Γιατί φυτεύουμε δένδρα που δεν θα ξεκουραστούμε στη σκιά τους;

Υπάρχει μια παλιά, σιωπηλή σοφία στη Μεσόγειο: ο άνθρωπος, ακόμη και στα γηρατειά του, φυτεύει δέντρα που ξέρει ότι δεν θα προλάβει να δει να μεγαλώνουν, δεν θα κάτσει στη σκιά τους, δεν θα γευτεί τους καρπούς τους.

Δεν το κάνει από υπολογισμό. Το κάνει από αίσθηση συνέχειας. Ο παππούς που φυτεύει μια ελιά γνωρίζει ότι ο κορμός της θα δυναμώσει όταν εκείνος θα έχει πια φύγει. Κι όμως σκάβει τη γη, ποτίζει, περιμένει. Δεν επενδύει για τον εαυτό του· επενδύει στον χρόνο.

Στον σύγχρονο κόσμο μάθαμε να μετράμε τα πάντα: κόστος, απόδοση, κέρδος. Η παλιά αγροτική σοφία όμως γνώριζε κάτι βαθύτερο. Ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο μέσα στη διάρκεια της ζωής του, αλλά μέσα στη διάρκεια της κοινότητας. Η πράξη του αποκτά νόημα όταν εντάσσεται σε μια αλυσίδα γενεών.

Γι’ αυτό οι κοινωνίες που έχουν μέλλον είναι εκείνες όπου κάποιοι εξακολουθούν να φυτεύουν δέντρα. Να σπέρνουν ιδέες, να χτίζουν θεσμούς, να καλλιεργούν γη που δεν θα θερίσουν οι ίδιοι.

Η ελιά, η καρυδιά, το αμπέλι, το κυπαρίσσι – όλα αυτά δεν είναι απλώς φυτά. Είναι μαθήματα χρόνου. Μας θυμίζουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι προλαβαίνουμε να ζήσουμε, αλλά και ό,τι αφήνουμε να συνεχίσει μετά από εμάς.

Και ίσως εκεί κρύβεται η αληθινή σοφία: να ζούμε σαν να είμαστε προσωρινοί, αλλά να δημιουργούμε σαν να είμαστε αιώνιοι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *