Τα τζιτζίκια κάνουν τζιby sarant |
Κοντεύει να τελειώσει το καλοκαίρι, και άρθρο καλοκαιρινό δεν έχουμε ανεβάσει. Βέβαια, τα καλοκαιρινά άρθρα για να τα γράψεις πρέπει να είσαι πλάι στο κύμα, ή έστω σε διακοπές, και φέτος φάνηκα πολύ ατζαμής ή άτυχος στη χρονοθέτηση των έτσι κι αλλιώς σύντομων διακοπών μου αφού τις κανόνισα μετά τον δεκαπενταύγουστο -και βέβαια, με την πρώτη σταγόνα της διάλυσης της Βουλής λαβώθηκε το έτσι κι αλλιώς περίεργο φετινό καλοκαίρι.Το οποίο καλοκαίρι, εμείς οι μεσογειακοί τουλάχιστον το έχουμε συνδέσει με έναν συγκεκριμένο ήχο, το τερέτισμα του τζιτζικιού, την ακατάπαυστη μουσική υπόκρουση στις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Τόσο πολύ έχει συνδεθεί με το αιγαιακό τοπίο το τζιτζίκι, που στις αρχές του φετινού καλοκαιριού οι κάτοικοι της Δονούσας, στις μικρές Κυκλάδες, έκαναν έκκληση στους απανταχού φίλους (του νησιού και των τζιτζικιών) να τους στείλουν ταχυδρομικώς τζιτζίκια για να καλυφθεί το ηχητικό κενό!Δεν ξέρω αν ευοδώθηκε η προσπάθεια των κατοίκων του μικρού νησιού, πάντως τα τζιτζίκια είναι σχετικά εύκολο να τα πιάσεις, μια και στέκονται ακίνητα στο δέντρο και τραγουδάνε, αν και πιο δύσκολο είναι να τα διακρίνεις, καθώς δεν διαφέρουν και πολύ στο χρώμα από τον κορμό. Τραγουδάνε τα αρσενικά μόνο, λέει η εγκυκλοπαίδεια -και δεν τραγουδάνε, βέβαια, με το στόμα: ο ήχος παράγεται από μεμβράνες που έχουν στην κοιλιά τους. Και φυσικά, τα αρσενικά τερετίζουν όχι για να απολαμβάνουν το τραγούδι τους οι παραθεριστές της Δονούσας αλλά για να προσελκύσουν τα θηλυκά -και κάθε είδος τζιτζικιού βγάζει ξεχωριστό τραγούδι.Για τον ανθρωπο, βεβαίως, ολα τα τζιτζίκια κάνουν τζι, και ο ήχος αυτός συνέβαλε στη διαμόρφωση της λέξης. Οι αρχαίοι έλεγαν τέττιξ, που και αυτή η λέξη ήταν ηχομιμητική, και από αυτόν τον τέττιγα, με την επίδραση του ήχου τζι-τζι, προέκυψε το τζιτζίκι μας. Μια άλλη λέξη της αρχαίας, που υπάρχει και στη νέα ελληνική, είναι το τερέτισμα, που κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο σήμαινε, μεταξύ άλλων, τα “τεττίγων άσματα”, μια σημασία που διατηρείται και σήμερα.Καθώς το τζιτζίκι ακούγεται να τραγουδάει όλο το καλοκαίρι, που δεν είναι εποχή ανάπαυσης και αναψυχής για τον αγρότη, έδωσε την εντύπωση του ανέμελου γλεντζέ, που αποτυπώθηκε σε έναν από τους γνωστότερους μύθους του Αισώπου και των μεταγενέστερων μυθογράφων, τον μύθο του τζίτζικα και του μέρμηγκα. Σε μια από τις αρχαίες παραλλαγές:Τέττιξ και μύρμηκεςΧειμῶνος ὥρᾳ τὸν σῖτον βραχέντα οἱ μύρμηκες ἔψυχον. Τέττιξ δὲ λιμώττων ᾔτει αὐτοὺς τροφήν. Οἱ δὲ μύρμηκες εἶπον αὐτῷ· Διὰ τί τὸ θέρος οὐ συνῆγες καὶ σὺ τροφήν; Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐκ ἐσχόλαζον, ἀλλ᾿ ᾖδον μουσικῶς. Οἱ δὲ γελάσαντες εἶπον· Ἀλλ᾿ εἰ θέρους ὥραις ηὔλεις, χειμῶνος ὀρχοῦεμείς την έχουμε μία και ενιαία, μετάφραση δεν χρειάζεται. Αφού το καλοκαίρι τραγουδούσες, χόρευε τώρα, του είπαν άπονα τα μερμήγκια.Σε μια κόντρα παραλλαγή, που ήταν δημοφιλής στα χρόνια της επίπλαστης ευμάρειας, ο χειμώνας έρχεται αλλά ο τζίτζικας φεύγει για σκι στην Αράχωβα (ή και στο Γκστάαντ) κι ο μέρμηγκας που το φυσάει και δεν κρυώνει αναζητεί τον Αίσωπο (ή τον Λαφοντέν) για να ξεσπάσει.