μεταφόρτωση συνείδησης;

Απόσπασμα συνέντευξης του Φ.Τάση

Δεν αντιλαμβάνομαι τον άνθρωπο ως υπολογιστή. Δεν θεωρώ ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε το λογισμικό, δηλαδή το ψυχικό, από το βιολογικό υπόστρωμα. Για μένα, το βιολογικό και το ψυχικό αποτελούν μια αδιαίρετη οντότητα, με τις δύο διαστάσεις να αλληλοκαθορίζονται με τρόπους μη σαφείς αλλά τεκμαρτούς:

Κοκκινίζουμε, όταν ντρεπόμαστε, αισθανόμαστε «πεταλούδες στο στομάχι», όταν ερωτευόμαστε και, αντιστρόφως, γινόμαστε ευέξαπτοι, όταν έχουμε πονόδοντο. Η σχέση σώματος και ψυχής δεν είναι μονοσήμαντη ούτε εύκολα καθορίσιμη. Υπερβαίνει σε οντολογική τάξη τη σχέση hardware-software, καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαθέτει πλαστικότητα.

Καθώς μιλάμε και εισπράττουμε ερεθίσματα, νέες νευρωνικές συνάψεις σχηματίζονται και άλλες ατροφούν. Η ίδια η νοητική λειτουργία αλλάζει το βιολογικό υπόστρωμα και αντίστροφα. Για αυτό δεν μπορούμε απλώς να «εξαγάγουμε» το ψυχικό από το βιολογικό.

Ενώ για τους μετανθρωπιστές όλα ανάγονται σε δεδομένα, εγώ δεν πιστεύω ότι οι διανοητικές διεργασίες, πόσω μάλλον το ασυνείδητο, τα όνειρα, τα πάθη και οι φόβοι,— είναι ποσοτικοποιήσιμα ή αλγοριθμίσιμα. Ακόμη και αν πετυχαίναμε τον διαχωρισμό, δεν θα μπορούσαμε να αλγορυθμίσουμε αυτές τις διαδικασίες. Θεωρώ τη μεταφόρτωση συνείδησης αδύνατη, ακολουθώντας και τη γραμμή των Ρότζερ Πένροουζ και Στιούαρτ Χάμεροφ, που υποστηρίζουν ότι οι νοητικές διεργασίες είναι μη αλγοριθμίσιμες. Με βάση το θεώρημα μη πληρότητας του Κουρτ Γκέντελ, σε κάθε τυπικό σύστημα λογικής υπάρχουν προτάσεις που δεν μπορούν να αποδειχθούν ως αληθείς εντός του συστήματος, ενώ η συνείδηση μπορεί να τις συλλάβει. Ένας υπολογιστής, ως σύστημα τυπικής λογικής, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει όπως η συνείδηση.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, όπως στη βιομηχανική επανάσταση είχαμε το πρότυπο του Φρανκενστάιν και σκεφτόμασταν με βάση τον ατμό και τον ηλεκτρισμό, έτσι τώρα κυριάρχησε το πρότυπο του υπολογιστή. Είναι μια μεταφορά με περιορισμένη χρησιμότητα, όπως το να βλέπουμε λ.χ. την καρδιά ως αντλία. Τα νευρωνικά δίκτυα μιμούνται τον εγκέφαλο, αλλά ο εγκέφαλος τα υπερβαίνει λόγω ποιοτικής διαφοράς στην αλληλεπίδραση βιολογικού και ψυχικού. Αυτή η μεταφορά είναι επιτυχημένη επειδή θέλουμε να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξή μας, αλλά αδυνατούμε να το κάνουμε με αναφορά στη θνητότητά μας.

Ο πολιτισμός μας, από τη βιομηχανική νεωτερικότητα και μετά, βασίζεται στην απώθηση της θνητότητας και στην αφήγηση της αέναης προόδου δίχως τέλος. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως ένα πρόβλημα προς επίλυση. Σε αντίθεση με παλαιότερους πολιτισμούς που είχαν έντονο το θρησκευτικό στοιχείο και την αίσθηση του αυτοπεριορισμού, μέσω της θεϊκής τιμωρίας της ύβρεως, στον δικό μας αυτό απουσιάζει.

Δημιουργείται έτσι ένα τρομακτικό κενό νοήματος. Σήμερα υπάρχει μια χειραφέτηση, όπου εμείς νοηματοδοτούμε τον βίο μας, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε και το όριο του βίου ως αναγκαία συνθήκη για μια μεστότερη ζωή. Λόγω της αδυναμίας μας να αποδεχθούμε τη θνητότητα, οι άνθρωποι ονειρευόμαστε μια αθανασία που υπόσχεται η τεχνική. Οι πρωτεργάτες της τεχνικής, εσωτερικεύοντας την παντοδυναμία της τεχνοεπιστήμης, υποκαθιστούν τη θεία πρόνοια με μια τεχνολογική τελεολογία. Εφόσον έχουν τα χρήματα και τη φιλοδοξία, αλλά καμία άλλη πνευματικότητα, στρέφονται εκεί.

Ο Ντέμης Χασάμπης μάλιστα αναφέρει τον Μπαρούχ Σπινόζα ως αγαπημένο του φιλόσοφο, αλλά η σχέση της κοσμοθεωρίας του με τον πανθεϊσμό του Σπινόζα είναι αμφίβολη. Η μεταφόρτωση, λοιπόν, δεν είναι εφικτή λόγω του αδιαίρετου ψυχικού-βιολογικού και των περιορισμών των αλγοριθμικών συστημάτων. Εντέλει η διεκδίκηση αυτή συνδέεται με την απώθηση της θνητότητας στη βιομηχανική νεωτερικότητα, που οδηγεί σε μια τρομακτική μοναξιά και την ανάγκη αποδοχής της τρωτότητάς μας.

Μιλάμε συχνά για «επανεφεύρεση» του ατόμου, έναν όρο που βρίσκω προβληματικό, καθώς υποδηλώνει ότι σκεφτόμαστε τον άνθρωπο με όρους μηχανής, αποτελεσματικότητας και βελτιστοποίησης.

Θεοφάνης Τάσης, καθηγητής Φιλοσοφίας της Πληροφορίας στο Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου Πανεπιστημίου και συγγραφέας του βιβλίου Ψηφιακός Ανθρωπισμός: Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη του Βίου (Αρμός, 2025), 

Πηγή: ΒΗΜΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *