Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Πάνω από 200 ματσάκια τσάι του βουνού, κατάσχεσε τη Δευτέρα η Δασική Υπηρεσία Θεσπρωτίας, στην περιοχή του Λιά, κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα.
Τρεις υπάλληλοι της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας, αξιοποιώντας πληροφορίες, έφτασαν στο σημείο, όπου στη θέα τους, τουλάχιστον τρία άτομα, διέφυγαν πεζή προς την Αλβανία, εγκαταλείποντας την συγκομιδή από το πολύτιμο άγριο βότανο.
Τη σχετική προανάκριση χειρίζεται, αλλά και τη μήνυση κατά αγνώστων θα υποβάλλει η Διεύθυνση Δασών Θεσπρωτίας, ενώ η ποσότητα τσαγιού που κατασχέθηκε, θα δημοπρατηθεί.
Όταν λέμε αμπέλι εννοούμε μιαν έκταση φυτεμένη με κλήματα -το λέμε και αμπελώνα. Σπανιότερα, αμπέλι λέγεται και το μεμονωμένο φυτό, το κλήμα που λέμε πιο συχνά. Οι αρχαίοι έλεγαν άμπελο το φυτό, ενώ για τον καρπό είχαν δυο λέξεις, βότρυς και σταφυλή, που θα τα δούμε σε κάποιο άλλο άρθρο. Η άμπελος έδωσε το αμπέλι (από το υποκοριστικό «αμπέλιον»), ενώ η λέξη «κλήμα», είναι επίσης αρχαία, αλλά στην αρχαιότητα σήμαινε τα κλαδιά του φυτού, που σήμερα τα λέμε κληματσίδες ή κληματόβεργες. Τη διάκριση τη βλέπουμε παραστατικά στο γνωστό ευαγγελικό χωρίο «εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα» (Ιωάν. 15:5) δηλαδή ο Χριστός είναι το δέντρο και οι μαθητές τα κλαδιά. Το κλήμα προέρχεται από το ρ. κλω, σπάζω, απ’ όπου και το κλάσμα.
Καθώς η θέση του αμπελιού ήταν κεντρική στις παλιότερες κοινωνίες, δεν είναι περίεργο που η φρασεολογία μας έχει πάμπολλες παροιμίες και φράσεις με τις λέξεις αυτές. Εδώ θα περιοριστώ σε φράσεις και παροιμίες με το αμπέλι -το σταφύλι και τα συναφή θα το αφήσουμε για άλλο άρθρο.
Λοιπόν, όταν κάποιος πεθάνει ή δολοφονηθεί άδικα ή μάταια και χωρίς να αναζητηθούν οι ένοχοι, λέμε «πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι». Η φράση προέρχεται από την αγροτική ζωή. Όταν τα σκυλιά μπαίνουν στα αμπέλια ενώ τα σταφύλια έχουν ωριμάσει, προκαλούν μεγάλες ζημιές και γι’ αυτό παλιότερα τα σκότωναν χωρίς πολλές διατυπώσεις και χωρίς το αφεντικό τους να δικαιούται να ζητήσει το λόγο.Ο Φαίδων Κουκουλές, συζητώντας τη φράση, παραθέτει έναν βυζαντινό νόμο: εάν τις θέση μάγγανον [παγίδα] εν καιρώ των καρπών και εμπέση εν αυτώ κύων ή χοίρος και αποθάνη, αζήμιος έστω ο τύτου κύριος.
Από την άλλη, όποιος αποφασίζει να ξοδέψει κάτι παραπάνω (που αρχικά δεν το είχε υπολογίσει) προκειμένου να περάσει καλά ή για μια ειδική περίσταση, αναφωνεί «ας πάει και το παλιάμπελο», φράση που δεν αποκλείεται να γεννήθηκε από πραγματικό περιστατικό κάποιου που πούλησε και το τελευταίο του αμπέλι π.χ. για να παντρέψει το παιδί του ή πάνω στο γλέντι.
Για κάποιον που έδινε υπερβολικές υποσχέσεις λέγαν παλιότερα «τάζει αμπέλια ατρύγητα, καράβια αρματωμένα» (τώρα λέμε για λαγούς και πετραχήλια), ενώ για τους επιπόλαιους και φαφλατάδες λένε «είναι φρου φρου τ’ αμπέλια» ή «φρου φρου και τ’ αμπέλια ξέφραγα». Η Παρασκευούλα του δημοτικού τραγουδιού είχε «αμπέλια στη Βλαχιά, σπίτια στο Βουκουρέστι», φράση που λέγεται καμιά φορά ειρωνικά για ψωροπερήφανους, ενώ όταν κάποιος προσπαθεί να μας συμβουλέψει για πράγματα που εμείς τα ξέρουμε πολύ καλύτερα, λέμε ειρωνικά «Έλα παππούλη μου να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου» -ο νοικοκύρης είναι λογικό να ξέρει καλύτερα από κάθε άλλον πού βρίσκεται το κάθε χτήμα του.
Έχουμε και μερικές διδακτικές παροιμίες: Αμπέλι όσο το μπορείς και σπίτι όσο το χωρείς, δηλαδή να μη λυπάσαι έξοδα για κτήματα προσοδοφόρα αλλά να μην ξοδεύεις πολλά για δαπάνες ευμάρειας, μια παροιμία που μάλλον την ξεχάσαμε τις τελευταίες δεκαετίες· αμπέλι του χεριού σου, συκιά του κυρού σου, ελιά του παππού σου, δηλαδή το αμπέλι το χαίρεται αυτός που το φύτεψε, τη συκιά ο γιος του και την ελιά ο εγγονός του· πράγματι το αμπέλι καρποφορεί αμέσως αλλά ζει πολύ λιγότερα χρόνια· τέλος, τ’ αμπέλι θέλει αμπελουργό και το καράβι ναύτες, δηλαδή ότι η κάθε επιχείρηση θέλει το πρόσωπο με τις κατάλληλες δεξιότητες. Κι επειδή την ώρα της κρασοκατάνυξης οι περισσότεροι νοιώθουν φιλοσοφική διάθεση και αρχίζουν να αναπτύσσουν δήθεν βαθυστόχαστες θεωρίες, οι φλύαρες, ανούσιες και κοινότοπες κουβέντες λέγονται αμπελοφιλοσοφίες.
Και θα τελειώσω με την παροιμιακή φράση που μας έδωσε το έναυσμα για το άρθρο. Λοιπόν, όταν κάπου (σε σπίτι, σε φορέα, σε πόλη, σε κράτος) δεν τηρούνται νόμοι και κανόνες και ο καθένας κάνει ό,τι θέλει ανεμπόδιστα και ατιμώρητα, λέμε ότι «είναι ξέφραγο αμπέλι». Η εικόνα είναι πολύ παραστατική, βγαλμένη από τη ζωή. Όπως λέει και ένας παλιός εκκλησιαστικός συγγραφέας, ο Θεοδώρητος Κύρρου, «οι οδοιπόροι την άφρακτον και αφύλακτον άμπελον τρυγώσιν αδεώς», άφοβα δηλαδή. Από την άλλη, στα Ευαγγέλια υπάρχει η παραβολή των κακών γεωργών (π.χ. Ματθ. 21.33) όταν ένας νοικοκύρης «εφύτευσε αμπελώνα και φραγμόν αυτώ περιέθηκε» και ύστερα νοίκιασε το αμπέλι σε κακούς γεωργούς, που όχι μόνο δεν τον πλήρωναν αλλά και έδιωχναν ή και σκότωναν τους απεσταλμένους του.
Στον «Βαρδιάνο στα σπόρκα», ο άγιος Παπαδιαμάντης θυμάται τον άφρακτο αμπελώνα και την ευαγγελική παραβολή: «Η ταλαίπωρος Ανατολή υπήρξε και τότε, ως τώρα και πάντοτε, υπό τε γεωγραφικήν και κοινωνική, υπό πολιτικήν και θρησκευτικήν έποψιν, άφρακτος αμπελών. Αλλ’ ο Χριστός ομιλεί περί τινος μελλούσης ημέρας, ότε θα έλθη ο κύριος του αμπελώνος».
