Το «Ἐν τῷ μηνὶ Ἀθύρ» είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφης, όπου η μνήμη παλεύει με τη φθορά του χρόνου.
Ο ποιητής μάς βάζει μπροστά σε μια παλιά, μισοσβησμένη επιτύμβια επιγραφή. Κάποιος προσπαθεί να τη διαβάσει, αλλά οι λέξεις έχουν φθαρεί. Από τα λίγα που διακρίνονται ανασυνθέτει σιγά σιγά μια ανθρώπινη ζωή.
«Με δυσκολία διαβάζω στην πέτρα την αρχαία…»
Από την πρώτη στιγμή έχουμε την εικόνα της φθοράς. Η πέτρα, που υποτίθεται ότι κατασκευάστηκε για να διατηρήσει τη μνήμη, έχει και αυτή υποκύψει στον χρόνο. Τα γράμματα χάνονται — όπως χάνονται οι άνθρωποι.
«Κύ[ρι]ε Ἰησοῦ Χριστέ»
Μέσα από τα αποσπασματικά γράμματα διακρίνεται ότι πρόκειται για χριστιανικό τάφο. Ο Καβάφης δεν μας δίνει μια ολοκληρωμένη επιγραφή· μας αναγκάζει να τη συναρμολογήσουμε μαζί με τον αφηγητή. Έτσι αισθανόμαστε ότι ανασύρουμε έναν νεκρό από τη λήθη.
«ἐν τῷ μηνὶ Ἀθύρ»
Εδώ βρίσκεται ο τίτλος. Ο Αθύρ είναι ο αιγυπτιακός μήνας μέσα στον οποίο πέθανε ο άγνωστος νέος. Η παράξενη, αρχαία ονομασία δημιουργεί αμέσως μια τεράστια χρονική απόσταση.
Και όμως, αυτή η απόσταση αρχίζει να μικραίνει.
Γιατί πίσω από την αρχαιολογική πληροφορία αποκαλύπτεται ένας άνθρωπος.
Ο Λεύκιος
Σιγά σιγά ξεχωρίζει το όνομα Λεύκιος και, κυρίως, η ηλικία του:
«Ἐβίωσεν ἐτῶν…»
Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για έναν πολύ νέο άνθρωπο. Και τότε το ποίημα παύει να είναι ανάγνωση μιας αρχαίας επιγραφής και γίνεται σχεδόν προσωπικό πένθος.
Αυτό είναι το μεγάλο καβαφικό τέχνασμα: στην αρχή βλέπουμε πέτρα και γράμματα· στο τέλος βλέπουμε έναν νέο που κάποτε έζησε, αγαπήθηκε και πέθανε.
«…τον Λεύκιον…»
Το όνομα είναι ίσως το σημαντικότερο πράγμα που σώζεται. Όλα τα άλλα έχουν σχεδόν χαθεί: η μορφή του, η φωνή του, οι άνθρωποί του, η καθημερινότητά του.
Αλλά σώθηκε ένα όνομα.
Και επειδή κάποιος, αιώνες αργότερα, σκύβει πάνω στην πέτρα και το διαβάζει, ο Λεύκιος υπάρχει ξανά για μια στιγμή.
Αυτό, είναι και ο πυρήνας του ποιήματος:
ο χρόνος καταστρέφει σχεδόν τα πάντα, αλλά ακόμη και ένα όνομα, μισοσβησμένο πάνω σε μια πέτρα, μπορεί να ξαναδώσει για μια στιγμή ζωή σ’ έναν άνθρωπο.
Και γι’ αυτό το «Ἐν τῷ μηνὶ Ἀθύρ» είναι τελικά λιγότερο ένα ποίημα για τον θάνατο και περισσότερο ένα ποίημα για τη μνήμη — και για την ανθρώπινη αγωνία να μη χαθούμε εντελώς.
