης του στον Ολυμπιακό, Ορέστης Παυλίδης (συγκάτοικος του στην αρχή της καριέρας του στον Πειραιά, όταν δεν είχε μόνιμη κατοικία) τον έπαιρνε μαζί του τα καλοκαίρια και έπαιζαν μπάσκετ στον Ροδιακό, με τον οποίο μάλιστα αναδείχθηκαν πρωταθλητές Δωδεκανήσου! Παρεμπιπτόντως μπάσκετ στη Ρόδο έπαιζε και ο Σάββας Θεοδωρίδης φορώντας τη φανέλα του Δωριέα.

Ο Τάκης Βεντίκος τον παρακαλούσε να αφήσει την μπάλα και να ακολουθήσει τον κλασικό αθλητισμό” θυμάται ο Κώστας Μυλωνάς. Τον είχε δει να προπονείται στο Καραϊσκάκη και είχε εντυπωσιαστεί από τα αθλητικά του προσόντα. Για να μπει, άλλωστε, στην Γυμναστική Ακαδημία πήδηξε 7:07 μέτρα (έχοντας και ένα μικρό τραυματισμό από το ποδόσφαιρο), χωρίς προπόνηση, μια εποχή που το πανελλήνιο ρεκόρ ήταν 7.50!

Του έλεγε να ασχοληθεί με τον στίβο και το μήκος. Θα σε κάνω ισάξιο του Ιγκορ Τερ Οβανεσιάν, του έλεγε, αλλά ο Μποτίνος ήθελε να παίξει ποδόσφαιρο..” λέει ο έμπειρος δημοσιογράφος. Από τον Βόλο, που τον έλεγαν “σατανά” γιατί περνούσε όπως ήθελε τους αντιπάλους του, δεν πήγε στο Κέιπ Τάουν όπου τον ήθελε μια ομάδα της Νοτίου Αφρικής (έτοιμη να πληρώσει 200.000 δραχμές, για να εξαγοράσει τρόπο τινά την στρατιωτική του θητεία), ούτε στον Άρη που του έδινε 90.000 για να πάει στη Θεσσαλονίκη.

Ο Ολυμπιακός Βόλου τον παραχώρησε στον μεγάλο Ολυμπιακό, έναντι μόλις 30.000 δρχ. Δεν είχαν και πολλή ιδέα οι Πειραιώτες πόσο μεγάλο ήταν το ταλέντο του σέντερ-φορ που μετατράπησε σε ακραίο, αφού προωθημένος, έπαιζε ο Γιώργος Σιδέρης. Ο κόσμος της ομάδας τον λάτρεψε γιατί ήταν θεαματικός, έκανε φοβερούς διεμβολισμούς, είχε πάσα ακριβείας και ήταν εκρηκτικός όπως συνολικά ο χαρακτήρας του.

Ατίθασος με την μπάλα, το ίδιο και έξω από το γήπεδο. Ήρθε σε σύγκρουση με τον Ολυμπιακό, από τους ανθρώπους του οποίου είχε παράπονα για την αντιμετώπιση του σοβαρού τραυματισμού του, λίγο έλειψε να πάει στον Παναθηναϊκό και τα’ βαλε με την ίδια τη χούντα!

Δεν ήταν αριστερός, ούτε αντιστασιακός, θα χειροδικήσει, ωστόσο, κατά του επιτρόπου που είχε τοποθετήσει η δικτατορία στον Ολυμπιακό, συνταγματάρχη Παπαποστόλου! Ήταν Δεκέμβριος του 1967, όταν οι “ερυθρόλευκοι” υποδέχθηκαν τον Απόλλωνα Αθηνών, για την 13η αγωνιστική του πρωταθλήματος. 

Στο ημίχρονο το σκορ είναι 2-0 με γκολ των Σιδέρη και Μποτίνου, που έχει κάποιο πρόβλημα με τις τάπες των παπουτσιών και ζητάει από τον εμβληματικό φροντιστή της ομάδας Τάκη Κτενά (με θητεία 55 ετών στην ομάδα!) ένα διαφορετικό ζευγάρι. Είτε τον άκουσε, είτε όχι, ο Κτενάς δεν του δίνει σημασία και ο Μποτίνος που τα νεύρα του ήταν πάντα έτοιμα να εκραγούν, του πετάει ένα παπούτσι.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας κοντόσωμος τύπος με πολιτικά, πιάνει τον Μποτίνο από τον λαιμό και τον απειλεί: “Μίλα καλύτερα, αλλιώς θα σε βγάλω έξω, θα σε τελειώσω…”

Γυρίζει ο Μποτίνος και απαντάει, ρίχνοντας του μια σφαλιάρα! Ο Θανάσης Σούλης, προπονητής του Ολυμπιακού τότε, τρέχει προς το μέρος του ποδοσφαιριστή και τον ρωτάει: “Ξέρεις ποιον χτύπησες βρε αθεόφοβε;” Ο Μποτίνος απαντάει “όχι” και τότε μαθαίνει την αλήθεια: “Είναι ο νέος γενικός αρχηγός, συνταγματάρχης Δημήτρης Παπαποστόλου”.

Ο Σούλης αποφασίζει να αφήσει τον Μποτίνο στα αποδυτήρια και ο Ολυμπιακός βγαίνει να παίξει με 10. Ο κόσμος καταλαβαίνει τι γίνεται και αρχίζει να αντιδρά! Σε δέκα λεπτά, ο Μποτίνος επιστρέφει στο γήπεδο και βάζει μάλιστα το τέταρτο γκολ στο εντυπωσιακό 4-0. Ο συγγραφέας Θανάσης Σκρουμπέλος είχε περιγράψει ως εξής την σκηνή στον Σταύρο Διοσκουρίδη: Στο ματς με τον βαλτό από την Χούντα στρατιωτικό που έκανε υποδείξεις κατά την διάρκεια του παιχνιδιού στον Μποτίνο και ο Βασίλαρος του τα έχωσε. Σηκωθήκαμε η εξέδρα που ήμουν και βγάλαμε μαζί και το αντιχουντικό μας άχτι. Ήταν ίσως η δεύτερη μαζική αντίδραση κατά της χούντας, μετά την διαδήλωση του Απρίλη που είχε οργανώσει παράνομα ο Ρήγας στην οδό Αιόλου”

Ο Παπαποστόλου τον βάζει στο μάτι: «Περνούσε κάθε τόσο έξω από το σπίτι μου και απειλούσε τους γονείς μου, την μάνα και τον πατέρα μου. Τους έλεγε ‘’ …τον γιο σου τον νταή θα τον περάσω στρατοδικείο’’. Έκλαιγε η μάνα μου και εγώ δεν γνώριζα τίποτα… Μέχρι που κάποια στιγμή μου το είπαν οι γείτονες, μου είπαν πως έρχεται ένας στρατιωτικός με δύο ΛΟΚατζήδες, σε ένα τζιπ και απειλεί τους δικούς σου” έχει διηγηθεί ο ίδιος.

Δυο φορές με αφορμή εισιτήρια που δεν έδινε ο συνταγματάρχης στον Μποτίνο, όπως σε όλους τους συμπαίκτες του, του όρμηξε ξανά. Ο Παπαποστόλου έπιασε το πιστόλι του, την μια όμως ο Αγανιάν και την άλλη ο Σιδέρης απέτρεψαν τα χειρότερα. Η ουσία είναι ότι ο χαρισματικός ντριπλέρ και σπουδαίος σκόρερ είχε μπει για τα καλά στα μάτι της δικτατορίας. Τίποτε δεν θα ήταν εύκολο γι αυτόν, ειδικά στις δύσκολες στιγμές της καριέρας του.

Λατρεία για τον Μπούκοβι

Ο Μάρτον Μπούκοβι λάτρευε τα προσόντα του, ήθελε να είναι πιο απλός με την μπάλα στα πόδια και του έκανε συχνά παρατηρήσεις να πασάρει γρήγορα. Ο Νίκος Γουλανδρής του προτείνει μπόνους 2.000 δραχμές σε κάθε πάσα, μετά από τις πρώτες δυο ντρίπλες. Η απάντηση του Μποτίνου μένει στην ιστορία: “Και τι να κάνω; Να χαλάσω το χατίρι του κόσμου;”Άψογο στυλ στο Καραϊσκάκη, σε ντέρμπι με την ΑΕΚ 

Σε μια μεγάλη συνέντευξη του στο ΦΩΣ το 2006 (στον Θέμη Σινάνογλου) θα πει για τον Μπούκοβι: “Ήταν πρώτα απ’ όλα άνθρωπος. Ήταν πατέρας μας. Εγώ τολμάω να πω ότι τον αγάπησα όσο και τον πατέρα μου”.

– Σαν προπονητής;
Μεγάλος προπονητής, ήταν δάσκαλος. Μεγάλος δάσκαλος. Πολύ μεγάλος.

– Έχω διαβάσει παλιά κείμενα ότι όταν ήταν να φύγει από τον Ολυμπιακό, είχανε πάει οπαδοί έξω από το ξενοδοχείο στην Καστέλα και έκλαιγαν, έκαναν επεισόδια με την αστυνομία και φώναζαν “πατέρα μη φεύγεις”!

Έτσι ακριβώς. Πατέρας μας ήτανε. Πολλές φορές δεν είχαμε λεφτά, διότι τότε οι αποδοχές των ποδοσφαιριστών ήταν πενιχρότατες. Κανένα πριμ περιμέναμε από μεγάλη νίκη, κανένα χιλιάρικο.

Η καμιά δουλειά στη ΔΕΗ, κανέναν διορισμό.

Εγώ δεν είχα ούτε αυτά διότι σπούδαζα τότε, ήμουν στη Γυμναστική Ακαδημία. Πολλές φορές λοιπόν δεν είχαμε λεφτά. Και πηγαίναμε στον Μπούκοβι, του λέγαμε “πατέρα, δάνεισε μας ένα χιλιάρικο·). Αυτός έδινε και δεν το έπαιρνε πίσω! Όταν πήγαινες μετά από μέρες να του δώσεις πίσω το χιλιάρικο, δεν το δεχότανε με τίποτα! Μεγαλείο ψυχής, μιλάμε για τεράστιο άνθρωπο. Προπονητής μεγάλος, άνθρωπος μεγάλος, άλλο πράγμα. 

