Πήγε στον παράδεισο, φωτογράφισε, βιντεοσκόπησε, αλλά (δυστυχώς) επέστρεψε και πάλι στην κόλαση, ο Ιωσήφ Παπαδόπουλος.
Ο Σπύρος είναι ένας καλός φίλος, όχι γιατί κάνουμε παρέα συχνά, αλλά γιατί έχουμε την ίδια λάσκα “βίδα” και εκπέμπουμε στο ίδιο μήκος κύματος. Εκείνο το Σαββατοκύριακο η ρουτίνα κόντευε να με αποτελειώσει. Ήμουν βουτηγμένος όλη την εβδομάδα μέσα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, με εμβόλιμη μια ψυχοπλακωτική συνέντευξη που πήρα από τον Βαγγέλη Γούτο, που εκτίναξε στα ύψη την αγανάκτησή μου για την σπείρα των απατεώνων που μας κυβερνά.
Δέχθηκα λοιπόν σαν βάλσαμο την πρόταση του Σπύρου για μια κοντινή εξόρμηση λίγα χιλιόμετρα έξω απ’ την Αθήνα. Δεν περίσσευαν άλλωστε χρήματα για μακρινές διαδρομές και επιπλέον πετρέλαιο, μιας και αυτό που υπήρχε στο ρεζερβουάρ του camper, από το πρόσφατο ταξίδι μας στη Λέσβο και τη Χίο, ήταν αρκετό για να φθάσουμε στο ύψος του φρουρίου της Φυλής, τις γύρω περιοχές και να επιστρέψουμε. Ας όψεται το ασφαλιστικό ταμείο που δεν μου έχει ακόμη βγάλει τη σύνταξη, κι’ ας έκλεισαν ήδη δύο χρόνια από τότε που κατέθεσα τα χαρτιά.
Η καπετάνισσα ετοίμασε τα απαραίτητα για το μεσημεριανό φαγητό, πήραμε το ζευγάρι των φίλων μας από τη λεωφόρο Φυλής, στο ύψος του Μπομπολόδρομου, και τραβήξαμε προς τη Φυλή. Όχι για να τσικνιστούμε βεβαίως σε κάποια από τις ταβέρνες της Χασιάς, όπως είναι περισσότερο γνωστή η περιοχή, αλλά γιατί από κει περνάει ο δρόμος για τον παράδεισο που μας είχε υποσχεθεί ο Σπύρος.
Πριν συνεχίσουμε την περιπλάνησή μας σε αναζήτηση του καταλληλότερου και γραφικότερου “οικοπέδου” που θα φιλοξενούσε την τετράτροχη… ταβέρνα μας, παρακάμψαμε στον δρόμο που οδηγεί προς το φρούριο της Φυλής. Για να είμαι ειλικρινής δεν γνώριζα την ύπαρξή του, όπως δεν γνώριζα γενικότερα και την γύρω από αυτό περιοχή της Δυτικής Πάρνηθας, αν εξαιρέσω τα Δερβενοχώρια. Μπορώ δε να πω ότι βρήκαμε τρόπο να απαλλαγούμε στο μέλλον από την κατάθλιψη που μας κυριεύει, όταν ανηφορίζουμε στην καμμένη ανατολική πλευρά αυτού του βουνού, επιλέγοντας για τις κοντινές αποδράσεις μας την καταπράσινη δυτική πλευρά του, μέχρις ότου οι ανεγκέφαλοι, ελέω αδιάφορων και επίορκων πολιτικών, την κάψουν κι’ αυτήν…
Αν και ο Νοέμβριος ήταν προχωρημένος, η φύση φορούσε ακόμη τα ανοιξιάτικά της! Χάρμα οφθαλμών ο δρυμός, με τους μετεωρολόγους να πέφτουν έξω στις προβλέψεις τους για βροχές και καταιγίδες. Αδίκως πήραμε μαζί μας ζεστά ρούχα και ομπρέλλες.
Μετά από ένα σύντομο περπάτημα μερικών εκατοντάδων μέτρων, λόγω της κλειδαμπαρωμένης μπάρας που έκλεινε τον χωματόδρομο, οι τοίχοι του φρουρίου πρόβαλλαν πίσω απ’ τα δένδρα. Η είσοδος, αν και ρημαγμένη, δεν στάθηκε εμπόδιο. Λίγο σκαρφάλωμα, άλλωστε, ακόμη και σε προχωρημένη κάπως ηλικία, δεν βλάπτει. Αρκεί να μην μεσολαβήσει πτώση γιατί, ως γνωστόν, ο γέρος ή από πέσιμο πάει ή…
Το φρούριο πάντως “φωνάζει” εγκατάλειψη από μακριά. Ελάχιστο, ως συνήθως το ενδιαφέρον των αρμοδίων του Υπουργείου Πολιτισμού να αναστηλώσουν και να αξιοποιήσουν κάθε αρχαίο απομεινάρι. Αν κάτι τέτοιο ήταν δύσκολο να γίνει πριν από την κρίση, τώρα πια είναι σχεδόν αδύνατον. Βρήκαν, βλέπεις, μια “αξιοπρεπή” δικαιολογία για την αδιαφορία τους!