Όπως διαπιστώνει η διάσημη μελέτη Dunedin του πανεπιστημίου Otago της Νέας Ζηλανδίας, τα παιδικά τραύματα μπορεί να προκαλέσουν δυσπιστία προς τις αρχές και την αίσθηση ότι κανείς είναι μόνος του στα δύσκολα – όπως στην πανδημία Covid-19.
Χρόνος ανάγνωσης: 6´
6′
Οι περισσότεροι άνθρωποι χαιρέτισαν την ευκαιρία να εμβολιαστούν ενάντια στην Covid-19, αλλά μια –όχι αμελητέα– μειοψηφία δεν το έκανε. Οι άνθρωποι που αντιστέκονται στον εμβολιασμό τείνουν να έχουν ισχυρές απόψεις και να απορρίπτουν δυναμικά τις συστάσεις της συμβατικής ιατρικής ή τις συστάσεις δημόσιας υγείας. Αυτό προκαλεί αμηχανία σε πολλούς και το θέμα έχει ανάψει φωτιές σε αρκετές χώρες.
Έχει οδηγήσει σε τεταμένες σχέσεις, ακόμη και μέσα σε οικογένειες, και σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο έχει απειλήσει την κοινωνική συνοχή. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα: από πού πηγάζουν αυτά τα έντονα, συχνά ενστικτώδη αντιεμβολιαστικά αισθήματα; Ως ερευνητές της πορείας ζωής γνωρίζουμε ότι πολλές ενήλικες στάσεις, χαρακτηριστικά και συμπεριφορές έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία. Αυτή η διαπίστωση μάς ώθησε να διερευνήσουμε την αντίσταση στα εμβόλια μεταξύ των μελών της μακροχρόνιας μελέτης Dunedin, η οποία συμπληρώνει 50 χρόνια αυτόν τον μήνα.
Συγκεκριμένα, ρωτήσαμε τα μέλη της μελέτης σχετικά με τις προθέσεις τους να εμβολιαστούν μεταξύ Απριλίου και Ιουλίου 2021 – λίγο πριν να ξεκινήσει η εθνική καμπάνια εμβολιασμού στη Νέα Ζηλανδία τον Αύγουστο του 2021. Τα ευρήματά μας υποστηρίζουν την ιδέα ότι οι αντιεμβολιαστικές απόψεις πηγάζουν από τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας.
Η μελέτη Dunedin, η οποία παρακολουθεί εδώ και δεκαετίες μία μεγάλη ομάδα ανθρώπων γεννημένων μεταξύ 1972-73, έχει συγκεντρώσει πληθώρα πληροφοριών για πολλές πτυχές της ζωής των 1.037 συμμετεχόντων της, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής τους υγείας και των προσωπικών τους εμπειριών, καθώς και των μακροχρόνιων αξιών, κινήτρων, τρόπου ζωής, ικανοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών και συναισθηματικών τάσεων, που ανάγονται στην παιδική τους ηλικία.
theeye.jpg
![Μεταξύ πολλών αξιολογήσεων, οι συμμετέχοντες στη μελέτη υποβάλλονται σε οφθαλμολογικές εξετάσεις για τον έλεγχο της υγείας των οπτικών νεύρων και της επιφάνειας του ματιού. [Guy Frederick, CC BY-ND]](https://insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-img/public/theeye.jpg?itok=IYwwb1Ya)
Μεταξύ πολλών αξιολογήσεων, οι συμμετέχοντες στη μελέτη υποβάλλονται σε οφθαλμολογικές εξετάσεις για τον έλεγχο της υγείας των οπτικών νεύρων και της επιφάνειας του ματιού. [Guy Frederick, CC BY-ND]
Σχεδόν το 90% των μελών της μελέτης Dunedin απάντησε στην έρευνα του 2021 σχετικά με την πρόθεση εμβολιασμού. Διαπιστώσαμε ότι το 13% της ομάδας μας δεν σχεδίαζε να εμβολιαστεί (με παρόμοιο αριθμό ανδρών και γυναικών).