Μην ξεχνάμε ότι αναμόρφωσε τον Ολυμπιακό και του έδωσε ξανά πρωταθλήματα και Κύπελλα μετά από πολλά χρόνια που δεν έπαιρνε η ομάδα πρωτάθλημα στη δεκαετία του ’60. Είχε τελειώσει ο μεγάλος Ολυμπιακός της δεκαετίας του ’50 και από το 1960 άρχισε να παίρνει τα πρωταθλήματα ο Παναθηναϊκός με τον Δομάζο. Με τον Μπούκοβι μετά από χρόνια ξανάγινε ο Ολυμπιακός πρωταθλητής.

– Έπαιξε ρόλο η χούντα στο να φύγει ο Μπούκοβι;

Ναι, πιέστηκε. Δείγμα του ότι ήταν ανεπιθύμητος από τη χούντα, είναι το εξής: Το 1967 πήγαμε ταξίδι στις ΗΠΑ για τουρνουά και δεν ακολούθησε την ομάδα. Του απαγορεύτηκε. Πιέστηκε πολύ και μετά από λίγους μήνες έφυγε. Φεβρουάριο αν θυμάμαι καλά, έφυγε. Τον Φεβρουάριο του ’68.

Με τον Ολυμπιακό, ο Μποτίνος, κατέκτησε 2 πρωταθλήματα (το 1966 και το 1967) και τρία Κύπελλα (1964, 1968 και 1971) παίζοντας 156 ματς και σκοράροντας 47 φορές. Ήταν μέλος ίσως της καλύτερης Εθνικής Ομάδας ποδοσφαίρου που είχαμε ποτέ (από πλευράς ποιότητας, τεχνικής και αξίας των ποδοσφαιριστών). Εκείνης που διεκδίκησε την πρόκρισή της στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970, έβαλε 13 γκολ σε 6 ματς αλλά έμεινε εκτός τελικών για ένα βαθμό από τη Ρουμανία.

Έπαιξε στα πέντε από τα έξι ματς των προκριματικών, συνήθως σαν παρτενέρ του Σιδέρη στην επίθεση, βάζοντας δυο γκολ στο Ελλάδα-Ελβετία 4-1 και άλλο ένα στο 2-2 με την Πορτογαλία του Εουσέμπιο. 

Το δεύτερο γκολ που σημειώνει με κεφαλιά είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, καθώς σηκώνεται πάρα πολύ ψηλά για να νικήσει τον αντίπαλο τερματοφύλακα. Ο ίδιος, μιλώντας την περιέγραψε ως εξής στο ΦΩΣ: “Παίζουμε με την Εθνική Ελλάδας εναντίον των Ελβετών στη Θεσσαλονίκη. Εσύ πρέπει να ήσουν αγέννητος τότε. Το 1969. Βάζω το δεύτερο γκολ. Στο Καυταντζόγλειο, φίσκα το γήπεδο, δεν είχε τότε καθίσματα, πάνω από 50.000 κόσμο είχε μέσα. Γίνεται μια σέντρα από τον Κούδα απ’ τα δεξιά, βγαίνει ο Ελβετός τερματοφύλακας, βγαίνω κι εγώ, πηδάω στον αέρα. Και βρίσκεται το κεφάλι μου 30 πόντους πιο ψηλά από τα χέρια του τερματοφύλακα! Την καρφώνω στα δίχτυα. Ε, αυτή τη φάση, μετά από ένα μήνα που βρέθηκα στη Ζυρίχη, σε μια πλατεία της Ζυρίχης, την είδα κρεμασμένη σε μεγάλο πόστερ! Τόσο μεγάλη εντύπωση είχε κάνει στους Ελβετούς φωτορεπόρτερ.”

Η σχέση του με τον Ολυμπιακό ήταν θυελλώδης. Από την αρχή σχεδόν, όταν δεν έχει σπίτι και φιλοξενείται πρώτα από τον πατέρα του Γιώργου Σιδέρη και στη συνέχεια από τον Ορέστη Παυλίδη, νιώθει παραγκωνισμένος. Οι υποσχέσεις για δουλειά δεν υλοποιούνται, τα χρήματα είναι λίγα και εκτός των άλλων δεν είναι εύκολο για ένα ταλέντο της εποχής να πάρει μεταγραφή στο εξωτερικό.

Παρότι οι ευκαιρίες να δουν Έλληνες ποδοσφαιριστές οι ευρωπαϊκές ομάδες είναι ελάχιστες, το 1968 η Σταντάρ Λιέγης έρχεται στην Ελλάδα και ζητάει επισήμως τον Βασίλη Μποτίνο, προσφέροντας μάλιστα και αρκετά χρήματα. Ο Ολυμπιακός δεν συζητάει καν την πρόταση και ακολουθούν δυο σπουδαίες σεζόν με 21 γκολ και οι εξαιρετικές εμφανίσεις με την Εθνική.

Το ματς με την Ελβετία βλέπουν σκάουτ γερμανικών ομάδων και το καλοκαίρι του 69 πολιορκείται από Σάλκε, Μπορούσια Ντόρτμουντ και Ροντ-Βάις. Το συμβόλαιο που του προτείνουν (μαζί με τα μπόνους) έχει έξι μηδενικά, αλλά ο Ολυμπιακός απορρίπτει όλες τις προτάσεις.

Ένα χρόνο αργότερα, ο Μποτίνος φεύγει για τη Γερμανία, μένει μαζί με τον αδερφό και αρνείται να επιστρέψει στον Ολυμπιακό, χολωμένος από την άρνηση της ομάδας να τον παραχωρήσει και να του αλλάξει τη ζωή. Οι “ερυθρόλευκοι”, εν τω μεταξύ, περνάνε μια αγωνιστική κρίση, επικοινωνούν μαζί του, υποσχόμενοι χρήματα και διαμέρισμα. Ο Μποτίνος πιστεύουν ότι θα τους λύσει πολλά από τα προβλημάτα, καθώς ο Γιώργος Σιδέρης έχει φύγει για το Βέλγιο και την Αντβερμπ.

Η επιστροφή του Βολιώτη άσου γίνεται πραγματικότητα τον Δεκέμβριο του 1970, όταν στις 27 του μήνα παίζει με τον Άρη. Θα αγωνιστεί σε άλλα τρία παιχνίδια. Δεν είναι καλά προπονημένος, παθαίνει μια θλάση, που δεν αντιμετωπίζεται πολύ προσεχτικά και στον αγώνα με την Βέροια (17/1/1971) κόβεται ένας μυς από τον τετρακέφαλο του δεξιού του ποδιού.

Ο Πούσκας και ο Παναθηναϊκός

Είναι η αρχή του τέλος αλλά και ενός Γολγοθά για τον διεθνή ποδοσφαιριστή, που νιώθει ότι ο Ολυμπιακός τον έχει εγκαταλείψει στην τύχη του. Ο σύλλογος δεν του βρίσκει γιατρούς, πολύ περισσότερο δεν υλοποιεί τις υποσχέσεις του, για οικονομική εξασφάλιση.

Αυτός που θα ασχοληθεί τελικά είναι ο … Παναθηναϊκός, μέσω του Φέρεντς Πούσκας! Ο προπονητής των “πρασίνων” επισκέπτεται τον Μποτίνο στο σπίτι του, μαθαίνει την κατάσταση του και τον παροτρύνει να εξεταστεί από τον γιατρό της Ρεάλ Μαδρίτης, που εκείνη την εποχή βρισκόταν συμπτωματικά στην Ελλάδα. Ο Ισπανός του λέει ότι πρέπει να φύγει άμεσα για επέμβαση, ο Πούσκας πληρώνει το εισιτήριο του να ταξιδέψει μέχρι τη Μαδρίτη.

Επιστρέφει αισιόδοξος ότι θα ξαναπαίξει υγιής ποδόσφαιρο, όμως στην πρεμιέρα του πρωταθλήματος 1971-72, πάλι εναντίον της Βέροιας, βλέπει το πόδι του ξανά πρησμένο. Μια νέα περιπέτεια θα αρχίσει, με νέες αποθεραπείες ταξίδι στη Γερμανία, όπου θα κάνει, εν τέλει, την δεύτερη εγχείριση, με χρήματα που του δανείζουν φίλοι του. Ο Ολυμπιακός είναι εξαφανισμένος.

Η επαφή με τον Παναθηναϊκό εξακολουθεί να υφίσταται, οι “πράσινοι” είναι έτοιμοι να του κάνουν επίσημη πρόταση, όμως ο Κώστας Ασλανίδης πανίσχυρος ΓΓΑ επί χούντας, ακυρώνει τη μεταγραφή. Μέσω του Παναγειάλιου θα βρεθεί στον Πανιώνιο, όπου θα σταματήσει την καριέρα του σε ηλικία μόλις 30 ετών. Η άρνηση του να παίξει στην Εθνική Ομάδα έβαλε τελεία και παύλα σε μια καριέρα που θα μπορούσε -με βάση το ταλέντο του- να εκτοξευτεί πολύ πιο μακριά από τα στενά σύνορα της Ελλάδας.

Η “τρελή Μποτίνα η ερωτιάρα” όπως φώναζε ο Νικόλας ο πασατεμπάς στο Καραϊσκάκη, ήταν ένας γητευτής της μπάλας, βγαλμένος από τα πιο ωραία παραμύθια χωρίς όμως ευτυχισμένο τέλος…

Πηγές: peiraotiκa.gr (συνέντευξη στον Παναγιώτη Γιαλό), ΦΩΣ των Σπορ

Πως να αλλάξεις την γνώμη κάποιου, χωρίς να του πεις τι να κάνει

Μάλλον σου έχει τύχει αρκετές φορές: Να συζητάς με κάποιον, να διαφωνείτε για ένα θέμα και να προσπαθείς να του αλλάξεις γνώμη. Η πειθώ είναι μια βασική δεξιότητα για όλους- και μπορεί να σας βοηθήσει στις μπίζνες.

Στο βιβλίο του, The Catalyst, ο καθηγητής μάρκετινγκ στο Wharton business school, Jonah Berger, προσφέρει μερικές τεχνικές και στρατηγικές για αλλάξεις την γνώμη κάποιου. Μια στρατηγική φαίνεται αντιφατική, αλλά είναι εξαιρετική: Οι άνθρωποι με ισχυρή πειθώ, δεν λένε στους άλλους τι να κάνουν. Αλλά ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να πείσουν τον… εαυτό τους.

Σύμφωνα με τον Berger, αν πεις σε κάποιον τι να κάνει, γίνεται αμυντικός. Ωστόσο, εάν καταλήξει εκείνος στο ίδιο συμπέρασμα, είναι πολύ πιο πιθανό να αγοράσει αυτό που πουλάς, είτε πρόκειται για την ιδέα είτε για το προϊόν σου.

Εδώ είναι λοιπόν 4 τεχνικές για να πείσεις κάποιον, χωρίς να του πεις τι να κάνει.

1# Δώσε ένα μενού επιλογών. Δώστε στους ανθρώπους επιλογές και είναι πιο πιθανό να συμβαδίσουν με την ιδέα σας. Εάν είστε γονιός, μπορείτε να εφαρμόζετε αυτή τη στρατηγική συνέχεια. Ξέρεις ότι δεν είναι αποτελεσματικό να έχεις μια απαίτηση όπως “Φάε τον αρακά σου!”. Αντίθετα, ρώτα: “Τι θα θέλατε να φάτε πρώτο, μπρόκολο ή κοτόπουλο;”. Αυτό είναι ένα μενού. Η ίδια στρατηγική ισχύει και για τους πελάτες ή τους υποψήφιους πελάτες σας. Σύμφωνα με τον Berger, οι αποτελεσματικοί πείθοντες παρέχουν ένα περιορισμένο σύνολο επιλογών από τις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν. Για παράδειγμα, τα περισσότερα επιτυχημένα στελέχη διαφημιστικών εταιριών δεν εμφανίζονται στα pitch meetings μόνο με μία πρόταση. Δεν παρουσιάζουν ούτε 12 ιδέες φυσικά. Προσφέρουν όμως μια επιλογή μεταξύ δύο ή τριών ιδεών. Δώστε στους ανθρώπους επιλογές.

2# Ρώτα, μην λες. Κάντε περισσότερες ερωτήσεις και κάντε λιγότερες δηλώσεις. Σύμφωνα με τον Berger, οι άνθρωποι είναι συχνά απρόθυμοι να ακολουθήσουν το παράδειγμα κάποιου, αλλά είναι πιο πιθανό να ακολουθήσουν τον δρόμο που χάραξαν για τον εαυτό τους. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι προσπαθείτε να κάνετε την ομάδα σας να ακολουθήσει μια νέα πρωτοβουλία. Οι αναποτελεσματικοί ηγέτες το πλασάρουν στους ανθρώπους με τη μορφή δήλωσης- απόφασης. Οι αποτελεσματικοί πείθοντες κάνουν το αντίθετο. «Ξεκινούν κάνοντας ερωτήσεις… μιλάνε με τους ενδιαφερόμενους, λαμβάνοντας τις απόψεις τους και εμπλέκοντάς τους στη διαδικασία σχεδιασμού», λέει ο Berger. Με αυτό τον τρόπο μπορείς να φτάσεις πολύ κοντά στο αρχικό σχέδιο που είχες στο μυαλό σου, αλλά ακριβώς επειδή όλοι θα έχουν πει την γνώμη τους και θα έχουν συμμετοχή σε αυτό, θα γίνει πολύ πιο εύκολα αποδεκτό.

3# Κάνε τον άλλο να δει τα πράγματα από την μεριά σου. Αν για παράδειγμα είσαι ο leader μέσα σε μία εταιρία και χρειάζεται να καταργήσεις ένα project, δεν θα έχεις εύκολη αποστολή. Η ομάδα μπορεί να είναι «συνδεδεμένη» με το συγκεκριμένο project. Ο Berger προτείνει να ρωτήσετε την ομάδα σας εάν ξεκινούσαν από το μηδέν σήμερα – γνωρίζοντας όλα όσα ξέρουν – θα ξεκινούσαν το project; Ζητήστε τους να μπουν στη θέση ενός νέου CEO. Ένας νέος ηγέτης θα άναβε πράσινο φως για το συγκεκριμένο project; 

4# Δείξε κατανόηση. Δείξε ενσυναίσθηση. Είναι πολύ πιο αποτελεσματικό από το να λες στους άλλους τι να κάνουν. Η άλλη πλευρά πρέπει να νιώσει ότι την ακούς προσεκτικά και την καταλαβαίνεις. Αντί λοιπόν να προσπαθείς να πείσεις κάποιον, ξεκίνα δείχνοντας κατανόηση. Επίσης χρησιμοποιώντας το «εμείς» αντί για «εγώ», είναι πιο πιθανό να δημιουργήσετε μια γέφυρα εμπιστοσύνης.

Πηγή: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ/it’s possible.gr

Ο αγωνιστής της ελληνικής επανάστασης που πέθανε τελευταίος σε ηλικία 116 ετών

Η είδηση του θανάτου του έκανε το γύρο του κόσμου, παρότι δεν ήταν πολιτικός, ούτε είχε περιουσία. Ήταν ο τελευταίος από τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης που έφυγε από την ζωή κι ένας από τους μακροβιότερους Έλληνες όλων των εποχών. Το όνομά του ζει, καθώς έχει δοθεί σε μια περιοχή στο κέντρο της Αθήνας. Κι όμως, είναι εξαιρετικά λίγες οι πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτόν, ώστε σήμερα ακόμη και το όνομά του αναφέρεται λάθος.

Ήρθε η ώρα να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια.


Ο Ανδρέας Χάφτας, ο τελευταίος βετεράνος των ελληνικών πολέμων της ελευθερίας του 1821, πέθανε πρόσφατα στην Αθήνα σε ηλικία 116 ετών. Συχνά εξέφραζε την επιθυμία να ζήσει μέχρι το 1901, προκειμένου να μπορέσει να πει ότι είδε τρεις αιώνες“. 

Αυτό αναγραφόταν στην αμερικανική Chicago Tribune στις 11 Μαΐου 1895. Αντίστοιχες αναφορές δημοσιεύτηκαν την ίδια περίοδο και σ’ άλλες αμερικανικές εφημερίδες. Νωρίτερα (ήδη από τα τέλη Απριλίου) ο θάνατος του Χαύτα είχε βρει θέση σε ολλανδικές και γερμανικές εφημερίδες, ενώ το καλοκαίρι του 1895 θα φιλοξενούταν ως είδηση τριών γραμμών ακόμη και στις εφημερίδες της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Σε όλα τα δημοσιεύματα το κείμενο ήταν σχεδόν πανομοιότυπο, με ορισμένες εφημερίδες να προσθέτουν ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Χαύτας έπαιρνε σύνταξη από το ελληνικό δημόσιο, όπως επίσης ότι η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη.Και ενώ ο Χαύτας (που, όσο ζούσε, είχε τη σπάνια τύχη να δει μια ολόκληρη περιοχή στο κέντρο της Αθήνας να παίρνει τ’ όνομά του – τα Χαυτεία) όντως πέθανε σε τόσο προχωρημένη ηλικία και ήταν όντως ο τελευταίος από τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης (αν και όχι ένας από τους μεγάλους οπλαρχηγούς του αγώνα για την ελευθερία), οι ξένες εφημερίδες έγραψαν και κάποιες ανακρίβειες. Του αποδόθηκαν κάποιες ελάχιστες τιμές, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν κηδεύθηκε όντως δημοσία δαπάνη, ενώ – το σπουδαιότερο – το όνομά του… δεν ήταν Ανδρέας!

Το πρόβλημα είναι ότι 120 χρόνια μετά, το όνομα του ανθρώπου αυτού με τις τόσες πολλές πρωτιές αγνοείται και από τις ελληνικές πηγές. Αλλού αναφέρεται ότι τα Χαυτεία οφείλουν την ονομασία τους αόριστα σε κάποιον ιδιοκτήτη καφενείου στην περιοχή, παραγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για έναν από τους αγωνιστές του 1821, ενώ άλλες πηγές τον αναφέρουν ως Γιάννη ή Κώστα Χαύτα. Μόνο που ο άνθρωπος δεν ονομαζόταν ούτε Ανδρέας, ούτε Γιάννης, ούτε Κώστας!


Ο Δημήτρης Χαύτας, όπως ήταν το πραγματικό ονοματεπώνυμό του, γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1779. Σε νεαρή ηλικία – άγνωστο όμως το πότε ακριβώς – μετανάστευσε στη Σμύρνη, όπου εργάστηκε αρχικά ως υπάλληλος σε εμπορικό κατάστημα. Λίγα χρόνια αργότερα εντάχθηκε στον ιδιωτικό στρατό του Καρασμάνογλου, φρουρώντας τα κτήματά του στο Αϊδίνιο. Εκεί γνώρισε τον Γκριζώτη, πρωτοπαλίκαρο του Καρασμάνογλου με καταγωγή από την Εύβοια. Όταν ξέσπασε η επανάσταση το 1821, ο σαραντάρης Χαύτας μαζί με τους Γκριζώτη και Καρασμάνογλου έσπευσαν στο πλευρό των επαναστατών. Ειδικά ο Χαύτας φέρεται να διακρίθηκε στη μάχη του Πέτα ως σημαιοφόρος του Παναγιώτη Γιατράκου, να παρευρέθηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς υπό τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, όπως επίσης να συμμετείχε στη μάχη στα Πέντε Ορνία της Άμφισσας υπό τον Νάκο Πανουργιά, στις μάχες της Ακρόπολης Αθηνών υπό τον Μακρυγιάννη, της Πύλου υπό τον γέρο Αναγνωσταρά, της Πάτρας υπό τον Γιατράκο, του Άργους υπό τον Κολιόπουλο κατά του Δράμαλη.

Το 1835 αναγνωρίστηκαν οι υπηρεσίες που είχε προσφέρει στον Αγώνα και διορίσθηκε ανθυπολοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας, ενώ του απονεμήθηκαν και παράσημα. Το 1838, ο σχεδόν 60χρονος Δημήτριος Χαύτας παντρεύτηκε μια 14χρονη κοπέλα, την Αικατερίνη, με την οποία ήταν παντρεμένος ως το θάνατό του. Το 1843, τάχθηκε στο πλευρό του κινήματος υπέρ του Συντάγματος, ενώ στο σπίτι του – αυτό τουλάχιστον γράφτηκε – κατασκευαζόταν κρυφά πυρίτιδα, η οποία στη συνέχεια τοποθετούταν σε κοφίνια, το πάνω μέρος των οποίων ήταν γεμάτα από σταφύλια, ώστε να εξαπατώνται οι φύλακες.Το 1845, ο Χαύτας διέθετε ήδη αρκετή περιουσία και αγόρασε μια μεγάλη έκταση στην περιοχή των σημερινών Χαυτείων. Εκεί ανήγειρε ένα καφενείο, το οποίο και ονόμασε “Καφενείο των Γερόντων”. 

Κι επειδή εκεί ήταν μόνος, ολομόναχος (αφού η οδός Σταδίου της εποχής δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη σημερινή), όλοι έλεγαν “Πάμε στον Χαύτα!” κι έτσι βγήκε η ονομασία Χαυτεία. Επιπλέον ο Χαύτας ασχολήθηκε με το εμπόριο αποικιακών υφασμάτων, χάρη στα οποία αύξησε σημαντικά την περιουσία του, απέκτησε πολλά κτήματα, ενώ του ανήκε όλη η περιοχή, όπου αργότερα ανεγέρθηκε το μέγαρο Καυταντζόγλου. Σε δημοσίευμα του 1895 αναφερόταν ότι στο μέρος, όπου ανεγέρθηκε η οικία του αρχιτέκτονα Καυταντζόγλου, βρισκόταν και το καφενείο των “Γερόντων”. Τελικά, ύστερα από δεκαετή διαμονή στα Χαυτεία, ο Χαύτας αναγκάστηκε ν’ αποσυρθεί στη Βάθεια (σήμερα πλατεία Βάθης), όπου διέθετε μικρότερα κτήματα. Εν τω μεταξύ, οι ελληνικές κυβερνήσεις τον τίμησαν με δύο ακόμη παράσημα για τις υπηρεσίες του, ενώ προβιβάσθηκε σε υπολοχαγό και λοχαγό της φάλλαγας, αν και δημοσιεύματα – με αφορμή το θάνατό του – έκαναν λόγο για ένα “πικρό παράπονο” που είχε, ότι αισθανόταν παραγκωνισμένος από τον κόσμο και την επίσημη κυβέρνηση.Ο ίδιος, πάντως, ήταν πολύ δημοφιλής στη Βάθεια, όπου οι θαυμαστές του σχημάτιζαν κύκλο στα διάφορα καταστήματα της περιοχής και ο Χαύτας τους διηγούταν ιστορίες από την επανάσταση.

Μόνο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο πριν το θάνατό του δεν έβγαινε καθόλου από το σπίτι του στον Άγιο Παύλο λόγω γήρατος. Και στις 7 Μαρτίου 1895 (π.η.), ο Δημήτριος Χαύτας έφυγε από την ζωή, ο τελευταίος των αγωνιστών του 1821, σε ηλικία 116 ετών! “Μόνον άνδρες παρωχημένης εποχής, άνδρες της σωματικής διαπλάσεως, και των απλών και πατριαρχικών ηθών των ανδρών του 21, ηδύναντο να φθάσωσι τον αιώνα και να υπερπηδήσωσιν αυτόν” εκτιμούσε η Ακρόπολις (08.03.1895)Ποιο ήταν το μυστικό της μακροζωίας του; Η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε το καθημερινό του πρόγραμμα – όσο ακόμη μπορούσε να βγαίνει από το σπίτι. Κάθε πρωί, όταν ξυπνούσε, έκανε βόλτα στην αγορά “ντούρος χωρίς να καμπουριάζη“. Έτρωγε πάντοτε χόρτα, τα οποία υπεραγαπούσε, σπάνια όμως έτρωγε κρέας. Παραδόξως, το τσιγάρο δεν κατέβαλε την υγεία του κι ας ήταν συνέχεια μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα. Έπινε πολύ λίγο κρασί, όμως κοιμόταν πολύ, ενώ πάντοτε ήταν εύθυμος χαρακτήρας. Ουδέποτε φόρεσε γυαλιά. Η μνήμη του και γενικότερα οι διανοητικές του ικανότητες ήταν ισχυρές μέχρι το τέλος της ζωής του.


Η ίδια εφημερίδα περιέγραψε την εικόνα του Χαύτα στο νεκρικό κρεβάτι: “Η μορφή του γαλήνιος και λευκοτάτη απέπνεεν όλην την γλυκύτητα και το άρωμα της ηρωικής του καρδίας, το αρρενωπόν δε άμα και το αφελές όπερ διέκρινε τους άνδρας της παλαιμάρχου εκείνης εποχής ζωηρόν εισέτι απετυπούτο επί του ωχρολεύκου προσώπου του. Και υπό το λευκά του βλέφαρα εκατόν δεκαέξ ενιαυτοί εκοιμώντο! Την σεβασμίαν του κεφαλήν έστεφε το Ελληνικόν φέσιον με την χρυσήν κορώναν, και χρυσά και ατίμητα πισλιά εστόλιζον το ηρωικόν του στήθος“. (09.03.1895)Σύμφωνα με δημοσίευμα της Εστίας, όταν ο Χαύτας ήταν νέος ακόμη, είχε κερδίσει στα χαρτιά ένα τεράστιο χρηματικό ποσό πολλών χιλιάδων δραχμών. 

