Σαν σήμερα

Η Απόβαση στη Νορμανδία

Έμεινε στην ιστορία ως D-Day και ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η μεγαλύτερη αμφίβια επιχείρηση στα στρατιωτικά χρονικά.

Η Απόβαση στη Νορμανδία ή D-Day, όπως έμεινε στην ιστορία.

Η Απόβαση στη Νορμανδία ή D-Day, όπως έμεινε στην ιστορία.

Το συννεφιασμένο πρωινό της 6ης Ιουνίου 1944 πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η μεγαλύτερη αμφίβια επιχείρηση στα στρατιωτικά χρονικά, η απόβαση στη Νορμανδία ή D-Day, όπως έμεινε στην ιστορία. Επρόκειτο για ένα κρίσιμο πλήγμα εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας και, όπως συμφωνούν οι ιστορικοί, ένα από τα σημεία που έκριναν την έκβαση του πολέμου.

Η προετοιμασία για την Απόβαση στη Νορμανδία

Οι διαφωνίες των Συμμάχων για το αν θα έπρεπε να ασκηθεί πίεση από Νότο προς Βορρά ή να γίνει απόβαση μέσω Μάγχης, προκειμένου να ηττηθεί η Γερμανία, λύθηκαν στη Διάσκεψη της Τεχεράνης (28 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 1943). Ο Στάλιν, υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ, επέμενε ότι η εισβολή στη Γαλλία ήταν ο μόνος τρόπος να ηττηθεί η Γερμανία.

Τον Ιανουάριο του 1944 άρχισε να προετοιμάζεται η επιχείρηση «Επικυρίαρχος» (Operation Overlord). O αμερικανός στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ ορίστηκε ανώτατος διοικητής, με βρετανούς διοικητές στο στρατό ξηράς, στο ναυτικό και την αεροπορία. Σύμφωνα με το σχέδιο, η επίθεση θα γινόταν σ’ ένα στενό μέτωπο στη Νορμανδία, στις βόρειες ακτές της Γαλλίας, από πέντε σώματα στρατού. Για την πραγματοποίησή της, ο Αϊζενχάουερ έπρεπε να συγκροτήσει τον μεγαλύτερο στην ιστορία στόλο που επιχείρησε ποτέ απόβαση. Σε περίπτωση επιτυχίας, η απόβαση θα αποτελούσε την απαρχή προέλασης μεγάλων συμμαχικών δυνάμεων προς Ανατολάς μέσω της Γαλλίας, κατευθείαν στην καρδιά της ναζιστικής Γερμανίας.Το βασικότερο μέλημα για τους σχεδιαστές της επιχείρησης ήταν να μη μάθουν οι Γερμανοί το σημείο της απόβασης. Έτσι, οι δυνάμεις τους θα ήταν αναγκασμένες να αναπτυχθούν σε ολόκληρη την ακτογραμμή. Είχε καταρτιστεί εξάλλου σχέδιο παραπλάνησης, η επιχείρηση «Σωματοφύλακας» (Operation Bodygard), που κατόρθωσε πέραν πάσης προσδοκίας να πείσει τον Χίτλερ ότι κύριος στόχος ήταν η περιοχή του Καλέ, αρκετά βορειότερα της Νορμανδίας. Παρότι στη Γαλλία υπήρχαν 58 γερμανικές μεραρχίες, μόνο οι 14 βρίσκονταν στις ακτές της Νορμανδίας. Μεγάλη σημασία είχε και η αξιοποίηση της αεροπορικής υπεροχής των Συμμάχων, ώστε να εξουδετερωθεί η εχθρική πολεμική αεροπορία και να απομονωθεί το συγκοινωνιακό δίκτυο της Βόρειας Γαλλίας.

Ενώ τα σχέδια τής απόβασης καταρτίζονταν από Αμερικανούς και Βρετανούς στρατιωτικούς στην Αγγλία, ο Γερμανός στρατάρχης Έρβιν Ρόμελ – γνωστός ως «αλεπού της ερήμου», από την προηγούμενη θητεία του στο αφρικανικό μέτωπο- επιφορτισμένος με την αναχαίτιση της αναμενόμενης απόβασης, ενίσχυσε τη γερμανική αμυντική οχύρωση κατά μήκος της ακτής της Γαλλίας με υποβρύχια εμπόδια, δεξαμενές καυσίμων, ανθεκτικές στους βομβαρδισμούς, καθώς και με ναρκοπέδια. Το βασικό του πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να περιφρουρεί 3.000 μίλια δυτικοευρωπαϊκής ακτής, από την Ολλανδία έως τα ιταλικά σύνορα.

Η Απόβαση

Η απόβαση στη βόρεια Γαλλία από την Αγγλία προγραμματίστηκε τελικά για τις 5 Ιουνίου 1944, αλλά αναβλήθηκε για ένα εικοσιτετράωρο, λόγω της κακοκαιρίας που επικρατούσε στο στενό της Μάγχης. Συγκροτήθηκε ένας τεράστιος στόλος, με επικεφαλής τον άγγλο ναύαρχο Μπέρτραμ Ράμσεϊ, ο οποίος περιλάμβανε 1.200 πολεμικά πλοία, 10.000 αεροπλάνα, 4.126 αποβατικά σκάφη, 804 μεταγωγικά πλοία και εκατοντάδες τεθωρακισμένα άρματα αμφίβιων και άλλων αποστολών. 156.000 άνδρες (73.000 Αμερικανοί και 83.000 Βρετανο-Καναδοί) θα αποβιβάζονταν στη Νορμανδία, από τους οποίους 132.000 θα μεταφέρονταν με πλοία μέσω Μάγχης και 23.500 με αεροπλάνα. Τις χερσαίες δυνάμεις διοικούσε ο άγγλος στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερι, που είχε απέναντί του ένα παλαιό γνώριμό του από τις επιχειρήσεις στην Αφρική, τον γερμανό στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ.Η απόβαση με την κωδική ονομασία «Ποσειδών» (Operation Neptune) άρχισε πριν από την αυγή της 6ης Ιουνίου σε πέντε ακτές κατά μήκος της Νορμανδίας, οι οποίες έφεραν τις κωδικές ονομασίες Utah (Γιούτα), Omaha (Όμαχα), Gold (Χρυσός), Juno (Ήρα) και Sword (Σπαθί). Οι παραλίες που είχαν επιλεγεί για την απόβαση εκτείνονταν από τον ποταμόκολπο του Ορν ως το νοτιοδυτικό άκρο της χερσονήσου Κοταντέν. Την παραμονή της επιχείρησης βρετανικές μονάδες καταδρομέων είχαν πέσει πίσω από της γραμμές του εχθρού, καταλαμβάνοντας γέφυρες – κλειδιά και αχρηστεύοντας τις επικοινωνίες των Γερμανών.

Οι τέσσερις ακτές καταλήφθηκαν εύκολα και γρήγορα από τις συμμαχικές δυνάμεις, ενώ στην πέμπτη, την «Όμαχα», αντιμετώπισαν σκληρή γερμανική αντίσταση. Με το σούρουπο μεγάλα προγεφυρώματα είχαν ήδη δημιουργηθεί και στις πέντε περιοχές της απόβασης και η τελική επιχείρηση για τη συντριβή τής Γερμανίας είχε αρχίσει.

Για την επιτυχία της απόβασης, καθοριστική ήταν η αεροπορική υπεροχή των Συμμάχων. Τα αεροπλάνα τους κατέστρεψαν τις περισσότερες γέφυρες του Σηκουάνα στ’ ανατολικά και του Λίγηρα στα νότια, εμποδίζοντας έτσι τους Γερμανούς να ενισχύσουν έγκαιρα τις προκεχωρημένες μονάδες τους στα προγεφυρώματα των ακτών της Νορμανδίας.

Οι Σύμμαχοι προ των πυλών της Γερμανίας

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, οι Βρετανοί θα καταλάμβαναν τη στρατηγικής σημασίας πόλη Καν την πρώτη ημέρα της απόβασης. Παρότι εξουδετέρωσαν γρήγορα τη γερμανική άμυνα, εν τούτοις έπρεπε να περιμένουν έως τις 9 Ιουλίου για να εισέλθουν νικηφόρα στην πόλη, εξαιτίας της εμφάνισης μιας μεραρχίας Πάντσερ, που καθήλωσαν τις δυνάμεις τους, αλλά και των διαφωνιών μεταξύ Αϊζενχάουερ και Μοντγκόμερι για θέματα τακτικής. Στον τομέα τους, οι Αμερικανοί αντιμετώπισαν σοβαρή αντίσταση στη χερσόνησο Κοταντέν, αλλά τελικά κατέλαβαν το ζωτικής σημασίας λιμάνι του Χερβούργου στις 26 Ιουνίου.

