Άγιο Όρος: Ένα 24ωρο δίπλα στους μοναχούς

Άγιο Όρος: Ένα 24ωρο δίπλα στους μοναχούς – «Το βαθύτερο νόημα είναι να ακολουθήσεις το πρόγραμμά τους»

«Καλόγερος με κοίταξε στα μάτια και μου είπε πως με περίμενε» περιγράφει στo Newsbeast επισκέπτης

Άγιο Όρος: Ένα 24ωρο δίπλα στους μοναχούς – «Το βαθύτερο νόημα είναι να ακολουθήσεις το πρόγραμμά τους»

Σταυρούλα Πεταλιού/Newsbeast

Άγιο Όρος
Άγιο Όρος
Άγιο Όρος
Άγιο Όρος

Λένε πως μόλις αντικρίσεις το Άγιο Όρος η ψυχή σου γαληνεύει. Η Αθωνική Πολιτεία των μοναστηριών σου «αποκαλύπτεται» κάνοντάς σε πριν ακόμη φύγεις να σκέφτεσαι τη στιγμή που θα πας ξανά. Εκεί, στις σκήτες συναντάς μοναχούς που μπορείς να διακρίνεις στα μάτια τους την αγιοσύνη, ανθρώπους που παράτησαν τα πάντα πίσω τους για να αφιερώσουν τη ζωή τους στον Θεό. Ακόμη κι αν μέχρι τότε δεν πίστευες, αρχίζεις να νιώθεις κάτι το οποίο δεν μπορείς να εξηγήσεις. 

«Παλεύοντας για καιρό με τους δικούς μου ”δαίμονες”, βυθισμένος σε σκοτεινές σκέψεις και μονοπάτια, η Αθωνική Πολιτεία έμοιαζε για εμένα ως μια λυτρωτική εσωτερική διαδρομή» λέει στο Newsbeast ο Γιώργος Πούλος ο οποίος πριν από τέσσερα περίπου χρόνια επισκέφτηκε το Άγιο Όρος.

Περιγράφοντας μάλιστα ένα 24ωρο κοντά στους μοναχούςεξηγεί πως «το βαθύτερο νόημα είναι να ακολουθήσεις με ευλάβεια το πρόγραμμά τους» και ότι «το ρολόι του οργανισμού συγχρονίζεται αμέσως με τη μοναστηριακή ζωή».

«Η πάλη του να αναθεωρείς μέσα σου πράγματα ειναι διαρκής. Ίσως το Άγιο Όρος να ειναι η αρχή ενός προορισμού αναζητήσεων. Το πού θα καταλήξει το ταξίδι αυτό ειναι άγνωστο. Μόνο ο Θεός το ξέρει…» λέει.

«Παλεύοντας με τους δικούς μου ”δαίμονες” το Άγιο Όρος έμοιαζε μια λυτρωτική εσωτερική διαδρομή»

Εστιάζοντας στο πώς πήρε την απόφαση να επισκεφτεί το Άγιο Όρος ο Γιώργος Πούλος διευθυντής της εφημερίδας Espresso λέει στο Newsbeast: «Παλεύοντας για καιρό με τους δικούς μου ”δαίμονες”, βυθισμένος σε σκοτεινές σκέψεις και μονοπάτια, η Αθωνική Πολιτεία έμοιαζε για εμένα ως μια λυτρωτική εσωτερική διαδρομή. Και πράγματι αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ότι έτσι ήταν…».

«Η απάντηση στο γιατί πήγα βρίσκεται στα λόγια ενός καλόγερου στη Μονή Ξενοφώντος που χωρίς να έχουμε ξανασυναντηθεί μου είπε κοιτώντας με στα μάτια πως με… περίμενε και πώς έπρεπε να ήμουν εκεί εδώ και καιρό. Πήγα λοιπόν για τη γαλήνη της ψυχής μου, για να νιώσω το άγγιγμα ψυχής του Αγίου Όρους» σημειώνει. 