Μετά το παιχνίδι, όμως, έβαλε κάτω ένα σταυρό και τον πάτησε ορκιζόμενος να μην ξαναπαίξει ποτέ, όπως και έγινε, τηρώντας τον όρκο του μέχρι το τέλος της ζωής του.Τέσσερις-πέντε ώρες πριν το θάνατό του, γύρω στις 10 το βράδυ της 6ης Μαρτίου, ο Δημήτριος Χαύτας τραγουδούσε ένα τραγούδι του Μάρτη περικυκλωμένος από τα εγγόνια και τα δισέγγονά του. (Σύμφωνα με την Ακρόπολις ήταν το “Πετροχελιδόνα πέρασε και μας εχαιρέτισε/ Μας άφησε την υγειά και την χαρά/ Έξω ψύλλοι, ποντικοί· μέσα Μάρτης και χαρά/ Και καλή νοικοκυρά”!!) Λίγες ώρες νωρίτερα είχε φάει – για πρώτη φορά μετά από έξι μέρες – μια φέτα ψωμί, ήπιε ένα φλιτζάνι καφέ και αφού έστριψε ένα τσιγάρο, το κάπνισε με το τσιμπούκι του. Στις 2.30΄ το πρωί της 7ης Μαρτίου ζήτησε λίγο νερό, το ήπιε και λίγο μετά πέθανε.Η είδηση του θανάτου του δεν δημοσιεύθηκε σ’ όλες τις εφημερίδες, χωρίς όμως να λείψουν και τα πλούσια αφιερώματα σε όσες τον θυμήθηκαν – τα οποία και αποτέλεσαν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για το παρόν αφιέρωμα. Άλλωστε η ειδησεογραφία ήταν γεμάτη από την προεκλογική κίνηση των συνδυασμών εν όψει των εκλογών της 16ης Απριλίου, καθώς επίσης από το σασπένς γύρω από το φρικιαστικό έγκλημα με θύμα ένα ακέφαλο σώμα, που είχε βρεθεί λίγες μέρες νωρίτερα στον Πειραιά.


Μια από τις λίγες εφημερίδες, που αναφέρθηκαν στο θάνατο του Δημητρίου Χαύτα, ήταν το Άστυ: “Πάει και ο Χαύτας! 116 ετών! Λείψανον του ιερού αγώνος. Εγεννήθη εις τα 1779! Φοβερός και τρομερός πολεμιστής αρχομένου του αιώνος, αγαθώτατος και φαιδρότατος γεροντάκος λήγοντος αυτού. Εις των σπανιοτέρων τύπων της παλαιάς εκείνης γενεάς. Με τις φουστανέλλες του, το φέσι του, την πάλα του, το σελάχι του, τ’ άσπρα του τα μαλλιά, έμοιαζε σαν ζωντανή ακουαρέλα του Λάντσα. Εκ του ονόματός του ωνομάσθησαν τα περίφημα Χαυτεία. Αυτός πρώτος ίδρυσεν εκεί κάτω μία ξύλινη μπαράγκα, η οποία με τον καιρόν μετεμορφώθη εις καφενείον των Γερόντων. Το τι συζητήσεις και ιδίως πολιτικαί έχουν γείνει εκεί μέσα ένας Θεός το ξέρει. Τα Χαυτεία ήσαν άλλοτε μικρά Βουλή, χωρίς στενογραφημένα πρακτικά και υπουργεία […]” (09.03.1895)Ωστόσο, φαίνεται ότι πολύς κόσμος έσπευσε στην οικία του παλαίμαχου αγωνιστή στην πλατεία Βάθης για να τον αποχαιρετήσει, ενώ στις 10 το πρωί της 8ης Μαρτίου έγινε η κηδεία του, λιτή και χωρίς πολυτελή στεφάνια, στην οποία χοροστάτησε ο Μητροπολίτης, ενώ λόχος πεζικού επικεφαλής της μουσικής της φρουράς απέδωσε τιμές στον Δημήτριο Χαύτα. Απουσίαζαν όμως οι επίσημοι, κάτι που σχολιάστηκε αρνητικά.


Η εφημερίδα Ημέρα σημείωνε: “Είνε αληθές ότι η κηδεία του εγένετο πενιχρά, διότι ο αγωνιστής Δημ. Χαύτας δεν έτυχε να τον ρεκλαμάρη κανείς προ του θανάτου του, και διότι δεν ανήκει εις τον σύλλογον των αλληλοθαυμαστών, ουδέ εις την σπείραν των νεοελθόντων μεγάλων πατριωτών και ευεργετών, και διά τούτο ούτε μεγάλα γαλόνια, ούτε ψηλά καπέλλα συνώδευσαν τον νεκρόν του τελευταίου αγωνιστού. Αλλά νομίζομεν ότι ο ευτυχέστερος των παρ’ ημίν υπήρξε ο αοίδημος Χαύτας, όστις κατώρθωσεν ώστε και τον νεκρόν του ακόμη να μη τον πλησιάσουν οι Αβδηρίται της εποχής“. (10.03.1895)

Πώς όμως ήταν οπτικά ο 116ετής Δημήτριος Χαυτάς; Η εικόνα αυτή δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολη, που έκανε λόγο για μια “νεωτάτη” και “επιτυχεστάτη” φωτογραφία.

Πηγές:
Τα αρχεία των εφημερίδων:
Ακρόπολις: 08 και 09.03.1895
Το Άστυ: 08.03.1895
Εστία: 09.03.1895
Ημέρα: 10.03.1895
Νέα Εφημερίς: 08 και 09.03.1895 

ola-ta-kala.blogspot.com