«ποιο κύμα πρώτο φίλησε τ’ αμάραντο χορτάρι»
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που δεν προμηνύουν τίποτε το σημαντικό, κι όμως αλλάζουν τα πάντα. Δεν κραυγάζουν, φαίνονται ασήμαντες· μοιάζουν με ένα απαλό κύμα που ακουμπά την αμμουδιά της ακτής — κι από εκείνη τη στιγμή, τίποτα δεν είναι όπως πριν.
Έτσι στέκει και το ρόδο, απείραχτο ακόμη, μπροστά στου ουρανού τη χάρη. Είναι η αθωότητα πριν από την εμπειρία, η καθαρότητα πριν τη συννεφιά. Μα η ζωή δεν αφήνει τίποτα άθικτο. Κάποιο «πρώτο» θα έρθει: ένα βλέμμα, μια απώλεια, ένας έρωτας, μια διάψευση. Και τότε το κύμα θα αγγίξει το αμάραντο — κι ας νόμιζες πως ήταν αιώνιο.
Ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του αυτό το διπλό φως: του ήλιου και της συννεφιάς. Μπορεί να είναι ηλιόλουστος, κι όμως να είναι δακρυσμένος. Όπως ένα άστρο που, ενώ λάμπει, είναι τόσο απομακρυσμένο που δεν το βλέπεις.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το τίμημα της ζωής: να περνάς από την αθωότητα στη συνείδηση, από τη μνήμη στη λησμονιά. Να χάνεις κάτι για να κερδίζεις κάτι άλλο — πιο βαθύ, αλλά και πιο ουσιαστικό .
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ουρανό και κύμα, να μαθαίνεις ότι το πρώτο άγγιγμα δεν είναι ποτέ ασήμαντο. Είναι η αρχή της ιστορίας σου.