«Η προσωπική μου εμπειρία στο Άγιο Όρος, στην Αθωνική Πολιτεία των μοναστηριών, των καλυβιών, στις σκήτες και των σπηλαίων με τους ανθρώπους του Θεού, όπως αποκαλώ όσους άφησαν την κοσμική ζωή για να αφιερωθούν στον Κύριό μας, πήρε σάρκα και οστά πρίν από τέσσερα περίπου χρόνια και έπρεπε να φτάσω στα 44 μου χρόνια για να αποφασίσω να βρεθώ κοντά σε μοναχούς. Σε νεαρότερη ηλικία είχα βρεθεί και στα Μετέωρα, όμως το Άγιο Όρος φάνταζε σαν ένας προορισμός που θα έφτανε με το πλήρωμα του χρόνου» συμπληρώνει. 

Πώς περνάει ένα 24ωρο στο Άγιο Όρος

«Το βαθύτερο νόημα κατά τη διάρκεια της παραμονής κάποιου στο Άγιο Όρος είναι να ακολουθήσει με ευλάβεια το πρόγραμμα των μοναχών. Αυτό και έκανα και εγώ. Λες και το ρολόι του οργανισμού συγχρονίστηκε με τη μοναστηριακή ζωή» μας λέει ο Γιώργος Πούλος. 

«Δεν χρειαζόταν καν να βάλω ξυπνητήρι προκειμένου να ξυπνήσω στις τρεις τα ξημερώματα για να βρεθώ στην Θεία Λειτουργία. Κατά έναν θαυμαστό τρόπο ξυπνούσα δίχως ίχνος… νύστας! Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου (οι μονές που με φιλοξένησαν ήταν η Μονή Παντοκράτορος και Ξενοφώντος) έλεγα συνεχώς στον εαυτό μου πως η ιερή τούτη γωνιά της Ελλάδας και όλου του κόσμου χρήζει και του δικού μου σεβασμού. Με αυτό το σκεπτικό ακολούθησα το πρόγραμμα των μοναχών» υπογραμμίζει ο δημοσιογράφος. 

«Το απόγευμα λοιπόν (γύρω στις 16:00) μαζί με άλλους προσκυνητές μαζευόμασταν στο Καθολικό, τον κεντρικό ναό της μονής όπου γίνεται ο εσπερινός. Μετά ακολουθεί το φαγητό στην τράπεζα και στη συνέχεια μαζευόμασταν πάλι στο Καθολικό για το απόδειπνο και την προσκύνηση των ιερών λειψάνων» αναφέρει μιλώντας στο Newsbeast. 

«Στη συνέχεια υπάρχει κάποιος ελεύθερος χρόνος, για περισυλλογή και κουβέντα με μοναχούς ή με άλλους προσκυνητές ή κάποια κοντινή βόλτα. Με τη δύση του ηλίου συγκεντρωνόμασταν εντός των τειχών της Μονής γιατί η πόρτα κλείνει. Γύρω στις 3:00 έχει ξανά έγερση και Λειτουργία στο Καθολικό και γύρω στις 8:00 ακολουθεί η τράπεζα» συμπληρώνει.

«Όσα είδα και έζησα πλέον τα θεωρώ τον θησαυρό της ψυχής μου»

Μιλώντας για τα όσα έζησε και είδε στο Άγιο Όρος ο δημοσιογράφος υπογραμμίζει πως τα θεωρεί πλέον τον θησαυρό της ψυχής του. «Πιστέψτε με είμαι ένας άνθρωπος που υπήρξε ”άγριο νιάτο” και ψάχνει ακόμη να βρεί τον προορισμό του σε αυτή την επίγεια ζωή. Όμως η πίστη στον Θεό, ειναι αναπάσπαστος σύμμαχος μου στην προσπαθειά μου να βρώ τον εαυτό μου» επισημαίνει. 

