Η αχλαδιά που έγινε δάσος!

Όλα ξεκίνησαν από μια στιγμή απογοήτευσης.

Πριν από τριάντα έξι χρόνια, όταν αγοράστηκε εκείνο το πρώτο κομμάτι γης, δεν είχε σχεδόν τίποτε επάνω του. Χώμα, πέτρες, λίγα αγριόχορτα και, στη μέση περίπου, μια πελώρια αχλαδιά.

Ήταν το μοναδικό δέντρο. Ίσως γι’ αυτό έμοιαζε ακόμη μεγαλύτερη. Στεκόταν μόνη της μέσα στο γυμνό τοπίο, με τα κλαδιά της απλωμένα σαν μια μεγάλη φυσική ομπρέλα.

Ο νέος ιδιοκτήτης, μόλις την είδε, έκανε αμέσως μια σκέψη.

Το επόμενο Σάββατο θα έφερνε για πρώτη φορά την οικογένειά του στο καινούργιο κτήμα. Τη γυναίκα του και τα δυο μικρά κοριτσάκια τους. Δεν υπήρχε ακόμη σπίτι, ούτε καλύβα, ούτε τίποτε από όσα υπάρχουν σήμερα. Υπήρχε όμως η αχλαδιά.

Και αυτό του έφτανε.

Φαντάστηκε ένα τραπεζομάντιλο απλωμένο κάτω από τον ίσκιο της, ένα καλάθι με φαγητό, τα παιδιά να τρέχουν γύρω από τον κορμό και τους τέσσερίς τους να κάνουν το πρώτο τους οικογενειακό πικνίκ στη γη που μόλις είχε γίνει δική τους.

Καμιά φορά η χαρά δεν χρειάζεται πολλά. Ένα δέντρο και λίγη σκιά αρκούν για να χτίσεις μέσα σου μια ολόκληρη εικόνα.

Το Σάββατο ήρθε.

Μα όταν έφτασαν στο κτήμα, κάτι έλειπε.

Στην αρχή ίσως να μην κατάλαβε αμέσως τι ήταν. Το τοπίο φαινόταν παράξενα μεγαλύτερο, αλλά και περισσότερο έρημο. Ο ουρανός απέραντος. Κοίταξε προς το σημείο όπου στεκόταν η αχλαδιά.

Δεν υπήρχε πια.

Στη θέση της είχε απομείνει μονάχα ένα κομμάτι κορμού.

Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, στο διάστημα που μεσολάβησε, είχε επιστρέψει και την είχε κόψει σύρριζα για καυσόξυλα.

Η απογοήτευση ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο θα δικαιολογούσε, ίσως, η απώλεια ενός δέντρου. Γιατί δεν είχε χαθεί μόνο η αχλαδιά. Είχε χαθεί και εκείνη η μικρή, μαγευτική εικόνα που είχε ήδη προλάβει να φτιάξει στο μυαλό του: η γυναίκα του, τα κοριτσάκια, το τραπεζομάντιλο και η πρώτη οικογενειακή μέρα κάτω από τη σκιά της.

Κοίταξε τον γυμνό τόπο και τον κομμένο κορμό.

Και κάπου εκεί, μέσα στην απογοήτευση, γεννήθηκε μια δημιουργική σκέψη. Όχι σαν μεγάλη απόφαση, αλλά περισσότερο σαν πείσμα:

«Αφού μου έκοψαν το μοναδικό δέντρο, θα φυτέψω εγώ πολλά».

Και άρχισε να φυτεύει.

Ένα δέντρο στην αρχή. Ύστερα άλλο ένα. Και άλλο. Κάποια έπιασαν, κάποια όχι. Άλλα χρειάστηκαν περισσότερο νερό, άλλα περισσότερο χρόνο. Υπήρξαν καλοκαίρια δύσκολα, χειμώνες βαρείς, φυτά που ξεράθηκαν και χρειάστηκε να φυτευτούν ξανά.

Τα χρόνια περνούσαν σχεδόν ανεπαίσθητα.

Τα μικρά δενδρύλλια έγιναν δέντρα. Τα κλαδιά άπλωσαν, οι σκιές ενώθηκαν. Εκεί όπου κάποτε το βλέμμα χανόταν στην ξεραΐλα, άρχισαν να σχηματίζονται μονοπάτια, ξέφωτα, φωλιές πουλιών και μια φύση που γεννιόταν και μεγάλωνε μέρα με τη μέρα.

Και τα κορίτσια μεγάλωσαν μαζί με τα δέντρα. Έγιναν γυναίκες και έφεραν, με τη σειρά τους, τα δικά τους παιδιά να παίξουν στις ίδιες σκιές.

Εκείνος ο νέος ιδιοκτήτης ήμουν εγώ.

Τριάντα έξι χρόνια μετά, κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες και δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι πρόκειται για τον ίδιο τόπο. Εκείνο το πρώτο, γυμνό κομμάτι γης άπλωσε, ρίζωσε και μεταμορφώθηκε σε ένα ζωντανό, βιωματικό αγρόκτημα 65 στρεμμάτων. Σε έναν τόπο όπου η φύση δεν είναι απλώς θέαμα, αλλά εμπειρία ζωής.

Και τότε σκέφτομαι πάλι εκείνη την αχλαδιά.

Ο άνθρωπος που την έκοψε ήθελε απλώς λίγα καυσόξυλα. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι, κόβοντας ένα δέντρο, θα έδινε άθελά του το έναυσμα να γεννηθεί ένας ολόκληρος πράσινος κόσμος.

Ίσως τελικά αυτή να είναι και η πιο όμορφη παραβολή για τη ζωή:

Δεν μπορούμε πάντα να εμποδίσουμε κάποιον να μας κόψει την «αχλαδιά». Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με τον άδειο τόπο που μένει πίσω.

Να κοιτάμε με πίκρα ή με θυμό τον κομμένο κορμό ή να αρχίσουμε να φυτεύουμε.

Θέλει κόπο. Θέλει υπομονή. Και, πάνω απ’ όλα, θέλει χρόνο.

Αλλά, καμιά φορά, από ένα κομμένο δέντρο μπορεί να γεννηθεί ένα ολόκληρο δάσος.

Love2

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *