ΗΤΑΝ μιὰ ἐθνικὴ ἐπέτειος. Τὸν ντῦσαν μὲ παραδοσιακὴ φορεσιὰ γιὰ νὰ τὸν βγάλουν στὴν τηλεόραση, τὸν φουκαρᾶ τὸν κλαριντζῆ. Ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους καραγκιόζηδες, καταμεσῆς στὸ ἐχθρικὸ καὶ πανάσχημο γκρὶ κλειστὸ γήπεδο τοῦ μπάσκετ, στεκόταν καὶ περίμενε νὰ δώσει τὸ σύνθημα τῆς ἔναρξης ὁ βλακέντιος κονφερασιέ, ποὺ εἶχε πάθει γλωσσοδιάρροια – ἀκόμη καὶ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἀνέφερε στὴ φαιδρὴ εἰσαγωγή του.
Ἐπί τέλους, ἦρθε ἡ ὥρα νὰ βάλει τὸ κλαρῖνο του στὸ στόμα. Στραβὰ χείλη, φουσκωμένα μάγουλα, μάτια κλειστά. Κι οἱ παλιοὶ σκοποὶ ἔμοιαζαν μὲ τὸ σκαλιστὸ ρόπτρο ποὺ ἀνακαλύπτεις ἀπροσδόκητα στὸ γιουσουρούμ, ἀνάμεσα σὲ κακόγουστα πλαστικὰ ἀντικείμενα, ἄχρηστες βρῦσες, παλιοπάπουτσα καὶ φορεμένα ροῦχα.
ΠΗΓΉ: ΖΉΣΗΣ ΣΑΡΊΚΑΣ, ΜΑΚΡΙᾺ ἈΠ’ ΤῸΝ ΚΌΣΜΟ, ΚΑῚ ἌΛΛΑ ΚΕΊΜΕΝΑ, ΠΑΝΟΠΤΙΚΌΝ, 2008.
Πηγή: neoplanodion.gr
