
Η ονομασία ΚΤΕΛ = Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων περιγράφει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε το σύστημα.
Πριν από τη δημιουργία των ΚΤΕΛ, μεγάλο μέρος των υπεραστικών μεταφορών γινόταν από μεμονωμένους ιδιοκτήτες λεωφορείων. Ο καθένας είχε το όχημά του και εκτελούσε συγκεκριμένα δρομολόγια, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ανταγωνισμός, άνισες εισπράξεις και δυσκολίες στον συντονισμό.
Με τη δημιουργία των ΚΤΕΛ το 1952, οι ιδιοκτήτες οργανώθηκαν σε κοινά σχήματα. Το βασικό χαρακτηριστικό ήταν ακριβώς το «Κοινό Ταμείο»: οι εισπράξεις από τα εισιτήρια συγκεντρώνονταν και στη συνέχεια κατανέμονταν στους συμμετέχοντες με βάση τους κανόνες του συστήματος και την προσφερόμενη συγκοινωνιακή εργασία.
Έτσι, ένας ιδιοκτήτης που είχε λιγότερο προσοδοφόρα γραμμή δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από τα εισιτήρια του δικού του δρομολογίου. Αυτό επέτρεπε να εξυπηρετούνται και μικρά ή απομακρυσμένα χωριά, όπου διαφορετικά ένα δρομολόγιο ίσως να μην ήταν οικονομικά συμφέρον.
Γι’ αυτό και η λέξη «Κοινό» έχει ιδιαίτερη σημασία: δεν επρόκειτο αρχικά για μία ενιαία κρατική εταιρεία με δικά της λεωφορεία, αλλά για έναν οργανωμένο μηχανισμό συνεργασίας ιδιοκτητών και εκμετάλλευσης των λεωφορειακών γραμμών.
Μάλιστα, για την ελληνική επαρχία των δεκαετιών του 1950 και 1960, το ΚΤΕΛ ήταν κάτι πολύ περισσότερο από συγκοινωνία: ήταν συχνά ο βασικός σύνδεσμος του χωριού με την πόλη — μετέφερε ανθρώπους, μαθητές, εμπορεύματα, δέματα και πολλές φορές ακόμη και την αλληλογραφία.
