Το άρθρο Παπαχρήστου
«Αλλο το ’77, άλλο το 2017»
Πρέπει να ομολογήσω ότι όταν χθες νωρίς το βράδυ έγραφα για να καθησυχάσω συνάδελφό μου της «Αυγής», η οποία ανησύχησε περί της τύχης μου στα «ΝΕΑ», το ακόλουθο: «Παραμένω εδώ, σε αυτή τη σελίδα. Και θα παραμείνω όσο έχω την ευχέρεια να διατυπώνω ελεύθερα και χωρίς παρεμβάσεις, άποψη. Οταν αυτό πάψει για κάποιο λόγο να ισχύει (λ.χ., στην απίθανη περίπτωση να μεταβληθούν «ΤΑ ΝΕΑ” στη μεσημεριανή εκδοχή της “Αυγής”) είναι προφανές οι θα εκλείψουν και οι λόγοι ύπαρξης του «”Στίγματος”», αγνοούσα παντελώς τις εξελίξεις περί την ανάληψη των τυχών του ΔΟΛ από τον κύριο Βασίλη Μουλόπουλο.
Οχι πως θα άλλαζα κάτι σε σχέση με ό,τι έγραψα, αν το είχα πληροφορηθεί νωρίτερα, αλλά είναι ευκαιρία νομίζω να ξεκαθαρίσω κάτι που φαίνεται πως παραβλέπουν, εκουσίως ή ακουσίως, όσοι εκ του παρασκηνίου προχώρησαν σε αυτή την περίεργη έως και ύποπτη μεθόδευση:
Τα μέσα ενημέρωσης, και κυρίως οι εφημερίδες, δεν είναι απλώς ένας τίτλος, ένα όνομα σε μια μαρκίζα. Είναι πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι που τις στελεχώνουν. Αυτοί που κάτω από μύριες δυσκολίες αγωνίζονται καθημερινά να παραδώσουν στον αναγνώστη της επομένης, που είναι και ο πραγματικός τους εργοδότης, ένα άρτιο από κάθε άποψη προϊόν που να δικαιολογεί το 1,5 ευρώ που εκείνος κατέβαλε για να αγοράσει την εφημερίδα.
Χωρίς αυτούς ή κάποιους από αυτούς, μια εφημερίδα όσο βαρύ και να είναι το όνομά της, δεν είναι παρά ένα «αδειανό πουκάμισο»…
Και είναι μεγάλο λάθος να προσπαθείς σήμερα να ερμηνεύσεις τα πράγματα με κάτι που έχει συμβεί στο παρελθόν. Το 2017 δεν είναι ούτε το 1977 ούτε καν το 2007.
Εμπιστοσύνη
ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΙ ΤΥΧΑΙΑ σε αυτές τις ημερομηνίες. Σε μια συζήτηση που είχαμε με τον Σταύρο Ψυχάρη προ καιρού στο Da Capo στην σκιά της «ιερής κολόνας», μου είχε υπενθυμίσει το γεγονός της μεταπήδησης του κορυφαίου χρονογράφου των «ΝΕΩΝ» Δημήτρη Ψαθά από τα «ΝΕΑ» στην «Ελευθεροτυπία» του Κίτσου Τεγόπουλου, εκεί περί το 1977. Τον σάλο που είχε προκαλέσει και τον φόβο για την επίπτωση που θα είχε στην κυκλοφορία των «ΝΕΩΝ». Αποδείχθηκε ότι δεν είχε την παρά ελάχιστη. Και έμεινε στην ιστορία του Τύπου ως κορυφαίο παράδειγμα ότι τελικά το «μοναστήρι να ‘ναι καλά, κι από καλόγερους…»
Αλλά όπως προανέφερα, το 1977 δεν είναι το 2017. Τότε μπορεί να έφυγε ο Ψαθάς και να μην άνοιξε μύτη, επειδή της θέση του χρονογράφου της εφημερίδας την κατέλαβε ο Παύλος Παλαιολόγος, άλλος κολοσσός της δημοσιογραφίας. Σήμερα 40 χρόνια μετά ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι θα ισχύσει το ίδιο;Εγώ δεν θα στοιχημάτιζα. Μην κάνουν το λάθος οι εκ του παρασκηνίου δρώντες. Γιατί όπως προανέφερα, μια εφημερίδα είναι κυρίως και πρωτίστως οι άνθρωποί της. Αυτούς ξέρουν, αυτούς εμπιστεύονται οι αναγνώστες των «ΝΕΩΝ». Αλλιώς θα αγόραζαν «Αυγή», να διαβάζουν Καρτερό και Κατσάκο…