Ε, ναι. Όταν έρθει ο κύριος του αμπελιού θα εξολοθρεύσει τους κακούς γεωργούς και θα δώσει τον αμπελώνα σε άλλους (Κατά Μάρκον, 12.9)
Αλήθεια, τι σημαίνει άραγε “ποιοτικό κρασί”; Τι είναι αυτό που κατατάσσει μια φιάλη σε υψηλότερο σκαλοπάτι από μια άλλη και, πιθανά, την κάνει και ακριβότερη;
Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή που δεν χωράει αντιρρήσεις: Καλό κρασί είναι αυτό που απλά μας αρέσει και πίνουμε ευχάριστα, είτε είναι φθηνό είτε κοστίζει μια μικρή περιουσία. Εκεί όμως που συνήθως συμφωνούμε όλοι, είναι όταν θα βάλουμε τυφλά δύο ποτήρια, το ένα δίπλα στο άλλο, και συγκρίνουμε τα χαρακτηριστικά τους. Εννιά στις δέκα φορές το αποτέλεσμα θα είναι υπέρ αυτού που πληροί αντικειμενικά κάποιες προϋποθέσεις.
Ας τις δούμε μαζί:
Συμπύκνωση: Αναφερόμαστε και στη μύτη αλλά, κυρίως, στο στόμα. Ένα κρασί έντονο, με “πυκνά” γευστικά χαρακτηριστικά, είναι ένα κρασί ποιοτικό που σίγουρα θα ξεχωρίσει. Μη συγχέουμε το έντονο με το κομψό. Υπάρχουν πολύ κομψά κρασιά, λιγότερο εξωστρεφή στυλιστικά, που έχουν όμως υψηλές αρωματικές εντάσεις, τόσο στη μύτη όσο και στο στόμα.
Πολυπλοκότητα: Μυρίζουμε ένα (ας πούμε λευκό) κρασί και μετά βίας μπορούμε να ξεχωρίσουμε ένα απαλό λεμονάκι. Ανοίγουμε ένα δεύτερο και ξαφνικά μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον τρία διακριτά αρώματα. Βάζουμε και μια τρίτη, “θρυλική” φιάλη, δίπλα και μπαμ! Για ώρες το κρασί δίνει συνεχώς καινούργια πράγματα. Μπορεί κανείς να κάτσει να σημειώνει πιθανά πάνω από δέκα διακριτά αρώματα, που συνεχώς αλλάζουν και εξελίσσονται. Ε ναι λοιπόν. Αυτό είναι ένα πολύ ποιοτικό κρασί!
Επίγευση: Ένα αλάνθαστο κριτήριο ποιότητας, άμεσα συνυφασμένο με το αμπέλι. Είναι η μεγάλη διάρκεια επίγευσης αφού το καταπιούμε. Το, με άλλα λόγια, τελείωμα του κρασιού, το πόση ώρα θα μας θυμίζει ότι είναι εκεί και δεν θα εξαφανίζεται αστραπιαία μόλις πάει κάτω. Δοκιμάστε μια premium Σαντορίνη από άνυδρα αμπέλια, με απόδοση μόλις στα 250 κιλά το στρέμμα και μετά βάλτε δίπλα έναν ασκό που τυπικά προέρχεται από έντονα ποτιζόμενα αμπέλια που δίνουν 2000 κιλά στο στρέμμα. Η διαφορά προκαλεί θλίψη!
Αμπελώνας: Μιλήσαμε ήδη για τις στρεμματικές αποδόσεις. Να συμπληρώσουμε ότι ο αμπελουργός έχει στη φαρέτρα του και άλλες μεθόδους για να αυξήσει την ποιότητα του τελικού προϊόντος, όπως, τελείως ενδεικτικά, ο πράσινος τρύγος, ειδικά μελετημένα κλαδέματα και πολλά άλλα. Τεχνικές που κοστίζουν σε χρήμα, δίνουν όμως αντίστοιχα περισσότερη ποιότητα στο ποτήρι.
Παλαιά Αμπέλια: Και, για να πάμε τον αμπελώνα ένα βήμα παρακάτω, ίσως έχετε παρατηρήσει σε ετικέτες αναφορές σε “παλαιά αμπέλια” ή “veilles vignes”. Αυτό συμβαίνει γιατί, συνήθως, ένα αμπέλι τριάντα χρόνων που το ριζικό του σύστημα θα έχει φτάσει δεκάδες μέτρα βαθιά στο χώμα, έχει να δώσει περισσότερα πράγματα σε όρους πολυπλοκότητας του τελικού κρασιού.