Οι συνεχείς συγκρούσεις έφθειραν τα γερμανικά στρατεύματα και στις 25 Ιουλίου ο στρατηγός Ομάρ Μπράντλεϊ διέσπασε το δυτικό μέτωπο και μέσα σε λίγες μέρες εξάλειψε κάθε αντίσταση στην πορεία του προς τον Σηκουάνα. Αντεπίθεση των γερμανικών τεθωρακισμένων στο Μορτέν αποκρούστηκε (713 Αυγούστου). Στα τέλη Αυγούστου οι Σύμμαχοι διέσχισαν τον Σηκουάνα και τον Σεπτέμβριο βρίσκονταν μπροστά στα γερμανικά σύνορα

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών

Με τον περιγραφικό αυτό όρο εννοούμε τον πόλεμο που ξέσπασε στις 5 Ιουνίου 1967 μεταξύ Ισραήλ και των γειτονικών του αραβικών χωρών (Αιγύπτου, Συρίας και Ιορδανίας). Το Ισραήλ, 19 χρόνια μετά την ίδρυσή του, πάλευε ακόμα για την ύπαρξή του, ενώ οι Άραβες επιδίωκαν την εξαφάνισή του. Οι εχθροπραξίες περατώθηκαν πέντε μέρες αργότερα, στις 10 Ιουνίου, με θρίαμβο των Ισραηλινών, που τριπλασίασαν τα εδάφη τους, κατακτώντας το Σινά, τη Λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τα Υψίπεδα του Γκολάν.

Στις αρχές του 1967, έπειτα από μια περίοδο σχετικής ηρεμίας, που ακολούθησε τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1956, οι αψιμαχίες ξανάρχισαν στα σύνορα του Ισραήλ και των γειτονικών του αραβικών κρατών. Παλαιστίνιοι μαχητές πραγματοποιούσαν επιθέσεις στο έδαφος του Ισραήλ, ενώ ο αιγύπτιος ηγέτης Νάσερ ζήτησε την απόσυρση των δυνάμεων του ΟΗΕ από το Σινά στις 18 Μαΐου και μετέφερε στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Έπειτα από 11 χρόνια, Ισραηλινοί και Αιγυπτιακοί ήρθαν και πάλι πρόσωπο με πρόσωπο.

Το κλίμα βάρυνε από την απόφαση του αιγύπτιου προέδρου Νάσερ να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό για τα ισραηλινά πλοία στις 22 Μαΐου. Οκτώ μέρες αργότερα, Αίγυπτος και Ιορδανία υπέγραψαν σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας, που θορύβησε τους Ισραηλινούς, καθώς οι αραβικές δυνάμεις βρίσκονταν σε απόσταση 17 χιλιομέτρων από τη Μεσόγειο. Αυτό σήμαινε ότι μια καλά οργανωμένη επίθεση κατά του Ισραήλ θα μπορούσε να αποκόψει τη χώρα στα δύο. Στις 4 Ιουνίου στη συμμαχία Αιγύπτου, Ιορδανίας και Συρίας προστέθηκε και το Ιράκ. ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση κατάλαβαν πλέον ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και συνέστησαν αυτοσυγκράτηση.Τα εδάφη του Ισραήλ μετά τον πόλεμοΑυτό δεν εμπόδισε το Ισραήλ να χτυπήσει πρώτο τον πιο ισχυρό κρίκο της συμμαχίας, την Αίγυπτο. Στις 7:45 το πρωί της 5ης Ιουνίου 1967, όλα τα διαθέσιμα αεροπορία του Ισραήλ (197 τον αριθμό) «σηκώθηκαν» και επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά σε 19 αιγυπτιακά αεροδρόμια, καταστρέφοντας μέσα σε τρεις ώρες σχεδόν όλη την αεροπορία της Αιγύπτου, που αριθμούσε 400 αεροπλάνα. Οι Ισραηλινοί, με απώλειες μόνο 19 αεροσκαφών, σημείωσαν ένα απροσδόκητο θρίαμβο, που δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε και ο πιο αισιόδοξος στρατιωτικός τους. Παράλληλα, με συνεχείς αεροπορικές επιδρομές την ίδια μέρα προκάλεσαν ανεπανόρθωτες καταστροφές στις αεροπορίες των λοιπών συμμάχων των Αιγυπτίων. Η απόλυτη υπεροχή του Ισραήλ στον αέρα υπήρξε καθοριστικός παράγοντας στην εύκολη και γρήγορη επικράτησή του.

Την ίδια ώρα, οι ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις εξαπέλυαν επίθεση εναντίον των αιγυπτιακών στο Σινά και τη Λωρίδα της Γάζας. Με ένα ευφυές στρατήγημα, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Αριέλ Σαρόν βρέθηκαν πίσω από τις αιγυπτιακές δυνάμεις, κυκλώνοντάς τις. Από εκείνη τη στιγμή, στο νου των αιγύπτιων ιθυνόντων ήταν το πώς οι δυνάμεις τους θα υποχωρήσουν με ασφάλεια από το αραιοκατοικημένο Σινά για να προστατεύσουν το Κάιρο. Μέσα σε 11 χρόνια οι ισραηλινοί καταλάμβαναν για δεύτερη φορά τη Χερσόνησο του Σινά.

Στο Δυτικό Μέτωπο, ο διστακτικός βασιλιάς της Ιορδανίας Χουσεΐν πείστηκε από τον Νάσερ ότι η «νίκη ήταν με το μέρος τους». Ενεπλάκη στον πόλεμο, αλλά η αντίδραση των Ισραηλινών ήταν ακαριαία. Στις 7 Ιουνίου είχαν υπό την κατοχή τους τη Δυτική Όχθη, ενώ εισήλθαν θριαμβευτικά στην Ανατολική Ιερουσαλήμ (Παλιά Πόλη), μετά από 1900 χρόνια. Η πιο εντυπωσιακή επιχείρηση έγινε στα Υψίπεδα του Γκολάν στη Συρία. Μέσα σε 24 ώρες οι Ισραηλινοί αντίκρισαν τις πεδιάδες της Δαμασκού.

Ο «Πόλεμος των Έξι Ημερών» κράτησε στην πραγματικότητα 132 ώρες και 30 λεπτά, λιγότερο κι από έξι ημέρες. Απο πλευράς Ισραηλινών ενεπλάκησαν στις επιχειρήσεις 264.000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων και των εφέδρων. Η Αίγυπτος παρέταξε 150.000 άνδρες, η Ιορδανία 55.000 και η Συρία 75.000 άνδρες. Οι απώλειες για τους Ισραηλινούς ανήλθαν σε 679 νεκρούς και 2.563, ενώ οι Άραβες είχαν κατά προσέγγιση 21.000 νεκρούς και 45.000 τραυματίες.

Το Ισραήλ ένοιωθε, πλέον, καλά στα πόδια του και είχε τα αναγκαία εδάφη για να διαπραγματευθεί την απόκτηση ειρήνης και ασφάλειας με τους άραβες γείτονές του. Μεγάλος ηττημένος του πολέμου υπήρξε ο αιγύπτιος πρόεδρος Νάσερ, που είδε τις φιλοδοξίες του να ηγηθεί του αραβικού κόσμου, να καταρρέουν.

Στον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» έλαβαν μέρος στρατιωτικοί, που πρωταγωνίστησαν στις κατοπινές πολιτικές εξελίξεις της Μέσης Ανατολής. Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ισραήλ ήταν ο Γιτζάκ Ραμπίν, μετέπειτα πρωθυπουργός, που δολοφονήθηκε από ακροδεξιό το 1995. Της επίθεσης των Ισραηλινών στο Σινά, ηγήθηκε ο Αριέλ Σαρόν, τέως πρωθυπουργός και αυτός. Των συριακών δυνάμεων ηγήθηκε ο Χαφέζ Ελ Ασαντ, πρόεδρος της Συρίας ως το θάνατό του το 2000.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Ειλικρινά…

Ένας παθολογικός ψεύτης χρησιμοποιεί συχνά τη φράση «για να είμαι ειλικρινής μαζί σου» ως υποστήριξη σε μια ιστορία που σαφώς είναι ψέμα.

Από την άλλη, οι άνθρωποι που όντως λένε την αλήθεια, δεν αισθάνονται την ανάγκη να το πουν αυτό…..

Έρνεστ Χέμινγουεϊ*

Υπάρχουν 2 είδη ανθρώπων: αυτοί που είναι εύκολο να είσαι μαζί τους, αλλά εξίσου εύκολο να είσαι χωρίς αυτούς και αυτοί που είναι δύσκολο να είσαι μαζί τους, αλλά αδύνατο να ζήσεις χωρίς αυτούς.

*κορυφαίος αμερικανός συγγραφέας

Πανελλήνιες 2022: Ποιος είναι ο Ραϋμόνδος Αλβανός, κείμενο του οποίου «έπεσε» στη Νεοελληνική Γλώσσα

Ο Ραϋμόνδος Αλβανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971 και είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Συγκριτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Essex και το 2005 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Ζει στην Καστοριά και μέχρι το 2019 δίδασκε, ως επιστημονικός συνεργάτης, στο Τμήμα Επικοινωνίας και Ψηφιακών Μέσων του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (Καστοριά).