Εξηγώντας πως τα πάντα από το Άγιο Όρος θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη του ο Γιώργος Πούλας υπογραμμίζει: «Συνάντησα ανθρώπους που βλέπεις την αγιοσύνη στα μάτια τους, που είχαν το σθένος να τα αφήσουν ολα και να αφιερωθούν στον Θεό. Για παράδειγμα συνάντησα έναν ηλικιωμένο καλόγερο που είχε να βγει απο την Αθωνική Πολιτεία εξήντα ολόκληρα χρόνια. Και όμως αυτός ο άνθρωπος έλεγε πως πέρασαν έξι δεκαετίες και ακόμη προσεύχεται για άφεση των αμαρτιών του…Τι αμαρτίες μπορεί να έχει ένα παιδί δεκατριών ετών; Γιατί σε αυτή την ηλικία πέρασε τις πύλες του Όρους…;».

Φέρνοντας στο μυαλό του τις στιγμές που θα μείνουν χαραγμένες στην ψυχή του ο Γιώργος Πούλος που επισκέφτηκε το Άγιο Όρος πριν από περίπου τέσσερα χρόνια μας εξηγεί πως για να τις απαρυθμίσει θα χρειαστεί εκατοντάδες λέξεις. 

«Θα πω όμως δυο – τρεις χαρακτηριστικές. Μια λοιπόν από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές ήταν στην Μονή Ξενοφώντος. Σκοτάδι… τέσσερις τα ξημερώματα πηγαίνοντας προς το Καθολικό. Ξάφνου περνά απο μπροστά μου ένας καλόγερος σαν αερικό. Είχε γίνει ένα με τον χωροχρόνο που πίστεψα πως δεν πατούσε τη γη

Επίσης το οδοιπορικό στα Καυσοκαλύβια ηταν συγκλονιστικό. Πρόκειται για μια περιοχή σε απόκρυμνους τεράστιους βράχους με σκήτες, καλύβες οπου ζούνε ερημίτες μοναχοί. Η πρόσβαση ειναι δύσκολη.

Σε μια απο τις καλύβες συνάντησα τον ερημίτη μοναχό Πατάπιο, ο οποίος μένει στην Καλύβα του Αγίου Ακακίου. Όταν βρέθηκα στην σπηλιά που έμενε ο αγιος Ακάκιος, (ίσα ίσα χωρα ένας άνθρωπος) ένιωσα κυριολεκτικά ”μικρός”» επισημαίνει. 

«Παίρνοντας το καραβάκι της επιστροφής για την Ουρανούπολη, το κεφάλι σου ασυναίσθητα γυρίζει πίσω»

«Πριν πάω στο Άγιο Όρος μου είχε πει ενας φίλος πως παίρνοντας το καραβάκι της επιστροφής για την Ουρανούπολη, το κεφάλι σου ασυναίσθητα θα γυρίσει προς τα πίσω κοιτώντας τα μοναστήρια που χάνονται σιγα σιγά από το βλέμμα σου και θα αναρωτηθείς πότε θα ξαναπάς» λέει ο Γιώργος Πούλος. 

«Όταν μου το είχε πει γέλασα. Σαν άπιστος Θωμάς δεν τον πίστεψα… μέχρι που ασυναίσθητα έκανα και εγώ το ίδιο πράγμα. Δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος που πήγε να μην θέλει να ξαναπάει… Σαν να σε οδηγεί κάτι αόρατο πάλι εκεί…» αναφέρει χαρακτηριστικά κλείνοντας

Ήθελε ο Θεός και ζήσαμε!

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα ……

7. Ήθελε ο θεός και ζήσαμε*


Η Πρωτομαγιά του 1964 συνέπεσε με τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν από τις σπάνιες χρονιές που το Πάσχα θα το γιορτάζαμε Μάιο. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στην κοιλάδα του Μόρνου.
Οι γεωργοί στην κοιλάδα είχαν αρχίσει τις προετοιμασίες για την σπορά στους αγρούς, ο καθαρισμός των καναλιών άρδευσης και τα οργώματα είχαν σχεδόν τελειώσει σε όλο τον κάμπο. Οι καλλιεργητές μάλιστα που τα χωράφια τους αρδεύονταν από τον Κοκκινοπόταμο και καλλιεργού- σαν καλαμπόκι έπρεπε μέχρι τις αρχές Μαΐου να έχουν τελειώσει και με τη σπορά, η οποία γινόταν πρώιμα σε αυτά τα χωράφια, μιας και το καλαμπόκι χρειάζεται αρκετά ποτίσματα για να έχει ανάπτυξη και πλούσια παραγωγή.

