ΙΑ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΗ μαρτιάτικη μέρα —λυσσομανοῦσε ὁ βαρδάρης— ἀντίκρισα, μπροστὰ στὰ σκαλοπάτια τῆς πολυκατοικίας, ἕναν ψόφιο ἀρουραῖο ξαπλωμένο φαρδὺ πλατὺ στὸ δρόμο. Τὸ πόδι μου ἔμεινε μετέωρο γιὰ μιὰ στιγμή, φοβήθηκα μὴν τὸν πατήσω καὶ νιώσω τὸν παλμὸ τοῦ καουτσούκ. Ὁ ράφτης, ποὺ εἶχε τὸ παραθύρι τοῦ μαγαζιοῦ του πλάϊ στὴ πόρτα καὶ κατόπτευε ὁλημερὶς κι ὁλονυχτὶς τὸ σύμπαν, μοῦ χτύπησε μὲ τὸ δαχτυλίδι στὸ τζάμι. «Ἦταν δικός μας», μοῦ εἶπε. «Ἐδῶ στὸν διάδρομο καθόταν.» «Κάθε μέρα περνοῦσε μπροστά μου, χρόνια», συνέχισε, «κι ἔπινε νερὸ ἀπ’ τὴ βρυσούλα. Τὸν βαρέθηκα νὰ τὸν βλέπω, τὸν πούστη, καὶ τὸν φαρμάκωσα. Μοῦ ‘φαγε, ὅμως, δυὸ κουτιὰ ποντικοφάρμακο μέχρι νὰ τὸν ξεκάνω!»
Κι ὕστερα τὴν ἔστησε καραούλι στὸ παράθυρο ἀκούγοντας μὲ ἀπόλαυση τὰ ἐπιφωνήματα ἀηδίας καὶ τὶς τσιρίδες ποὺ ἔμπηγαν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ κατέβαιναν πρωΐ-πρωΐ – ἰδίως οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Ἔτσι ξεφορτώνονται οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἀλλότριους καὶ τοὺς ὅμοιούς τους. Ὁ ράφτης, πάντως, εἶχε σκοτώσει τὸν ὅμοιό του. Τί ἄλλο ἦταν κι ὁ ἴδιος ἀπὸ ἕνας ἄθλιος πόντικας; Τὸ ἴδιο σουλούπι, τὸ ἴδιο χρῶμα, τὸ μουστάκι ποντικοουρά, ἡ ἴδια μυρωδιὰ στὸ κορμί, κάτι μεταξὺ ἀπλυσιᾶς καὶ τσιγαρίλας. Ζοῦσε σὲ μιὰ τρῦπα, μέσα στὸν ρύπο καὶ στὸ σκότος, ἀκούγοντας τὰ φρένα τῶν αὐτοκινήτων καὶ τὶς οἰμωγὲς τοῦ ραδιοφώνου. Κι ἀπὸ πάνω εἶχε τὰ χρέη, τὸ κυνήγι τοῦ παρᾶ, τὸν καβγᾶ γιὰ τὰ κληρονομικά, τὴ λωλὴ γριὰ μάνα, τὸν φθόνο ἀπέναντι στοὺς ἄλλους καὶ τὴν ἀπύθμενη κακία.
Ὄχι τὸν ὅμοιό του, ἀλλὰ τὸν καλύτερό του εἶχε φάει ὕπουλα ὁ ράφτης. Ἕναν ἀμέριμνο, ξεθαρρεμένο, χαβαλετζῆ, βρομιάρη ἀρουραῖο, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν τρῦπα του ὅποτε τοῦ κάπνιζε μόνο γιὰ νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ νερό…
Ζήσης Σαρίκας (Θεσσαλονίκη, 1953).
Σπούδασε Nεοελληνικὴ Φιλολογία καὶ Φιλοσοφία στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εἶναι συγγραφέας, μεταφραστὴς καὶ ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων
Πηγή: neoplanodion.gr

