Υπάρχουν ψέματα που επιβάλλονται με τη δύναμη και άλλα που χρειάζονται απλώς έναν καλό αφηγητή. Υπάρχουν όμως και κάποια, τα πιο επικίνδυνα, που δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν αν δεν συναντούσαν ανθρώπους πρόθυμους να τα πιστέψουν.
Η ιστορία της Τάνια Χεντ είναι μια τέτοια περίπτωση:
Για χρόνια κατάφερε να πείσει ανθρώπους ότι ήταν μία από τους επιζώντες της 11ης Σεπτεμβρίου. Η αφήγησή της είχε όλα όσα χρειάζεται μια συγκλονιστική ανθρώπινη ιστορία: τρόμο, πόνο, απώλεια, έρωτα, ηρωισμό, επιβίωση. Και κυρίως είχε λεπτομέρειες. Τόσες, ώστε το ψέμα να μοιάζει περισσότερο με ανάμνηση παρά με επινόηση.
Το παράδοξο δεν είναι μόνο ότι είπε ένα τόσο μεγάλο ψέμα.
Το πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι την πίστεψαν τόσοι πολλοί.
Ανάμεσά τους άνθρωποι που είχαν πραγματικά ζήσει την τραγωδία. Άνθρωποι που είχαν βρεθεί στους Δίδυμους Πύργους, είχαν δει τον θάνατο από κοντά και είχαν χάσει φίλους και συγγενείς.
Πώς είναι δυνατόν;
Ίσως επειδή η εμπιστοσύνη μας δεν στηρίζεται πάντοτε στις αποδείξεις. Στηρίζεται και στο συναίσθημα.
Μπροστά σε έναν άνθρωπο που ισχυρίζεται ότι έχει υποφέρει βαθιά, η πρώτη μας αντίδραση δεν είναι να ζητήσουμε πιστοποιητικά. Είναι να δείξουμε συμπόνια. Δεν ανακρίνεις εύκολα έναν άνθρωπο που σου λέει ότι βγήκε ζωντανός από την κόλαση. Ακόμη κι όταν παρατηρείς μια μικρή αντίφαση, μπορεί να την αποδώσεις στο τραύμα, στη μνήμη, στη συγκίνηση.
Και ύστερα λειτουργεί κάτι ακόμη ισχυρότερο: η εμπιστοσύνη των άλλων.
Αν την πιστεύουν οι επιζώντες, σκέφτεσαι, ποιος είμαι εγώ για να αμφιβάλλω; Αν την παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης, κάποιος θα την έχει ελέγξει. Αν κατέχει μια σημαντική θέση σε μια οργάνωση επιζώντων, ασφαλώς κάποιοι πριν από εμένα θα έχουν βεβαιωθεί για την ιστορία της.
Κάπως έτσι δημιουργείται ένας παράξενος κύκλος: ο ένας πιστεύει επειδή πιστεύει ο άλλος. Και στο τέλος κανείς δεν θυμάται ποιος έλεγξε πρώτος αν υπάρχει πράγματι κάτι για να πιστέψει.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.
Οι άνθρωποι δεν πιστεύουμε μόνο εκείνο που μας αποδεικνύουν. Πολλές φορές πιστεύουμε ευκολότερα εκείνο που ταιριάζει σε μια ιστορία που ήδη έχουμε ανάγκη.
Μετά από μια ανείπωτη τραγωδία, η κοινωνία δεν αναζητά μόνο εξηγήσεις. Αναζητά και νόημα. Θέλει μέσα στον θάνατο να βρει μια ιστορία ζωής, μέσα στην καταστροφή έναν ήρωα, μέσα στην απόγνωση μια απόδειξη ότι ο άνθρωπος μπορεί να σηκωθεί ξανά.
Η Τάνια Χεντ πρόσφερε ακριβώς αυτή την ιστορία.
Και ίσως γι’ αυτό το ψέμα της άντεξε τόσο πολύ. Όχι μόνο επειδή εκείνη ήξερε να το αφηγείται, αλλά επειδή οι άλλοι είχαν λόγους να θέλουν να είναι αληθινό.
Το φαινόμενο όμως δεν περιορίζεται στις προσωπικές ιστορίες. Μπορεί να εμφανιστεί και στον δημόσιο βίο, ιδιαίτερα ύστερα από μεγάλες τραγωδίες, όταν ο πόνος συναντά την οργή και η οργή τη δυσπιστία.
Κάτι ανάλογο μπορούμε να παρατηρήσουμε και στην ελληνική πραγματικότητα μετά την τραγωδία των Τεμπών.
Εκεί, βέβαια, δεν έχουμε μια ιστορία αντίστοιχη με εκείνη της Τάνια Χεντ. Έχουμε ένα πραγματικό δυστύχημα, 57 νεκρούς, πραγματικές ευθύνες που πρέπει να αποδοθούν και σοβαρά ερωτήματα που δικαιολογημένα απαίτησαν διερεύνηση.
Μέσα όμως σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκαν και διάφορες θεωρίες και υποθέσεις: ξυλόλιο, άγνωστο παράνομο φορτίο, η αιτία της πυρόσφαιρας, ακόμη και ισχυρισμοί για βαγόνια ή φορτία που εξαφανίστηκαν.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι τέθηκαν ερωτήματα. Σε μια δημοκρατική κοινωνία τα ερωτήματα όχι μόνο επιτρέπονται αλλά επιβάλλονται. Και όταν υπάρχουν κενά ή λάθη στη διερεύνηση μιας τραγωδίας, η καχυποψία είναι αναμενόμενη.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται αλλού.
Είναι η στιγμή κατά την οποία το:
«Μήπως συνέβη;»
μετατρέπεται, χωρίς την απαραίτητη απόδειξη, σε:
«Αυτό συνέβη.»
Και από εκεί και πέρα αρχίζει ένας μηχανισμός που δύσκολα αναστρέφεται.
Ο ένας επαναλαμβάνει αυτό που άκουσε από τον άλλον. Μια υπόθεση εμφανίζεται στην τηλεόραση, αναπαράγεται στα κοινωνικά δίκτυα, σχολιάζεται από χιλιάδες ανθρώπους και, όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται, τόσο περισσότερο αποκτά την όψη γεγονότος.
Η επανάληψη αρχίζει να υποκαθιστά την απόδειξη.
Και όταν αργότερα εμφανιστούν στοιχεία ή επιστημονικές πραγματογνωμοσύνες που αμφισβητούν κάποια από αυτά που θεωρήσαμε βέβαια, συμβαίνει κάτι ακόμη πιο παράξενο: δυσκολευόμαστε να τα δεχτούμε.
Γιατί μια πληροφορία που φτάνει πρώτα στη λογική μπορεί σχετικά εύκολα να διορθωθεί.
Μια πληροφορία όμως που έχει προλάβει να δεθεί με τον πόνο, την οργή, την πολιτική αντιπαράθεση ή την καχυποψία μας παύει να είναι απλώς πληροφορία.
Γίνεται πεποίθηση.
Και οι πεποιθήσεις δεν εγκαταλείπονται εύκολα μπροστά στα γεγονότα.
Εδώ ακριβώς συναντώνται δύο τόσο διαφορετικές ιστορίες: η Τάνια Χεντ και τα Τέμπη. Όχι στα γεγονότα ούτε στις προθέσεις, αλλά σε έναν βαθύτερο ανθρώπινο μηχανισμό.
Στην ανάγκη μας να δημιουργήσουμε μια ιστορία που να εξηγεί όσα μας συγκλόνισαν.
Συνηθίζουμε να πιστεύουμε ότι κινδυνεύουμε περισσότερο από τα ψέματα που είναι καλοφτιαγμένα. Ίσως όμως να κινδυνεύουμε περισσότερο από εκείνα που επιβεβαιώνουν όσα ήδη πιστεύουμε ή όσα έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε.
Γιατί απέναντι σε μια ιστορία που μας ενοχλεί, γινόμαστε δύσπιστοι.
Απέναντι όμως σε μια ιστορία που μας συγκινεί, μας εξοργίζει, μας δικαιώνει ή μας δίνει ελπίδα, χαμηλώνουμε ευκολότερα τις άμυνές μας.
Και τότε ο καλός αφηγητής έχει ήδη κάνει τη μισή δουλειά.
Την άλλη μισή την κάνουμε εμείς.
Γι’ αυτό ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι:
«Γιατί κάποιοι άνθρωποι λένε ψέματα;»
Ούτε ακόμη:
«Πώς καταφέρνουν να πείσουν τόσους πολλούς;»
Το δυσκολότερο ερώτημα είναι αυτό που πρέπει κάποτε να κάνουμε στον ίδιο μας τον εαυτό:
«Πόσες φορές πίστεψα κάτι επειδή αποδείχθηκε ότι ήταν αληθινό — και πόσες επειδή ήθελα να είναι;»