Όταν συγκρίναμε το ιστορικό της πρώιμης ζωής όσων αντιστέκονταν στον εμβολιασμό με εκείνων που δεν το έκαναν, διαπιστώσαμε ότι πολλοί ενήλικες που αντιστέκονταν στο εμβόλιο είχαν ιστορικό δυσμενών εμπειριών κατά την παιδική ηλικία, συμπεριλαμβανομένης της κακοποίησης, της κακομεταχείρισης, της στέρησης ή της παραμέλησης ή της ύπαρξης αλκοολικού γονέα.
Αυτές οι εμπειρίες θα έκαναν την παιδική τους ηλικία απρόβλεπτη και θα συνέβαλαν σε μια δια βίου κληρονομιά δυσπιστίας απέναντι στις αρχές, καθώς και στην καλλιέργεια της πεποίθησης ότι «όταν έρχεται η καταιγίδα, είσαι μόνος σου». Τα ευρήματά μας συνοψίζονται σε αυτό το σχήμα:
tracking.png
![Μελέτη Dunedin. [CC BY-ND]](https://insidestory.gr/sites/default/files/styles/article-img/public/tracking.png?itok=rhpvHYQO)
Μελέτη Dunedin. [CC BY-ND]
Τα τεστ προσωπικότητας που είχαν γίνει στην ηλικία των 18 ετών έδειξαν ότι τα άτομα της ομάδας που αντιστέκονταν στο εμβόλιο ήταν ευάλωτα σε συχνά ακραία συναισθήματα φόβου και θυμού. Είχαν την τάση να ταμπουρώνονται διανοητικά όταν βρίσκονταν υπό πίεση.
Αισθάνονταν επίσης μοιρολατρικά για θέματα υγείας, αναφέροντας στην ηλικία των 15 ετών (σε μια κλίμακα που ονομάζεται «θέση ελέγχου της υγείας») ότι δεν υπάρχει τίποτα που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι για να βελτιώσουν την υγεία τους. Ως έφηβοι συχνά παρερμήνευαν τις καταστάσεις βγάζοντας άσκοπα το συμπέρασμα ότι απειλούνταν.
Οι αρνητές περιέγραφαν επίσης τους εαυτούς τους ως αντικομφορμιστές που εκτιμούσαν την προσωπική ελευθερία και την αυτοδυναμία έναντι του να ακολουθούν τα κοινωνικά πρότυπα. Καθώς μεγάλωναν, πολλοί αντιμετώπιζαν προβλήματα ψυχικής υγείας που χαρακτηρίζονταν από απάθεια, λανθασμένη λήψη αποφάσεων και ευαισθησία σε θεωρίες συνωμοσίας.
Τα αρνητικά συναισθήματα συνδυάζονται με γνωστικές δυσκολίες
Κάνοντας ακόμα χειρότερα τα πράγματα, διαπιστώθηκε πως ορισμένοι από τους αρνητές του εμβολίου είχαν γνωστικές δυσκολίες από την παιδική ηλικία, μαζί με τις αντιξοότητες της πρώιμης ζωής τους και τις συναισθηματικές ευπάθειες. Ήταν κακοί στην ανάγνωση στο λύκειο και είχαν χαμηλή βαθμολογία στα τεστ λεκτικής κατανόησης και ταχύτητας επεξεργασίας των πληροφοριών. Αυτές οι δοκιμασίες μετρούν την προσπάθεια και τον χρόνο που απαιτεί ένα άτομο για να αποκωδικοποιήσει τις εισερχόμενες πληροφορίες.
Τέτοιες μακροχρόνιες γνωστικές δυσκολίες σίγουρα θα δυσκόλευαν οποιονδήποτε να κατανοήσει περίπλοκες πληροφορίες για την υγεία, ακόμα και υπό τις πιο ήρεμες συνθήκες. Όταν όμως οι δυσκολίες κατανόησης συνδυάζονται με τα ακραία αρνητικά συναισθήματα που είναι πιο συνηθισμένα στους ανθρώπους που αντιστέκονται στα εμβόλια, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αποφάσεις εμβολιασμού που φαίνονται ανεξήγητες στους επαγγελματίες υγείας.
Σήμερα, η Νέα Ζηλανδία έχει επιτύχει ένα πολύ υψηλό ποσοστό εμβολιασμού (95% των ατόμων που δικαιούνται εμβολιασμό άνω των 12 ετών), το οποίο είναι περίπου 10% υψηλότερο από ό,τι στην Αγγλία, την Ουαλία, τη Σκωτία ή την Ιρλανδία και 20% υψηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ.
Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ο δείκτης θανάτων της Νέας Ζηλανδίας ανά εκατομμύριο πληθυσμού είναι σήμερα 71, υπερτερώντας σε σχέση με άλλες δημοκρατίες όπως είναι οι ΗΠΑ με 2.949 θανάτους ανά εκατομμύριο (40 φορές το ποσοστό της Νέας Ζηλανδίας), το Ηνωμένο Βασίλειο με 2.423 ανά εκατομμύριο (34 φορές) και ο Καναδάς με 991 ανά εκατομμύριο (14 φορές).
Πώς ξεπερνιέται η αντίσταση στα εμβόλια
Πώς συμβιβάζουμε τότε το εύρημά μας ότι το 13% της ομάδας μας αντιστέκονταν στο εμβόλιο, με το γεγονός ότι το εθνικό ποσοστό εμβολιασμού της Νέας Ζηλανδίας βρίσκεται τώρα στο 95%; Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που συνέβαλαν στην αύξηση του ποσοστού σε αυτό το υψηλό επίπεδο.
Περιλαμβάνουν:
- Καλή ηγεσία και σαφή επικοινωνία τόσο από τον πρωθυπουργό όσο και από τον υπουργό υγείας
- Αξιοποίηση του αρχικού φόβου σχετικά με την άφιξη των νέων παραλλαγών, Delta και Omicron
- Ευρεία εφαρμογή των εντολών εμβολιασμού και του κλεισίματος των συνόρων, τα οποία και τα δύο έχουν γίνει όλο και πιο αμφιλεγόμενα
- Τη μεταβίβαση από την κυβέρνηση των αρμοδιοτήτων εμβολιασμού σε κοινοτικές ομάδες, ιδίως σε εκείνες που διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο, όπως οι Μαορί, οι Πασιφίκα και τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας.
Ένα ξεκάθαρο πλεονέκτημα της προσέγγισης με βάση την κοινότητα είναι ότι αξιοποιεί τις πιο προσωπικές γνώσεις που υπάρχουν στην κοινότητα για τους ανθρώπους της και τις ανάγκες τους, δημιουργώντας έτσι υψηλή εμπιστοσύνη για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τον εμβολιασμό.
Αυτό συνάδει με τα ευρήματά μας, τα οποία υπογραμμίζουν τη σημασία της κατανόησης της ατομικής ιστορίας ζωής και των διαφορετικών τρόπων σκέψης για τον κόσμο – τα οποία οφείλονται και τα δύο σε αντιξοότητες που βίωσαν ορισμένοι άνθρωποι νωρίς στη ζωή τους. Αυτό έχει το πρόσθετο όφελος της ενθάρρυνσης μιας πιο συμπονετικής άποψης απέναντι στην αντίσταση στα εμβόλια, η οποία μπορεί τελικά να μεταφραστεί σε υψηλότερα ποσοστά ετοιμότητας για εμβολιασμό.
Για πολλούς, η μετακίνηση [της κυβέρνησης] προς μία προσέγγιση που δεν αντιμετωπίζει τους πάντες με τον ίδιο τρόπο έγινε πολύ αργά και αυτό είναι ένα σημαντικό μάθημα για το μέλλον. Ένα άλλο μάθημα είναι ότι η επίτευξη υψηλών ποσοστών εμβολιασμού δεν ήταν απαλλαγμένη από «κόστος» για τα άτομα, τις οικογένειες και τις κοινότητες. Ήταν ένας αγώνας για να πειστούν πολλοί πολίτες να εμβολιαστούν και θα ήταν μη ρεαλιστικό να μην αναμένουμε κάποια υπολειμματική δυσαρέσκεια ή θυμό μεταξύ εκείνων που επηρεάζονται περισσότερο από αυτές τις αποφάσεις.
Προετοιμασία για την επόμενη πανδημία
Η Covid-19 είναι απίθανο να είναι η τελευταία πανδημία. Οι συστάσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον οι κυβερνήσεις θα πρέπει να προετοιμαστούν για μελλοντικές πανδημίες συχνά περιλαμβάνουν λύσεις ιατρικής τεχνολογίας, όπως βελτιώσεις στα τεστ, τη χορήγηση εμβολίων και τις θεραπείες, καθώς και καλύτερα προετοιμασμένα νοσοκομεία.
Άλλες συστάσεις δίνουν έμφαση σε οικονομικές λύσεις, όπως ένα παγκόσμιο ταμείο για την πανδημία, πιο ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και παγκόσμιο συντονισμό της διανομής εμβολίων. Η συμβολή της έρευνάς μας είναι η εκτίμηση ότι η αντίσταση των πολιτών στα εμβόλια είναι μέρος ενός δια βίου ψυχολογικού στυλ, που έχει να κάνει με την παρερμηνεία των πληροφοριών κατά τη διάρκεια καταστάσεων κρίσης και καθιερώνεται πριν από την ηλικία του γυμνασίου.
Συνιστούμε λοιπόν η εθνική προετοιμασία για μελλοντικές πανδημίες να περιλαμβάνει προληπτική εκπαίδευση για τη διδασκαλία των μαθητών σχετικά με την επιδημιολογία των ιών, τους μηχανισμούς μόλυνσης, τις συμπεριφορές αντιμετώπισης της μόλυνσης και τα εμβόλια. Η πρώιμη εκπαίδευση μπορεί να προετοιμάσει το κοινό να εκτιμήσει την ανάγκη για πλύσιμο των χεριών, χρήση μάσκας, κοινωνική αποστασιοποίηση και εμβολιασμό.
Η πρώιμη εκπαίδευση σχετικά με τους ιούς και τα εμβόλια θα μπορούσε να παρέχει στους πολίτες ένα προϋπάρχον πλαίσιο γνώσεων, να μειώσει το επίπεδο αβεβαιότητας των πολιτών σε μια μελλοντική πανδημία, να αποτρέψει τις αντιδράσεις συναισθηματικού στρες και να ενισχύσει το άνοιγμα σε μηνύματα υγείας. Η τεχνολογία και τα χρήματα είναι δύο βασικά εργαλεία σε μια στρατηγική ετοιμότητας για πανδημία, αλλά το τρίτο ζωτικό εργαλείο θα πρέπει να είναι οι προετοιμασμένοι πολίτες.
Τα μηνύματα που προκύπτουν είναι δύο. Πρώτον, μην περιφρονείτε ή υποτιμάτε τους ανθρώπους που αντιστέκονται στα εμβόλια, αλλά προσπαθήστε να αποκτήσετε μια βαθύτερη κατανόηση για το «από πού προέρχονται» και προσπαθήστε να αντιμετωπίσετε τις ανησυχίες τους χωρίς να κρίνετε. Αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα με την ενδυνάμωση των τοπικών κοινοτήτων, τις οποίες οι αντιστεκόμενοι στα εμβόλια είναι πιθανότερο να εμπιστεύονται.
Η δεύτερη βασική διαπίστωση παραπέμπει σε μια πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική, που περιλαμβάνει την εκπαίδευση σχετικά με τις πανδημίες και την αξία των εμβολιασμών για την προστασία της κοινότητας. Αυτό πρέπει να ξεκινήσει από την παιδική ηλικία και φυσικά να γίνεται με τρόπο που να ανταποκρίνεται στην ηλικία των παιδιών. Αυτό θα ήταν σοφό, απλώς και μόνο επειδή, όταν πρόκειται για μελλοντικές πανδημίες, το θέμα δεν είναι αν, αλλά πότε.
Ο Ρίτσι Πάουλτον είναι διευθυντής της Διεπιστημονικής Μονάδας Έρευνας Dunedin για την Υγεία και την Ανάπτυξη, του Πανεπιστημίου του Otago της Νέας Ζηλανδίας. Ο Αβσαλόμ Κάσπιείναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο Duke. Η Τέρι Μόφιτ είναι αναπληρώτρια διευθύντρια της διαχρονικής μελέτης Dunedin και καθηγήτρια Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο Duke. Το άρθρο τους δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου 2022 στο The Conversation και αναδημοσιεύεται με άδεια Creative Commons.
Πηγή: inside story