Ο Κόκκινος ποταμός μπορούσε να δώσει νερό το πολύ μέχρι τα μέσα Ιουλίου· το υπόλοιπο διάστημα, μέχρι το φθινόπωρο, στέρευε στο μεγαλύτερο τμήμα του σε αντίθεση με τον Μόρνο, που τα νερά του έρεαν αδιάκοπα όλο τον χρόνο.
Εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή του 1964 ο πατέρας μου είχε τελειώσει με την πρώιμη σπορά των χωραφιών, γύρω από το σπίτι, με καλαμπόκι, αφού τα χωράφια αυτά μπορούσαν να αρδευτούν μόνο από τον Κόκκινο.

Τα χρόνια εκείνα το όργωμα και η σπορά γίνονταν με το παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή με τα άλογα ή τα μουλάρια και το αλέτρι του Ησίοδου. Ήταν δύσκολη δουλειά για τους ανθρώπους και για τα ζώα.
Δεν έπρεπε ούτε σπυρί να πάει χαμένο, για να πιάσει ο κόπος τόπο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι άνθρωποι του μόχθου.


Στα φρέσκα οργώματα έπεφταν κάθε είδους πουλιά για να κλέψουν κανένα σπόρο. Οι επιδρομές των κορακιών ήταν η μεγάλη μάστιγα για τους γεωργούς, τόσο κατά τη σπορά όσο και μετέπειτα, κατά την περίοδο της ωρίμανσης και της συγκομιδής.

Για να μειώσουν αυτές τις επιδρομές, χρησιμοποιώντας παλιά ρούχα έφτιαχναν σκιάχτρα και τα τοποθετούσαν στα χωράφια τους. Στην αρχή ήταν αποτελεσματικό μέτρο, αλλά σιγά-σιγά τα πουλιά εξοικειώνονταν και στο τέλος κάθονταν ακόμη και πάνω στα σκιάχτρα.
Χρησιμοποιούσαν επίσης κάποιες αυτοσχέδιες κατασκευές από τενεκέδες, που με τον άνεμο δημιουργούσαν έντονο θόρυβο που φόβιζε τα πουλιά, τουλάχιστον στην αρχή.
Κάποιοι γεωργοί θεωρούσαν πιο αποτελεσματικό μέτρο να κρεμούν σε κάποιους στύλους μέσα στα χωράφια τους νεκρά πουλιά, που είχαν τουφεκίσει.


Ο πατέρας μου είχε ένα παλιό στρατιωτικό τυφέκιο, μακρύκανο, τύπου γκρα, που το είχε μετατρέψει σε κυνηγετικό. Έπαιρνε κυνηγετικό φυσίγγι στην θαλάμη αντί για σφαίρα και λειτουργούσε με κινητό ουραίο. Εκείνο το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής το κατέβασε από το ταβάνι του σπιτιού μας όπου το φύλαγε, το όπλισε και παραμόνευε στην αυλή ώστε, όταν πέσουν τα πουλιά στα οργωμένα χωράφια, να τα τουφεκίσει. Κάποια στιγμή κάπου θέλησε να πάει, άφησε το όπλο πάνω στον φράχτη και απομακρύνθηκε.


Παρακολουθώντας τη σκηνή μαζί με τα αδέλφια μου τρέξαμε, κι εγώ άρπαξα το όπλο κι άρχισα να σημαδεύω, πρώτα τον αδελφό μου και μετά την αδελφή μου, λέγοντάς τους αστειευόμενος «σας σκοτώνω», πιστεύοντας ότι δεν είχε φυσίγγι. Το χαρακτηριστικό κλικ του επικρουστήρα ακούστηκε δυο φορές χωρίς να γίνει εκπυρσοκρότηση. Μετά έστρεψα το όπλο προς τον ουρανό, ξαναπάτησα την σκανδάλη και ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότησης ακόμη ακούγεται στα αυτιά μου μαζί με τα ξεφωνητά της μάνας μου και τις αγριοφωνάρες του πατέρα μου…

*το διήγημα είναι από το βιβλίο: «θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις».

Ν. Καζαντζάκης

Τον Θεό δεν τον φοβάμαι εκείνος καταλαβαίνει και συγχωρεί.

Τους ανθρώπους φοβάμαι που ούτε καταλαβαίνουν και ούτε συγχωρούν.

Μπαλζάκ

Ευγενία Γκραντέ:

Κάθε ανθρώπινη δύναμη είναι μια σύνθεση υπομονής και καιρού. Οι δυνατοί άνθρωποι θέλουν κι αγρυπνούν. Η ζωή του φιλάργυρου είναι μια ακατάπαυστη άσκηση της ανθρώπινης δύναμης υποταγμένη στην προσωπικότητα.

Στηρίζεται σε δύο μόνο αισθήματα στη φιλαυτία και το συμφέρον’ μα επειδή το συμφέρον είναι κατά κάποιον τρόπο η σταθερή και καλώς νοούμεμη φιλαυτία, η διαρκής διαπίστωση μιας πραγματικής υπεροχής, η φιλαυτία και το συμφέρον είναι δυο μέρη ενός και του αυτού συνόλου: του εγωισμού. Απ’αυτό ίσως προέρχεται η τρομερή περιέργεια που κινούν οι φιλάργυροι, όταν τοποθετούνται μ’ επιτηδειότητα στη σκηνή. Ο καθένας μας συνδέεται με μια κλωστή με τα πρόσωπα αυτά, που έρχονται σε σύγκρουση με όλα τα ανθρώπινα αισθήματα, συνοψίζοντάς τα όλα.

Ποιος άνθρωπος είναι χωρίς επιθυμία και ποιά κοινωνική επιθυμία θα εκπληρωθεί χωρίς χρήμα; (…) Το να επιβάλλεσαι στον άλλον δεν είναι μια άσκηση εξουσίας, δεν είναι συνεχής απόκτηση του δικαιώματος να περιφρονείς τους πολύ ασθενείς, εκείνους που αφήνουν να καταβροχθησθούν εδώ στον κάτω κόσμο;

Ω! ποιός κατάλαβε καλά το αρνί το πλαγιασμένο ήσυχα στα πόδια του Θεού, το πιο συγκινητικό έμβλημα του όλων των επίγειων θυμάτων, το σύμβολο του μέλλοντός τους, το δοξαστό τέλος του πόνου και της ανημπόρειας. Αυτό το αρνί ο φιλάργυρος το αφήνει να παχύνει, το μαντρώνει το σκοτώνει, το ψήνει, το τρώει και το περιφρονεί.

Η βοσκή των φιλάργυρων είναι το χρήμα κι η περιφρόνηση.”

Μακαρέντζος-Μακαρέντζος!!

Είκοσι μια Απριλίου σήμερα.…55 χρόνια πριν

Μακαρέντζος-Μακαρέντζος!! (Διήγημα)

Από το 1966 μέχρι το 1972 ήμουν μαθητής του εξαταξίου γυμνασίου μιας όμορφης και ήσυχης επαρχιακής κωμόπολης κτισμένης στις υπώρειες της δυτικής πλευράς μιας μεγάλης οροσειράς, έχοντας αντίκρυ έναν επίσης ορεινό όγκο. Στην έξοδο της κωμόπολης ξεκίναγε μια μικρή πανέμορφη κοιλάδα εκτεινόμενη και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά, που προσομοίαζε σαν μια καλοφτιαγμένη αυλή για την μικρή αυτή πόλη διαμορφωμένη ένα επίπεδο κάτω από τα τελευταία σπίτια της.

Ένας μικρός χείμαρρος, που ξεκίναγε από τα ανατολικά, διέσχιζε την μικρή κοιλάδα και στο τέρμα του συναντούσε τον Μέγα ποταμό που έρεε τα νερά του προς τα νοτιοδυτικά αφού περνούσε μέσα από ένα πολύ μικρό στένωμα. Ουσιαστικά ήταν μια βραχοσχισμή περίπου 50 μέτρων όπου από παλιά οι κάτοικοι είχαν φτιάξει ένα πέτρινο μονότοξο γιοφύρι για να διαβαίνουν χωρίς να διακινδυνεύουν από τα ορμητικά νερά του ποταμιού.