Επίσης είναι συνεργάτης του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, υπεύθυνος για τις ξεναγήσεις και τις εκδηλώσεις του Πάρκου Εθνικής Συμφιλίωσης στον Γράμμο.

Από το 2018 έως σήμερα, είναι ΣΕΠ στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών στη Δημόσια Ιστορία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ).

Γιατί δεν αγαπάνε οι μαθητές την ιστορία;

Οι απαντήσεις είναι γνωστές. Γιατί συνήθως πρέπει να τη μάθουν παπαγαλία, γιατί συνήθως μαθαίνουν για προσωπικότητες και όχι για την κοινωνία, γιατί μαθαίνουν κυρίως για την παλαιότερη ιστορία και όχι τη νεότερη. Ο σημαντικότερος όμως λόγος που η ιστορία είναι απωθητική για τους μαθητές, είναι ότι το σχολείο δεν καταφέρνει να συνδέσει τη ζωή των μαθητών με το παρελθόν. Δεν καταλαβαίνουν γιατί να πρέπει να τα μάθουν όλα αυτά.

Όπως μου έλεγαν κάποιοι φοιτητές μου: «Γιατί, κύριε, να πρέπει να μαθαίνουμε ιστορία; Εμείς κοιτάμε μπροστά. Κοιτάμε στο μέλλον». Αυτό που δεν καταλάβαιναν οι φοιτητές μου και δεν καταλαβαίνουν όσοι δεν εκτιμούν την αξία της γνώσης του παρελθόντος, είναι ότι τελικά όλοι μας είμαστε προϊόντα της ιστορίας. Ό,τι έχουμε στο μυαλό μας έρχεται από τους προηγούμενους από εμάς. Ακόμη και οι λέξεις που χρησιμοποιώ για να γράψω αυτές τις γραμμές, δεν είναι δικές μου. Έρχονται από τους προηγούμενους από μένα. Και βέβαια το πιο σημαντικό δεν είναι οι λέξεις. Είναι οι πεποιθήσεις, οι αξίες, οι γνώσεις ακόμη και οι κανόνες. Εμείς αποφασίζουμε για τους κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή μας; Όχι βέβαια. Οι προηγούμενοι από εμάς αποφασίζουν.

Εμείς γεννιόμαστε μέσα σε ένα πολιτισμό, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που όλα αυτά έχουν ήδη διαμορφωθεί. Είναι τόσο μεγάλο το βάρος του παρελθόντος πάνω στο παρόν, που ένας ιστορικός έχει ισχυριστεί κάτι που όταν το είχα πρωτοακούσει είχα εντυπωσιαστεί: «Οι νεκροί μάς κυβερνούν». Βαριά κουβέντα. Δεν συμφωνώ εντελώς όμως, καθώς και εμείς επιδρούμε στον τρόπο που εξελίσσεται η ιστορία και έχουμε ευθύνη απέναντι στις μελλοντικές γενιές ως μελλοντικοί νεκροί που αναπόφευκτα είμαστε όλοι μας. Αξίζει να μαθαίνουμε για αυτούς τους νεκρούς. Αξίζει να γνωρίζουμε τι έκαναν, πώς σκέφτονταν, πώς ζούσαν. Αξίζει γιατί αυτοί είναι που διαμόρφωσαν τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Η γνώση του παρελθόντος είναι απαραίτητη για την κατανόηση του παρόντος. Ή, για να το πούμε με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να καταλάβουμε το σήμερα αν δεν ξέρουμε σε βάθος το χθες. Η ιστορία είναι μια πράξη αυτογνωσίας, μια πράξη γνώσης για τον συλλογικό μας εαυτό, απαραίτητη για να καταλάβουμε τον πολιτισμό μας. Δεν μαθαίνουμε ιστορία για χάρη των προηγουμένων. Όντως αυτοί έφυγαν και δεν έχει πια καμία σημασία για αυτούς. Μαθαίνουμε ιστορία για εμάς, για να μάθουμε από τα λάθη των προηγουμένων, να δούμε τι λειτούργησε καλύτερα για εκείνους και τι όχι. Μαθαίνουμε ιστορία για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και να σκεφτούμε πού θέλουμε να πάμε.

Πηγή: iefimerida.gr