
Το 1975, στο ανηφορικό μονοπάτι στα Πελεκάνια, ο παππούς ο Νικολός έκανε τον τελευταίο του τρύγο. Το μουλάρι φορτωμένο με κοφίνια, εκείνος με την τραγιάσκα και το παλιό σακάκι, ανοίγει την αμπάρα του μικρού περιβολιού του. Ήταν μια στιγμή γλυκιά κι αλμυρή μαζί· σαν το μούστο που τρέχει από το πατητήρι, που σε μεθάει και σε καίει.
Ο μικρός παράδεισος του, το περιβολάκι πάνω απ’ τη γέφυρα του Κοκκινοπόταμου, έμοιαζε αιώνιος. Εκεί μεγάλωσε παιδιά, εκεί πέρασε κατοχές και πολέμους, μ’ ένα κομμάτι ψωμί και λίγο κρασί που έβγαινε από τα λιγοστά κλήματα που τα φρόντιζε με περισσή αγάπη. Όμως ήξερε πως ήταν η τελευταία φορά. Την επόμενη χρονιά, τα νερά της τεχνητής λίμνης του Μόρνου θα σκέπαζαν τα χώματα που τον κράτησαν όρθιο μια ζωή.
Κι όμως, εκείνο το φθινόπωρο δεν είχε λύπη. Είχε το χαμόγελο του αποχαιρετισμού. Γιατί ήξερε πως όσο κι αν σβήνουν οι τόποι, οι μνήμες μένουν να τους κρατούν ζωντανούς. Και μέσα του, το περιβόλι στα Πελεκάνια δεν θα το σκέπαζε ποτέ κανένα νερό….
creator. ai
