Γράφει ο Χρήστος Μίχας
Υπάρχουν γεγονότα που καταγράφονται στα ιστορικά βιβλία και άλλα που ζουν συγχρόνως στη μνήμη ενός τόπου: στις οικογενειακές διηγήσεις, στα ονόματα των μνημείων, στις αφηγήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά.
Η Μάχη της Πύλης και οι συγκρούσεις που ακολούθησαν στα Δερβενοχώρια, τον Οκτώβριο του 1943, ανήκουν σε αυτή την ιστορία. Μια ιστορία αντίστασης και θυσίας, αλλά και βαριάς δοκιμασίας για ολόκληρη την τοπική κοινωνία.
Το φθινόπωρο του 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, οι συνθήκες στην κατεχόμενη Ελλάδα είχαν αλλάξει. Οι γερμανικές δυνάμεις επιδίωκαν να επεκτείνουν τον έλεγχό τους, ενώ η Αντίσταση ενισχυόταν. Στα Δερβενοχώρια, όπου δρούσαν τμήματα του ΕΛΑΣ, το ορεινό έδαφος, τα περάσματα και η υποστήριξη των κατοίκων δημιουργούσαν σημαντικά στηρίγματα για τον αγώνα.
Τη νύχτα της 15ης προς τη 16η Οκτωβρίου, γερμανικό απόσπασμα κινήθηκε από την περιοχή της Ελευσίνας προς την Πύλη, επιχειρώντας να προσεγγίσει το χωριό αιφνιδιαστικά. Η παρουσία του, όμως, έγινε αντιληπτή και η προειδοποίηση έφτασε στους κατοίκους.
Μέσα σε ελάχιστο χρόνο έπρεπε να απομακρυνθούν οι άμαχοι και να οργανωθεί η άμυνα. Οι Πυλιώτες που μπορούσαν να πολεμήσουν πήραν θέσεις, με επικεφαλής τον Στέφα Μαλιάτση, έφεδρο λοχία με πολεμική εμπειρία. Απέναντι στον καλύτερο εξοπλισμό του αντιπάλου είχαν τη γνώση του τόπου και την αποφασιστικότητα ανθρώπων που υπερασπίζονταν τα σπίτια και τις οικογένειές τους.
Η σύγκρουση υπήρξε σφοδρή. Η γερμανική δύναμη υπέστη βαριές απώλειες και υπήρξαν αιχμάλωτοι. Πίσω όμως από τη στρατιωτική έκβαση βρισκόταν μια ανθρώπινη τραγωδία: οι κάτοικοι και τα τσοπανόπουλα που είχαν συλληφθεί ως όμηροι.
Ανάμεσά τους ήταν ο Γιώργος, ο γιος του Μαλιάτση, που έχασε τη ζωή του.
Ο πατέρας που είχε οργανώσει την άμυνα του χωριού βρέθηκε να θρηνεί το παιδί του. Και όμως, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, αρνήθηκε να εκδικηθεί τους Γερμανούς αιχμαλώτους. Η μνήμη διασώζει το νόημα των λόγων του: και εκείνοι είχαν πατεράδες· δεν ήθελε άλλος πατέρας να γνωρίσει τον δικό του πόνο.
Μέσα στη σκληρότητα του πολέμου, αυτή η στάση παραμένει μια πράξη βαθιάς ανθρωπιάς.
Η μάχη δεν τελείωσε στις 16 Οκτωβρίου. Τις επόμενες δύο ημέρες, ισχυρότερες γερμανικές δυνάμεις κινήθηκαν προς τα Δερβενοχώρια και οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν. Οι αντιστασιακές δυνάμεις προσπάθησαν να καθυστερήσουν την προέλαση και να εξασφαλίσουν χρόνο για την απομάκρυνση του πληθυσμού.
Ακολούθησαν πυρπολήσεις και καταστροφές. Η Πύλη, τα Σκούρτα και η Πάνακτος πλήρωσαν βαρύ τίμημα. Σπίτια έγιναν ερείπια, οικογένειες έχασαν ανθρώπους και περιουσίες, ηλικιωμένοι και ανήμποροι βρέθηκαν εκτεθειμένοι στη βία της Κατοχής.
Για τους κατοίκους, ο πόλεμος συνεχίστηκε και μετά τη μάχη: στην ταφή των νεκρών, στην ανοικοδόμηση των σπιτιών, στην ανατροφή των παιδιών, στη δύσκολη επιστροφή στην καθημερινότητα.
Σήμερα, ογδόντα τρία χρόνια μετά, τιμούμε τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στον κατακτητή και όσους πλήρωσαν με τη ζωή τους. Θυμόμαστε τη συμβολή του ΕΛΑΣ, το θάρρος των τοπικών μαχητών και τη δοκιμασία των αμάχων. Η μνήμη τους χρειάζεται σεβασμό, ιστορική ακρίβεια και τη φροντίδα να μη χαθούν τα ονόματα και οι ιστορίες τους.
Η επέτειος πλησιάζει. Ας προετοιμαστούμε να τους τιμήσουμε όπως τους αξίζει.
Γιατί η Πύλη δεν θυμάται απλώς μια μάχη. Θυμάται ανθρώπους.
Αθάνατοι.
Χρήστος Μίχας
