Ένα κομμάτι ψωμί, λίγες ελιές, λίγο τυρί και ένα ποτήρι κρασί ήταν το φτωχικό γεύμα του Δημήτρη. Τα είχε απλώσει προσεκτικά πάνω στο πρόχειρο ξύλινο τραπέζι της αυλής του. Ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά και το χωριό βυθιζόταν σιγά-σιγά στη γαλήνη του δειλινού.
Ο Δημήτρης, μπακούρης από πεποίθηση και συνταξιούχος στρατιωτικός, ζούσε τα τελευταία δέκα χρόνια στο χωριό του. Με τη συμπεριφορά του είχε καταφέρει να γίνει η συγκολλητική κόλλα που ένωνε τους ανθρώπους ενός χωριού που άλλοτε φημιζόταν για τις εμφυλιοπολεμικές του έριδες.
«Σε αυτό το χωριό κανείς δεν μιλάει σε κανέναν», έλεγαν παλιά οι κάτοικοι των διπλανών οικισμών.
Για μια στιγμή σκέφτηκε να φάει μόνος. Το είχε κάνει πολλές φορές. Το φαγητό όμως τότε έμοιαζε άγευστο, σαν να έλειπε κάποιο μυστικό συστατικό που δεν μπορούσε ούτε να το αγοράσει ούτε να το μαγειρέψει.
Εκείνη τη στιγμή πέρασε από τον δρόμο ο παλιός παιδικός του φίλος, ο Γιάννης.
— Κάτσε να φάμε μαζί, του φώναξε.
Ο Γιάννης χαμογέλασε και κάθισε χωρίς πολλές κουβέντες. Γέμισαν τα ποτήρια με κρασί και άρχισαν να μιλούν για τα παλιά: για τα χωράφια που καλλιεργούσαν οι παππούδες τους, για τα λάθη που έκαναν νέοι, για τις παλιές έχθρες που ανάγκασαν πολλούς να φύγουν μακριά.
— Δημήτρη, ο Θεός σε έστειλε… Το χωριό μας αφήνει πίσω του το άσχημο παρελθόν του. Άντε, στην υγειά σου!
Το ψωμί τελείωσε γρήγορα, οι ελιές λιγόστεψαν, το κρασί άδειασε. Κι όμως, κανείς τους δεν ένιωσε πως έλειπε κάτι.
Ο Δημήτρης θυμήθηκε τότε μια φράση που είχε διαβάσει κάποτε στον Επίκουρο:
«Πριν φας ή πιεις οτιδήποτε, σκέψου με ποιον τρως ή πίνεις».
Κοίταξε τον φίλο του και χαμογέλασε.
Γιατί το τραπέζι μπορεί να είναι φτωχό, μα όταν κάθεται απέναντι ένας φίλος γίνεται πλούσιο.
Χωρίς φίλο, ακόμη και το πλουσιότερο τραπέζι θυμίζει τη ζωή του λύκου: χορτασμένη ίσως, αλλά μοναχική.
Και τότε κατάλαβε πως το μυστικό συστατικό του τραπεζιού δεν ήταν ούτε το ψωμί ούτε το κρασί.
Ήταν η συντροφιά.
ΚΜ
