Η φράση που αποδίδεται στον William Wallace* δεν μιλά για τον θάνατο. Μιλά για τη ζωή. Για εκείνη τη λεπτή, αλλά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στο να υπάρχουμε και στο να ζούμε.
Όλοι περνάμε από τον κόσμο. Μετράμε χρόνια, υποχρεώσεις, επιτυχίες, αποτυχίες, απώλειες. Όμως το ερώτημα δεν είναι πόσο χρόνο μας δόθηκε, αλλά τι κάναμε με αυτόν. Αν ζήσαμε με φόβο ή με θάρρος. Αν αρκεστήκαμε στην ασφάλεια της συνήθειας ή αν τολμήσαμε να σταθούμε όρθιοι απέναντι σε όσα πιστεύαμε.
Το να ζει κανείς πραγματικά δεν σημαίνει να κυνηγά μεγάλες περιπέτειες ή να κάνει μεγαλειώδεις πράξεις. Σημαίνει να έχει επίγνωση. Να αγαπά, να εργάζεται με νόημα. Να υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά του. Να μη σπαταλά τη ζωή του μόνο για να αποφύγει τους κινδύνους της.
Γιατί υπάρχει ένας θάνατος πριν από τον θάνατο: η παραίτηση. Η ζωή χωρίς πάθος, χωρίς σκοπό, χωρίς εσωτερική ελευθερία. Εκεί όπου ο άνθρωπος επιβιώνει, αλλά δεν ανθίζει.
Το ζητούμενο δεν είναι να νικήσουμε τον θάνατο. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το πετύχει. Το ζητούμενο είναι, όταν έρθει η ώρα, να μη μας βρει άδειους. Να μπορούμε να πούμε πως σταθήκαμε παρόντες στη ζωή μας. Πως δεν περάσαμε απλώς από τον κόσμο, αλλά αφήσαμε κάπου ένα ίχνος ψυχής, ένα αποτύπωμα που είμαστε υπερήφανοι,
*ήταν Σκωτσέζος ιππότης και μία από τις σημαντικότερες μορφές της σκωτσέζικης αντίστασης απέναντι στην αγγλική κυριαρχία στα τέλη του 13ου αιώνα.