Φήμη: Ναι. Είναι και αυτό. Δειλά δειλά εμφανίζεται και στον ελληνικό αμπελώνα, που μετά βίας βρισκόμαστε στη δεύτερη και σπανιότατα στην τρίτη γενιά παραγωγών. Δείτε όμως τι γίνεται ενδεικτικά στο Bordeaux ή τη Βουργουνδία. Εκατοντάδες χρόνια εμπειρίας, το απόσταγμα της οποίας συστηματικά καταλήγει στη φιάλη. Για αυτή ακριβώς την εμπειρία ο παραγωγός θα απαιτήσει να πληρωθεί. Δικαίως ή αδίκως, ο τελικός κριτής είστε εσείς!
Συνέπεια: Άμεσα συνδεδεμένο με το προηγούμενο, αφορά την ιστορικά συνεπή ποιοτική συμπεριφορά ενός κρασιού ανά τα έτη, ακόμα και αν έχουν μεσολαβήσει κακοί τρύγοι. Ένα φημισμένο κρασί, παρέχει “ασφάλεια” στον οινόφιλο, δημιουργεί το αίσθημα δεν πάει στα τυφλά. Έχει μια “εγγύηση” για τα χρήματα που θα ξοδέψει. Αν αυτό στον ελληνικό αμπελώνα είναι κάτι σπάνιο, με μικρή στατιστική εμφάνιση κακών τρύγων, είναι πολύ σημαντικό σε αμπελώνες ψυχρού κλίματος (Bordeaux, Champagne, Mosel κλπ)
Τέλος, αφήσαμε εκτός το…μάρκετινγκ. Είναι πολλές φορές ικανό να απογειώσει ένα μέτριο κρασί – αλλά και το αντίθετο. Προσπαθήστε λοιπόν να μείνετε μακριά από εφήμερες μόδες και επικεντρωθείτε μόνο στο ποτήρι. Κανείς δεν ζημιώθηκε έτσι!
Καλό καλοκαίρι και στην υγειά σας!
Σταύρος Μουστάκας Οκταποδάς DipWSET
About the Editor:
Ο Σταύρος Μουστάκας-Οκταποδάς DipWSET έχει εργαστεί ως σύμβουλος οίνου σε μεγάλη ελληνική εισαγωγική εταιρεία και, επιπλέον, σε θέματα στρατηγικής και επικοινωνίας ελληνικών οινοποιείων.
Διαθέτοντας εικοσαετή εμπειρία στις πωλήσεις, ξεκίνησε την ενασχόλησή του με το κρασί ως ενθουσιώδης οινόφιλος, δοκιμάζοντας και ταξιδεύοντας συστηματικά εντός και εκτός συνόρων, ενώ παράλληλα δημιούργησε το αγγλόφωνο blog του με έμφαση στην επικοινωνία του ελληνικού κρασιού. Είναι κάτοχος του WSET Diploma, το οποίο ολοκλήρωσε ως αριστούχος, με δύο διεθνείς υποτροφίες (καλύτερη συνολική επίδοση και καλύτερη επίδοση στις εξετάσεις τυφλής γευστικής δοκιμής για τα ακαδημαϊκά έτη 2016 και 2017).
Ο Emil Du Bois Reymond μέγας Γερμανός φυσιολόγος και ανατόμος είχε κάποτε διατυπώσει την ρήση: Ignoramuset ignorabimus (αγνοούμε και θα αγνοούμε) αναφορικά με αυτά που ονόμασε τα τρία παγκόσμια αινίγματα. Σε μία ιστορική ομιλία του στην Γερμανική Ακαδημία των Επιστημών το 1880 αναφέρθηκε σε επτά αινίγματα από τα οποία τα τρία χαρακτήρισε άλυτα. Ήταν η απώτερη φύση της ύλης και της ενέργειας, η πηγή της κίνησης και η φύση των απλών αισθητηριακών φαινομένων (το πρόβλημα της συνειδητότητας).
Ο μεγάλος μαθηματικός David Hilbert το 1900 και εντονότερα το 1930, αντιτάχθηκε σε αυτή τη ρήση λέγοντας: «Δεν πρέπει να αποδεχθούμε το ignorabimus. Για μας δεν υπάρχει ignorabimus στις φυσικές επιστήμες. Σε αντίθεση με το ανόητο ignorabimus, το σύνθημά μας πρέπει να είναι: Πρέπει να μάθουμε και θα μάθουμε! (Wirmüssen wissen, wir werden wissen!)».
Ένα χρόνο μετά, ο Goedel, με τα δύο θεωρήματα της μη πληρότητας, ανέτρεψε την αισιοδοξία του Hilbert.