Η θέση που βρισκόταν η κωμόπολη, με το όνομα Λιδωρίκιον, της πρόσφερε μια φυσική απομόνωση, που ήταν πλεονέκτημα για τις παλιότερες εποχές και μεγάλο μειονέκτημα για την σύγχρονη εποχή. Γιαυτό το λόγο ήταν ανάμεσα στις λιγοστές στεριανές πόλεις που είχαν επιλέγει από το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου ως ιδανικός τόπος εκτοπισμού των αντιφρονούντων …

Η φοίτηση στο Γυμνάσιο των παιδιών, που καταγόντουσαν από τα απομακρυσμένα χωριά της πέριξ περιοχής απαιτούσε αναγκαστική εσωτερική μετανάστευση από την ηλικία των δώδεκα ετών.

Σε αυτή την πόλη, σε ένα μικρό δωμάτιο, μια χαμοκέλα, που η οικογένεια μου είχε νοικιάσει, έζησα τις έξι σχολικές χρονιές.

Τα δυο πρώτα χρόνια ήμουν μόνος μου και τα επόμενα χρόνια με τα δυο μικρότερα αδέλφια μου.

Δεν ήταν εύκολη βέβαια η διαβίωση των νεαρών μαθητών, που πέρα από τις σχολικές υποχρεώσεις έπρεπε να φροντίζουν και τους εαυτούς τους. Το καθάρισμα, το μαγείρεμα, το πλύσιμο και όλες οι σχετικές εργασίες, που ένα νοικοκυριό, έστω και μικρό, απαιτεί, ήταν αποκλειστική ευθύνη του νεαρού μαθητή.

Η έλλειψη της γονικής εποπτείας γεννούσε και άλλους κινδύνους για τα νεαρά παιδιά, που έπρεπε να τους διαχειριστούν μόνα τους. Έπρεπε να μάθουν να διαχειρίζονται τον χρόνο, να βάζουν προτεραιότητες, να θέτουν στόχους, να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις και να ασκούνται στην αυτοπειθαρχία και βασικά να διαχειρίζονται την ελευθερία τους. Το τελευταίο μάλιστα ήταν και το πιο δύσκολο, τα περισσότερα τα κατάφερναν και ωρίμαζαν νωρίτερα από συνομηλίκους τους, που μεγάλωναν στις οικογενειακές εστίες τους. Υπήρχαν βέβαια και αποτυχίες, κάποιοι ευτυχώς ελάχιστοι παρασυρόντουσαν και οδηγούνται σε επικίνδυνες παρεκτροπές.

Τα δικά μου σχολικά χρόνια συνέπεσαν με την διακυβέρνηση της χώρας από το στρατιωτικό καθεστώς, που επιβλήθηκε με το πραξικόπημα, τον Απρίλιο του 1967, όταν ήμουν μαθητής της πρώτης τάξης του Γυμνασίου.

Θυμάμαι έντονα το πρωινό της Παρασκευής της 21ης Απριλίου 1967, αν και δεν υπήρχαν κάποια σημάδια, που να το διαφοροποιούν σε κάτι από τα συνήθη σχολικά πρωινά.

Ο ηλεκτρικός σταθμός παραγωγής ρεύματος, που τροφοδοτούσε την κωμόπολη, σταμάτησε να λειτουργεί όπως κάθε μέρα στις έξι. Ο τοπικός ηλεκτρικός σταθμός λειτουργούσε από τις έξι το απόγευμα μέχρι τις έξι το πρωί, μιας και η ΔΕΗ δεν είχε ακόμη παρουσία στην ορεινή επαρχία της Κεντρικής Ρούμελης.

Οι πρώτοι κάτοικοι από τα γύρω χωριά άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη με τα υποζύγια τους, άλλοι μετέφεραν διάφορα προϊόντα για πώληση και άλλοι ερχόντουσαν για να κάνουν τις αγορές τους ή να επισκεφθούν τις δημόσιες υπηρεσίες για να διεκπεραιώσουν κάποια υπόθεση τους.

Στις οχτώ, όπως κάθε μέρα, οι μαθητές είχαν πάει στο σχολικό συγκρότημα και περίμεναν να κτυπήσει το κουδούνι, μάλιστα είχαν έλθει κανονικά με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και οι μαθητές που πηγαινοερχόντουσαν καθημερινά από τα διπλανά χωριά.

Το κουδούνι κτύπησε και αντί για προσευχή, τον λόγο πήρε ο Γυμνασιάρχης και μας ανακοινώνει πως έγινε επανάσταση και δεν θα κάνουμε μάθημα, συμπληρώνοντας ότι ούτε αύριο θα γίνει μάθημα. Μας ευχήθηκε καλό Πάσχα, η επόμενη εβδομάδα ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα,  και μας έδωσε ραντεβού για την Δευτέρα του Θωμά.

Επακολούθησε πανζουρλισμός από τις φωνές των μαθητών και χαρούμενοι που γλιτώναμε δυο μέρες μαθήματα τρέξαμε στα σπίτια μας και εμείς που ήμασταν από τα γειτονικά χωριά πήραμε τα πράγματα μας και αναχωρήσαμε οι περισσότεροι με τα πόδια για τις οικογενειακές μας εστίες.

Κανένας νομίζω ακόμη και οι μεγάλοι μαθητές και πιθανώς και αρκετοί καθηγητές κατάλαβαν εκείνη την στιγμή σε τι προβλήματα έμπαινε η Πατρίδα μας και φυσικά όλοι οι Έλληνες…

Όμως στο μυαλό μου χαράχτηκε βαθιά μια κουβέντα που άκουσα από ένα περίεργο τύπο, έτσι μου φαινόταν τότε, που συζητώντας με μια κυρία της είπε:

-θα έχουμε προβλήματα κυρά Λένη, εμάς τους αριστερούς θα μα πιάσουν..

Τι πάει να πει αριστερός; γιατί να πιάσουν ένα ήσυχο άνθρωπο σαν τον κύριο Γιάννη, που το μόνο ΅περίεργο΅ ήταν το κομψό λευκό λινό κουστούμι που πάντα φορούσε και το γαρύφαλλο στο πέτο του σακακιού του;

Αυτές οι σκέψεις με βασάνιζαν για αρκετά χρόνια και νομίζω απαντήσεις άρχισα να παίρνω όταν η Βραδυνή του Τζώρτζη Αθανασιάδη άρχισε να γράφει εναντίον της Χούντας, θυμάμαι ακόμη, τα πύρινα άρθρα του Σταματόπουλου, πρώην χουντικού, κατά των Συνταγματαρχών.

Θυμάμαι ως μαθητές του Γυμνασίου κάναμε άθελα μας βέβαια και την πρώτη μας αντιχουντική ενέργεια. Όταν το 1968 επισκέφθηκε την κωμόπολη μας ο Μακαρέζος, (ο επί των οικονομικών της Χούντας). Παραταχθήκαμε όλοι οι μαθητές πάνω από 400, αριστερά και δεξιά του δρόμου, με σκοπό να τον επευφημήσουμε. Το σύνθημα, μας το έδωσε ο γυμναστής αλλά δεν ήταν σαφής με το όνομα…

Αρχίσαμε όλοι με στεντόρεια φωνή να φωνάζουμε:

Μακαρέντζος, Μακαρέντζος αντί Μακαρέζος !!!

Κρύος ιδρώτας έλουσε τον γυμναστή, που προσπαθούσε μάταια να μας διορθώσει!!! Εμείς όμως συνεχίζαμε στο Μακαρέντζος ….

Αυτή η παραφωνία μας στοίχισε κάποιους παραπάνω γύρους τροχάδην στο γήπεδο την επόμενη ημέρα!!

Πόνημα δημιουργικής γραφής

Κ. Μ. Μπερτσιάς