«Πάντα τὰ σπουδαῖα νυκτὸς μᾶλλον ἐξευρίσκεται», λέει ο Επίχαρμος. Και αρκετά αργότερα ο Μένανδρος θα συμπληρώσει: «Ἐν νυκτὶ βουλὴ τοῖς σοφοῖς γίγνεται».
Δύο άνθρωποι που έζησαν σε διαφορετικές εποχές συναντιούνται στην ίδια παράξενη σκέψη: η νύχτα ευνοεί τα σπουδαία.
Γιατί άραγε;
Ίσως επειδή η ημέρα ανήκει περισσότερο στους άλλους, ενώ η νύχτα περισσότερο στον εαυτό μας.
Την ημέρα εργαζόμαστε, μιλάμε, απαντάμε, διεκδικούμε, συγκρουόμαστε. Μας κυνηγούν οι υποχρεώσεις και μας πολιορκούν οι γνώμες των άλλων. Ακόμη και οι σκέψεις μας συχνά δεν είναι εντελώς δικές μας· κουβαλούν μέσα τους την επιρροή όσων ακούσαμε, όσων είδαμε, όσων μας συνέβησαν.
Ύστερα έρχεται η νύχτα.
Οι φωνές λιγοστεύουν, οι δρόμοι ησυχάζουν, οι απαιτήσεις των άλλων υποχωρούν. Και τότε, μέσα στη ησυχία , αρχίζει ένας διαφορετικός διάλογος: ο διάλογος με τον εαυτό μας.
Ίσως γι’ αυτό ο Επίχαρμος χρησιμοποιεί το «ἐξευρίσκεται». Τη νύχτα βρίσκουμε. Και ο Μένανδρος μιλά για «βουλή»: τη νύχτα αποφασίζουμε. Ο ένας μιλά για την ανακάλυψη και ο άλλος για την κρίση. Και οι δύο όμως προϋποθέτουν το ίδιο πράγμα: την απόσταση από τον θόρυβο.
Δεν είναι βέβαια το σκοτάδι που κάνει τον άνθρωπο σοφότερο. Είναι η ησυχία που το συνοδεύει.
Γιατί τα μεγάλα ερωτήματα σπάνια βρίσκουν απάντηση μέσα στη βοή της ημέρας. Χρειάζονται χώρο. Χρειάζονται χρόνο. Και, πάνω απ’ όλα, χρειάζονται εκείνη τη δύσκολη μοναξιά κατά την οποία δεν έχουμε πια σε ποιον να κρυφτούμε — ούτε καν από τον εαυτό μας.
Ίσως γι’ αυτό επιβιώνει μέχρι σήμερα μια απλή λαϊκή φράση που χρησιμοποιούμε όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια δύσκολη απόφαση: «Άσε με πρώτα να συμβουλευτώ το μαξιλάρι μου».
Την έκφραση αυτή χρησιμοποιούσε χαρακτηριστικά και ο Χαρίλαος Φλωράκης. Σε συνέντευξή του, μιλώντας για τις δύσκολες στιγμές των αποφάσεων, έλεγε ότι τότε ξάπλωνε ανάσκελα και «συμβουλευόταν το μαξιλάρι». Δεν περίμενε, βέβαια, κάποια μαγική απάντηση. Έμενε μόνος με τις σκέψεις του, ώσπου να καταλαγιάσει η ένταση και να ξεκαθαρίσει μέσα του η απόφαση.
Από τον Επίχαρμο και τον Μένανδρο μέχρι μια λαϊκή έκφραση και τον Φλωράκη, επιβιώνει έτσι μια πανάρχαιη ανθρώπινη εμπειρία: τις μεγάλες αποφάσεις δεν πρέπει να τις παίρνουμε μέσα στον αυθορμητισμό της στιγμής. Χρειάζονται χρόνο και ηρεμία . Χρειάζεται να περάσουν από τη δοκιμασία μιας νύχτας.
Το μαξιλάρι, τελικά, δεν είναι σύμβουλος. Είναι το μέρος όπου μένουμε μόνοι με τον δυσκολότερο σύμβουλο απ’ όλους: τον εαυτό μας.
Η νύχτα, επομένως, στις παλιές αυτές ρήσεις ίσως δεν είναι μόνο μια ώρα του εικοσιτετραώρου. Είναι μια κατάσταση του νου. Είναι η στιγμή κατά την οποία σβήνουμε για λίγο τα φώτα του έξω κόσμου για να δούμε καθαρότερα μέσα μας.
Και ίσως γι’ αυτό πολλές φορές μια απόφαση που δεν μπορούσαμε να πάρουμε ολόκληρη την ημέρα εμφανίζεται ξαφνικά καθαρή το επόμενο πρωί.
Όχι επειδή η νύχτα μάς έδωσε την απάντηση.
Αλλά επειδή, επιτέλους, μας άφησε να ακούσουμε την ερώτηση.
Την ημέρα μαζεύουμε τη ζωή. Τη νύχτα προσπαθούμε να την καταλάβουμε.
