Το δίλημμα της γραφής

ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ προσπαθήσει να βάλει  έστω και πέντε λέξεις δίπλα-δίπλα, έχει δοκιμάσει το δίλημμα της γραφής. Γιατί να βάλω αυτή τη λέξη κι όχι την άλλη; Να το πω στο πρώτο πρόσωπο ή στο τρίτο; Να το γράψω πάνω στη τσατίλα μου ή να περιμένω να ηρεμήσω πρώτα; 

Όταν ο Εντγκάρ Μορέν φιλοσοφούσε με τον Νίκο Αλιάγα.

τι είναι, λοιπόν, αυτό που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου και στη λήθη ;

Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η ζωή. Η ζωή είναι μια αδιάκοπη αντίσταση στον χρόνο. Ξαναγενιέται ασταμάτητα απέναντι στον θάνατο. Ανανεώνεται, πολλαπλασιάζεται, μεταδίδεται. Κάθε γενιά χάνεται, όμως η ζωή συνεχίζει την πορεία της μέσα από άλλα πρόσωπα, άλλα σώματα, άλλες συνειδήσεις.

Αντιστέκονται επίσης ορισμένα έργα του ανθρώπινου πνεύματος. Διασώσαμε τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και ίσως ακόμη περισσότερο τους Προσωκρατικούς, όπως τον Ηράκλειτο, του οποίου λίγα μόνο αποσπάσματα εξακολουθούν να μας θέτουν ερωτήματα έπειτα από περισσότερες από δύο χιλιετίες. Μπορούμε ακόμη να διαβάζουμε τον Θερβάντες και τον Δον Κιχώτη, τον Ντοστογιέφσκι και τόσους άλλους. Αυτά τα έργα διασχίζουν τους αιώνες επειδή αγγίζουν κάτι ουσιώδες στην ανθρώπινη εμπειρία.

Ωστόσο, ζούμε μέσα σε ένα σύμπαν θνητότητας. Χρειάζεται το θάρρος να το αποδεχθούμε. Οι άνθρωποι πεθαίνουν. Οι πολιτισμοί εξαφανίζονται. Κάποτε θα σβήσει και η ίδια η ανθρωπότητα. Η Γη δεν είναι αιώνια. Ακόμη κι αν ο άνθρωπος κατοικήσει κάποτε άλλους πλανήτες, η σημερινή επιστημονική γνώση μας δείχνει ότι το σύμπαν οδεύει, σε ασύλληπτα μεγάλες χρονικές κλίμακες, προς μια προοδευτική διασπορά της ενέργειας και της ύλης.

Πηγή: Καθημερινή

Δ. Κοντομηνάς: γενήθηκε στην Αθηνα 3/6/1939.

Δημήτρης Κοντομηνάς με φίλους του και συνοδοιπόρους στη δημιουργία της Interamerican

Με την ευκαιρία της ημέρας :

Κάποιες επιστολές δεν κιτρινίζουν με τον χρόνο. Ξαναδιάβασα σήμερα τα λόγια που μου έγραψε ο Δημήτρης Κοντομηνάς το 2005. Τότε τα διάβασα με χαρά· σήμερα με μεγάλη συγκίνηση.
Οι άνθρωποι φεύγουν, αλλά η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη και η καλοσύνη που έδειξαν παραμένουν ζωντανές.
Ένα μεγάλο «ευχαριστώ», Δημήτρη Κοντομηνά για τα λόγια σου, για την εμπιστοσύνη σου και για τη διαδρομή που μου έδωσες την δυνατότητα να μοιραστώ μαζί σας.

Η μνήμη σου παραμένει ολοζώντανη!

Like6Love1

The Second Coming» (Η Δευτέρα Παρουσία)

Πόσο επίκαιρος είναι Γέητς* σήμερα με το ποίημα μου:

«The Second Coming» (Η Δευτέρα Παρουσία) είναι ίσως το πιο διάσημο ποίημα του Γέητς και γράφτηκε το 1919, λίγο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια εποχή που η Ευρώπη έμοιαζε να καταρρέει ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά.

Το ποίημα αρχίζει με τους περίφημους στίχους:

Things fall apart; the centre cannot hold;
Mere anarchy is loosed upon the world.

Δηλαδή:

«Τα πάντα διαλύονται· το κέντρο δεν μπορεί να κρατήσει·
η αναρχία έχει εξαπολυθεί στον κόσμο.»

Ο Γέητς δεν μιλά μόνο για μια πολιτική κρίση. Βλέπει έναν ολόκληρο πολιτισμό να χάνει τη συνοχή του. Οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν, οι θεσμοί αποδυναμώνονται και οι άνθρωποι μοιάζουν να παρασύρονται από ακραία πάθη.

Ακολουθεί μια ακόμη εξαιρετικά επίκαιρη παρατήρηση:

The best lack all conviction, while the worst
Are full of passionate intensity.

Δηλαδή:

«Οι καλύτεροι έχουν χάσει κάθε βεβαιότητα,
ενώ οι χειρότεροι είναι γεμάτοι παθιασμένη ένταση.
»

Πόσες φορές δεν έχουμε την αίσθηση ότι οι μετριοπαθείς, οι συνετοί και οι σκεπτόμενοι άνθρωποι σιωπούν, ενώ οι φανατικοί, οι δημαγωγοί και οι ακραίοι μονοπωλούν τον δημόσιο λόγο;

Ο τίτλος παραπέμπει στη χριστιανική Δευτέρα Παρουσία, όμως ο Γέητς ανατρέπει την παραδοσιακή προσδοκία. Αντί να εμφανιστεί ο Χριστός για να φέρει λύτρωση, ο ποιητής οραματίζεται μια σκοτεινή, μυστηριώδη μορφή — ένα πλάσμα με σώμα λιονταριού και κεφάλι ανθρώπου — που αναδύεται από την έρημο για να εγκαινιάσει μια νέα, άγνωστη και απειλητική εποχή.

Το ποίημα συνδέεται με τη φιλοσοφική θεωρία του Γέητς ότι η ιστορία κινείται κυκλικά. Κάθε μεγάλος πολιτισμός περνά φάσεις γέννησης, ακμής, ωρίμανσης και παρακμής. Όταν ένας κύκλος ολοκληρώνεται, ένας άλλος αρχίζει — όχι κατ’ ανάγκην καλύτερος.

Γι’ αυτό και το ποίημα εξακολουθεί να συγκινεί. Δεν μιλά μόνο για την Ευρώπη του 1919. Μιλά για κάθε εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι νιώθουν ότι ο κόσμος τους χάνει το κέντρο βάρους του και εισέρχεται σε μια περίοδο αβεβαιότητας.

Ίσως γι’ αυτό οι δύο στίχοι του εξακολουθούν να ακούγονται τόσο σύγχρονοι:

«Τα πάντα διαλύονται· το κέντρο δεν μπορεί να κρατήσει.»

«Οι καλύτεροι δεν πιστεύουν πια σε τίποτε, ενώ οι χειρότεροι είναι γεμάτοι φανατισμό.»

Είναι από εκείνες τις ποιητικές φράσεις που μοιάζουν να περιγράφουν όχι μόνο μια εποχή, αλλά μια μόνιμη ανθρώπινη αγωνία..

*υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα και κορυφαία μορφή της ιρλανδικής λογοτεχνίας. Το 1923 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Like3