Από τον ΓΛ η πιο κάτω ανάρτηση :
Μέρος δεύτερο
Το ευτυχισμένο και άφθαρτο ον (ΣΗΜ : ο Θεός) ούτε έχει – αυτό το ίδιο – ενοχλήματα, ούτε και προξενεί σε άλλον. Έτσι ούτε οργίζεται με κανέναν, ούτε χαρίζεται πουθενά. Όλα αυτά ταιριάζουν σε ον αδύναμο.
Όταν τυχόν βρίσκεσαι σε δυσκολία, τούτο συμβαίνει γιατί λησμόνησες τις αρχές της φύσης. Δημιουργείς στον εαυτό σου άπειρους φόβους και επιθυμίες.
Από τις επιθυμίες ορισμένες είναι φυσικές και αναγκαίες, άλλες είναι φυσικές και όχι αναγκαίες και άλλες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες, αλλά γεννιούνται από τη ματαιοδοξία.
Όσες επιθυμίες δεν προκαλούν πόνο αν δεν ικανοποιηθούν, δεν είναι αναγκαίες και απομακρύνονται εύκολα, όταν δούμε ότι ικανοποιούνται δύσκολα ή ότι μας βλάπτουν.
Οι φυσικές επιθυμίες που δεν προξενούν πόνο άμα δεν ικανοποιηθούν, αλλά παρόλα αυτά διατηρούνται έντονες, πηγάζουν από τη ματαιοδοξία. Το γεγονός ότι δεν φεύγουν, δεν οφείλεται στη φύση τους, αλλά στη ματαιοδοξία του ανθρώπου.
Για κάθε επιθυμία μας πρέπει να θέτουμε το ερώτημα : τί θα μου συμβεί αν γίνει αυτό που επιθυμώ και τί αν δεν γίνει ;;
Σε λίγα μόνο πράγματα επηρεάζει η τύχη το σοφό. Τα μεγαλύτερα και τα πλέον σημαντικά θέματα τα ορίζει η λογική του, και θα τα ορίζει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Την τύχη όμως ο σοφός ούτε θεό τη θεωρεί, όπως κάνουν οι πολλοί – αφού τίποτα δεν γίνεται από το θεό ακατάστατα – ούτε πάλι τη θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων. Δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό σχετικά με την ευτυχισμένη ζωή, αλλά ότι η τύχη αποτελεί απλώς το αφετηριακό σημείο για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά. Πιστεύει πως είναι προτιμότερο να ατυχήσει σε κάτι που το σκέφτηκε σωστά, παρά νά ‘χει επιτυχία σε μια πράξη του απερίσκεπτη. Γιατί στις ανθρώπινες πράξεις καλύτερα να πάει στραβά κάτι, το οποίο βασίστηκε σε σωστή κρίση, παρά να έχει, χάρη στην τύχη, καλή έκβαση κάτι που δεν στηρίζεται σε σωστή κρίση.
Ο σοφός, ακόμα κι όταν περιοριστεί στα απαραίτητα, ξέρει να δίνει μάλλον παρά να παίρνει. Τόσο μεγάλος είναι ο θησαυρός της αυτάρκειας που έχει βρει.
Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι ο τελικός σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων, όπως ορισμένοι νομίζουν – από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μ’ εμάς ή παίρνουν στραβά τα λόγια μας – αλλά εννοούμε το να μην έχει κανείς σωματικό πόνο και ταραχή στην ψυχή. Γιατί τη γλύκα στη ζωή δεν τη φέρνουν τ’ απανωτά φαγοπότια και τα γλέντια, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα ψάρια και τα άλλα εδέσματα που προσφέρονται σε ένα πολυδάπανο τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που διερευνά τους λόγους για τους οποίους προτιμάμε ή αποφεύγουμε καθετί, και αποδιώχνει τις δοξασίες, που με τόση ταραχή γεμίζουν την ψυχή μας. Αφετηρία για όλα αυτά, και συνάμα το υπέρτατο αγαθό, είναι η φρόνηση. Για τούτο κι από τη φιλοσοφία προτιμότερη είναι η φρόνηση, από την οποία απορρέουν όλες οι αρετές : η φρόνηση που μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς χαρούμενα, αν η ζωή του δεν έχει γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, κι ούτε πάλι είναι δυνατόν να έχει η ζωή του γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, αν δεν έχει και χαρά. Όποιος δεν τα διαθέτει αυτά, δεν μπορεί να ζει ευτυχισμένα. Γιατί οι αρετές είναι σύμφυτες με το να ζει κανείς ευτυχισμένα, και το να ζει πάλι κανείς ευτυχισμένα, είναι αξεχώριστο από αυτές.
Είναι ορθό λοιπόν, για έναν άνθρωπο να μελετά εκείνα που αποφέρουν ευτυχία, αφού, όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, κι όταν αυτή λείπει, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.
Συνεχίζεται…
