«Όταν τελειώσουν οι δουλειές…»
«Του χρόνου, σίγουρα, θα ταξιδέψουμε…»
«Μια μέρα… μια μέρα θα ζήσω κι εγώ όπως θέλω…»
«Όταν πάρω σύνταξη…»
Έτσι κυλούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια του Αντώνη. Σαν άμμος που γλιστρούσε μέσα από τα δάχτυλά του χωρίς να την προλαβαίνει. Κάθε του όνειρο είχε μια υποσημείωση αναβολής, και κάθε χαρά μια ημερομηνία που μεταφερόταν όλο και πιο μακριά, στο περιθώριο του χρόνου.
Το σήμερα δεν ήταν ποτέ ο προορισμός· ήταν πάντα μια πρόχειρη, κουραστική στάση.
Η πραγματική ζωή βρισκόταν πάντα λίγο πιο μπροστά, στην επόμενη στροφή που δεν έφτανε ποτέ.
Ένα απόγευμα, ησυχία απλώθηκε στο σπίτι. Καθώς ξεσκόνιζε μια παλιά, ξεθωριασμένη φωτογραφία, το βλέμμα του καρφώθηκε στο τζάμι. Είδε τον εαυτό του νέο. Τα μάτια εκείνου του παιδιού έλαμπαν, γεμάτα δύναμη, πείσμα και σχέδια.
Ο Αντώνης άγγιξε το γυαλί. Ένα πικρό, σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, που γρήγορα έσβησε σε έναν βουβό στεναγμό. Από εκείνα τα μεγάλα σχέδια, ελάχιστα είχαν γίνει πράξη. Και το χειρότερο; Όχι γιατί δεν μπορούσε. Αλλά γιατί πάντα περίμενε εκείνη την ρημαγμένη, την «κατάλληλη στιγμή». Που τελικά, δεν ήταν ποτέ η τρέχουσα.
Τότε ήταν που τον χτύπησε η αλήθεια, σαν ξαφνικός, παγωμένος αέρας στο στήθος.
Κατάλαβε πως η ζωή δεν χάνεται μόνο με κρότο, ούτε μόνο από τις μεγάλες, ορατές συμφορές. Χάνεται αθόρυβα. Μέσα από τις αμέτρητες, καθημερινές αναβολές.
Από τα τηλεφωνήματα που δεν έγιναν ποτέ, γιατί «πού να τρέχω τώρα»…
Από τις αγκαλιές που πάγωσαν στην αναμονή…
Από τα «συγγνώμη» και τα «σ’ αγαπώ» που έμειναν εγκλωβισμένα στον λαιμό…
Από τα όνειρα που μούχλιασαν στα υπόγεια της λογικής, φυλακισμένα μέσα σε ένα ατέλειωτο, βασανιστικό «θα».
Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο ήλιος έδυε αργά, βάφοντας τον ορίζοντα με ένα βαθύ, μελαγχολικό πορφυρό χρώμα. Ήταν αδιάφορος για τους καημούς και τα σχέδια των ανθρώπων. Ο χρόνος δεν έχει συναισθήματα. Δεν υπόσχεται, δεν περιμένει, δεν λυπάται. Απλώς περνά και χάνεται.
Και τότε, μια σκέψη του έσφιξε την καρδιά—τόσο απλή, μα τόσο αμείλικτη:
Ζούμε διαρκώς με την ψευδαίσθηση του «μετά». Χορταίνουμε την ύπαρξή μας με «αύριο» και «θα». Μα το μόνο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο που δεν ξέρει τι σημαίνει αναβολή, είναι ο χρόνος. Κι αν γεμίσουμε τις μέρες μας μόνο με υποσχέσεις, κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο τέλος της διαδρομής, να κοιτάξουμε πίσω και να συνειδητοποιήσουμε πως ξεχάσαμε το πιο σημαντικό: να ζήσουμε.
Γιατί η ζωή, η αληθινή ζωή, έχει μόνο μία λέξη, κι αυτή είναι το «τώρα».
Τα υπόλοιπα… τα αναλαμβάνει ο θάνατος.
ΚΜ
