Του Χρήστου Χωμενίδη, από τα «Νέα».
Από την Ιλιάδα, από την Οδύσσεια -και από τη Βίβλο- πηγάζει ο δυτικός πολιτισμός. Όλα όσα αφορούν τον άνθρωπο συναντώνται στον Ομήρο. Υπήρξε ο Όμηρος; Έζησε κάποτε στο Αιγαίο ένας μεγαλοφυής τραγουδοποιός, πήρε τους προϋπάρχοντες μύθους κι έπλασε τα έπη του; Προσωπικά δεν αμφιβάλλω διόλου. Και μόνον η απόφαση η Ιλιάδα να ξεκινά με τον καβγά δυό αντρών για μια γυναίκα –«μήνιν άειδε, θεά…»- και ο πόλεμος να είναι στο φόντο αποτελεί δραματουργία τόσο ρηξικέλευθη, τόσο μοντέρνα, ώστε δεν μπορεί να αποδοθεί στη λαϊκή μούσα.
Κάποιοι φιλόλογοι αποπειρώνται να βιογραφήσουν τον Όμηρο. «Ήταν» υποστηρίζουν «ναυτικός. Πώς αλλιώς θα μας ιστορούσε με τέτοια γλαφυρότητα τα καραβοτσακίσματα του Οδυσσέα; Πώς θα κατείχε επακριβώς τους ανέμους και τη θέση των άστρων; Είχε επίσης ασκήσει και υποστεί την εξουσία. Ήξερε στο πετσί του τις συγκρούσεις και τις ίντριγκες, δεν τις παρατηρούσε από απόσταση ασφαλείας, σαν κάμποσους μετέπειτα “πνευματικούς άνθρωπους”. Τα έπη του μπορούν να διαβαστούν και σαν πολιτικά εγχειρίδια, διδακτικότερα κι από τον Μακιαβέλι.» Καναδυό μελετητές το τερμάτισαν. «Ο Όμηρος και ο Οδυσσέας είναι το ίδιο πρόσωπο! Πυρήνας του έργου τα απομνημονεύματα ενός βασιλιά-πολέμαρχου, που αφού άλωσε ένα μέγα κάστρο, γέρος πιά διηγούνταν τους θριάμβους και τις συμφορές του…»
Απο το στρωμένο, ξέχειλο ομηρικό τραπέζι, αρτίζεται ο καθείς με ό,τι τραβάει η όρεξή του. Ο Καβάφης απόσταξε τους χυμούς και μας παρέδωσε την εμβληματική Ιθάκη. Καθώς και ένα ακόμα βαθύτερο -φρονώ- ποίημα, τη Δευτέρα Οδύσσεια. Ο Καζαντζάκης αράδιασε 33.333 στίχους, που τους θεωρούσε μάλιστα το αριστούργημά του, πολύ ανώτερο από τον Ζορμπά ή την Αναφορά στον Γκρέκο. Ο Τζόυς τοποθέτησε τον Οδυσσέα του στο Δουβλίνο. Είχε και ο Νόλαν προφανώς κάθε δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα, να αναπτύξει κινηματογραφικά εκείνα που τον συγκινούσαν.
Το βασικό ζητούμενο για μια ταινία είναι να παρασύρει, να συναρπάζει τον θεατή. Εφόσον εγώ μες στον καύσωνα, σε θερινό με μέτριο ήχο κι άβολα καθίσματα, καθηλώθηκα επί τρεις ώρες, ο Νόλαν τα κατάφερε θαυμάσια. Οι αντιρρήσεις μου για την Οδύσσεια του είναι επιμέρους. Ουδόλως αναιρούν την απόλαυση.
Θέλησε ο Νόλαν την Ελένη και την Κλυταιμνήστρα μαύρες. Κανένα απολύτως πρόβλημα. Κτήμα είναι ο Όμηρος της ανθρωπότητας εσαεί, πολύχρωμος στο πνεύμα του. Σε άλλο ενίσταμαι. Στο ότι εκείνη η οποία υποδυόταν την Ελένη -που εξαιτίας της ψυχές αμέτρητες πήγαν στον Άδη- δεν μου έμοιαζε η εκτυφλωτικότατη καλλονή. Η ωραιότερη των γυναικών. Η ομορφιά, θα μου πείτε, κρίνεται διαφορετικά από τον καθένα. Πάσο.
Γιατί όμως να παραλείψει ο Νόλαν τρία κομβικάτα σημεία του έπους;
Τη μοιραία αποκοτιά του Οδυσσέα, αφότου είχε τυφλώσει τον Πολύφημο. Σκαρφαλωμένος ο κύκλωπας στην κορυφή του νησιού του ούρλιαζε, οδυρόταν, ζητούσε από τον πατέρα του εκδίκηση. «Ποιός σε κατάντησε έτσι;» ρωτάει ο Ποσειδώνας. «Ο Κανένας!» βρυχάται το τέρας. «Κανένα συνεπώς δεν θα τιμωρήσω…» καγχάζει ο θεός. Το άκουσε ο Οδυσσέας κι ενώ είχε ήδη απομακρυνθεί με το καράβι του, γύρισε πίσω για να πάρει -φιγουρατζίδικα, ελληναράδικα- τη δόξα. «Της Ιθάκης ο άναξ, του Λαέρτη ο γιός σε στράβωσε, στραβούλιακα!» του φώναξε. Τον άκουσε ο Ποσειδώνας και πήγαν όλα, έκτοτε, κακήν κακώς…
Όταν ο Τηλέμαχος επισκέφθηκε το βασιλικό ζεύγος της Σπάρτης, η Ελένη κι ο Μενέλαος τον κάθισαν ανάμεσά τους. Θυμήθηκαν, για χατίρι του, τα παλιά. «Τότε, που με είχε αρπάξει στα φτερά του ο Έρωτας…» είπε τη μαγική φράση η Ελένη. Καταλάβατε; Ο Έρωτας -καν για τον Πάρη, καν για τον παντρεμένο γείτονά σας- κυβερνάει. Κανείς δεν μπορεί, ούτε και πρέπει, να του αντιστέκεται.
Κατέβηκε ο Οδυσσέας στον Άδη. Συνάντησε, ανάμεσα σε πολλούς, τον Αχιλλέα. «Κι εδώ ακόμα πρώτος των πρώτων είσαι!» τον θαύμασε. Τον κοίταξε εκείνος φαρμακωμένος. «Κάλλιο ο πιο φουκαρατζίκος στη ζωή παρά ο βασιλιάς στον θάνατο…» του απάντησε. Έτσι τέλειωσε ο Αχιλλέας, με έναν του στεναγμό, κάθε μεταφυσική ελπίδα.-