Με άλλα λόγια, ο μύθος είναι ζωντανός. Πριν από μερικούς μήνες στη Βουλή ο Γιάνης Βαρουφάκης χρησιμοποίησε τον μύθο υποστηρίζοντας ότι δεν είναι αληθές πως οι Έλληνες είναι όλοι τζιτζίκια (τεμπέληδες) ενώ οι Γερμανοί όλοι μερμήγκια (εργατικοί), αλλά ότι τα τζιτζίκια όλων των χωρών (εννοώντας πλέον την πλουτοκρατία) έχουν συνασπιστεί και στερούν από τα μερμήγκια το μερίδιό τους.Το τζιτζίκι εμφανίζεται και στην αρχαία μυθολογία, στον μύθο του Τιθωνού. Ο Τιθωνός ήταν θνητός και τον είχε αγαπήσει η Ηώς, που ήταν Τιτανίδα. Η αθάνατη καλλονή απήγαγε τον όμορφο θνητό και θέλοντας να διαρκέσει για πάντα ο έρωτάς τους ζήτησε από τον Δία να χαρίσει την αθανασία στον εραστή της -ξεχνώντας να ζητήσει μαζί και την αιώνια νιότη. Ο καημένος ο Τιθωνός χιλιογέρασε, κι όταν πια είχε γίνει ένα ζαρωμένο ζωντανό κουφάρι τον μεταμόρφωσαν σε τζιτζίκι. Από εκεί βγήκε και η αρχαία παροιμία «Τιθωνού γήρας» για τους υπέργηρους -και εξηγεί ο Πλούταρχος «ο γαρ Τιθωνός κατ’ ευχήν το γήρας αποθέμενος τέττιξ εγένετο».Πράγματι, το τζιτζίκι, αν το δεις από κοντά δίνει την εντύπωση του γερασμένου. Ο Σολωμός στη Γυναίκα της Ζάκυθος, σε μιαν παραλλαγή, έχει «Και το πρόσωπο του γέρου ήτανε σαν τον τζίτζικα». Από την άλλη, το τζιτζίκι που ακούμε να τραγουδάει πάνω στο αντικρινό δέντρο είναι πράγματι υπέργηρο, αν σκεφτούμε ότι κάποια είδη τζιτζικιών περνάνε 17 ολόκληρα χρόνια μέσαστη γη ως νύμφες, κι ύστερα εμφανίζονται, ζευγαρώνουν, γεννάνε αυγά και πεθαίνουν. Άλλο είδος κάνει τον ίδιο κύκλο αλλά με 13 χρόνια. (Και επειδή και οι δυο αυτοί αριθμοί είναι πρώτοι, οι βιολόγοι σκέφτηκαν ότι αυτό δεν είναι τυχαίο -περισσότερα σε σχετικά πρόσφατο σχόλιο του φίλου μας του Νεοκίντ).Και καθώς το τζιτζίκι (ή ο τζίτζικας) είναι το κατεξοχήν σύμβολο του κατακαλόκαιρου, όταν κάνει πάρα πολλή ζέστη λέμε «σκάει ο τζίτζικας», για να δείξουμε πόσο ανυπόφορη είναι η ζέστη, αφού ούτε τα τζιτζίκια δεν μπορούν να την αντέξουν. (Στην παρέα μου, λέμε την παροιμία και ειρωνικά, όταν κάνει κρύο, και καμιά φορά προσθέτουμε ‘ο πολικός τζίτζικας’. Αν είχα ταλέντο στις φωτοσοπιές, θα έφτιαχνα έναν πολικό τζίτζικα, με άσπρη γούνα).Άλλη μια φράση με τα τζιτζίκια είναι η «τζιτζίκια πεταλώνουμε;» -νεότερη παραλλαγή της «μπρίκια κολλάμε;», ενώ στη στρατιωτική αργκό «τζιτζίκι» ή «τζιτζικάριος» είναι ο στρατιώτης του πεζικού, ο πεζικάριος. Στο slang.gr διαβάζω ότι «τζιτζίκι» λέγεται επίσης ο βομβητής όπισθεν, ο μηχανισμός που έχουν τα μεγάλα οχήματα (και όχι μόνο, πια) όταν κινούνται με την όπισθεν.Θα βρείτε να προσθέσετε πολύ περισσότερα για τα τζιτζίκια σε τραγούδια, ταινίες και στα γράμματα (ας πούμε, ένα από τα πρώτα βιβλία του συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου ήταν Τα τζιτζίκια) αλλά προς το παρόν θα κλείσουμε με ένα τραγούδι, τα Τζιτζίκια του Λίνου Κόκκοτου σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, από τον κύκλο «Το θαλασσινό τριφύλλι», με τον Μιχάλη Βιολάρη.
