Τις τελευταίες μέρες ολοι συζητάνε για τα καύσιμα και την τιμή τους, που έχει εκτοξευτεί στη στρατόσφαιρα -κάτι που είχε αρχίσει ήδη πριν από την ουκρανική κρίση αλλά που επιδεινωθηκε πολύ μετά τη ρωσική εισβολή και τον πόλεμο, εδώ και είκοσι μέρες.
Το άρθρο γράφεται φυσικά πριν από τις σημερινές πρωινές ανακοινώσεις των αρμόδιων υπουργών, οπότε δεν ξέρω ποια ακριβώς μορφή έχει η εξαγγελθείσα «παρέμβαση στα καύσιμα».
Δεν έχει σημασία, άλλωστε, διότι εμείς εδώ λεξιλογούμε οπότε η δική μας παρέμβαση, με το σημερινό άρθρο, θα είναι λεξιλογική. Ελπίζω έτσι να ικανοποιηθούν και όσοι φίλοι είχαν ζητήσει σχετικό άρθρο.
Τα καύσιμα, που λέμε, είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο. Το επίθετο είναι «καύσιμος-καύσιμη-καύσιμο» (π.χ. καύσιμη ύλη, καύσιμο μίγμα) και έχει προέλευση αρχαία. Καύσιμος, στα αρχαία, ήταν ο κατάλληλος για καύση· για παράδειγμα, στην Κύρου Ανάβασι του Ξενοφώντα διαβάζουμε: έκαιον πάντα, όσα καύσιμα εώρων.
Το ουσιαστικοποιημένο πάλι επίθετο, το καύσιμο, είναι σημασιολογικό δάνειο από το γαλλικό carburant. Συνήθως εκφέρεται στον πληθυντικό (στερεά/υγρά καύσιμα, πρατήριο καυσίμων, η τιμή των καυσίμων, ανεφοδιασμός σε καύσιμα) αλλά ο ενικός επίσης χρησιμοποιείται (διάβαζα, ας πούμε, τις προάλλες ένα άρθρο με τίτλο «γιατί δεν προχωράει το υδρογόνο ως καύσιμο;»).
Το καύσιμο βεβαια προέρχεται από την καύση και το ρήμα καίω. Να πούμε εδώ ότι έχουμε και το κάψιμο, που όμως δεν είναι ο λαϊκός τύπος του καυσίμου αλλά άλλη λέξη, της δημοτικής βέβαια, ρηματικό ουσιαστικό που δηλώνει την ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρήματος «καίω» και έχει πάρει και άλλες σημασίες. Αλλωστε είναι ανισοσύλλαβο (του καψίματος ενώ του καυσίμου).
Όταν δεν προσδιορίζουμε τι καύσιμα εννοούμε, η υπόρρητη παραδοχή είναι ότι αναφερόμαστε σε καύσιμα για αυτοκίνητα. Αλλιώς, θα το προσδιορίσουμε: καύσιμα αεροπλάνων, ας πούμε. Για την καύσιμη ξυλεία υπάρχει και ο μονολεκτικός όρος «καυσόξυλα», ο δε Χαρίλαος Τρικούπης, τον καιρό πριν από τα αυτοκίνητα, είχε ονομαστεί «Καυσόξυλος» επειδή ήθελε να βάλει φόρο στα καυσόξυλα.
Καύσιμα έχουμε στερεά (τα ξύλα που μόλις είδαμε, τα κάρβουνα/κοκ, τον λιγνίτη, τον λιθάνθρακα, κτλ.), έχουμε υγρά (πετρέλαιο διαφόρων τύπων, βενζίνη κτλ.), έχουμε και αέρια (φωταέριο, υγραέριο, φυσικό αέριο). Κι ένα φαινομενικό παράδοξο: ενώ τα καυσόξυλα είναι τα ξύλα που προορίζονται για καύση, τα καυσαέρια είναι τα αέρια που προκύπτουν απο την καύση.
Αφού όμως η αναμενόμενη «παρέμβαση στα καύσιμα» θα εστιαστεί στο πετρέλαιο και στη βενζίνη και όχι στην κηροζίνη των αεροπλάνων ή στις μπρικέτες ή τα κάρβουνα, θα εστιάσουμε κι εμείς το υπόλοιπο άρθρο μας σε αυτά τα δύο.
Το πετρέλαιο οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι το ήξεραν αλλά δεν το έλεγαν έτσι -νομίζω πως το έλεγαν «νάφθα». Σύμφωνα με το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη, η ελληνική λέξη είναι μεταφορά του ελληνογενούς μεσαιωνικού λατινικού petroleum, ενώ σύμφωνα με το ΛΚΝ είναι μεταφρ. δάνειο από το γαλλικό pétrole (που με τη σειρά του προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινικό petroleum, που εμφανίζεται γύρω στον 13ο αιώνα).
Ωστόσο, στο TLG βρίσκω μερικές αναφορές στη βυζαντινή και νεότερη γραμματεία. Ας πούμε, ο Αναστάσιος Γόρδιος, που γράφει στις δεκαετίες γύρω στο 1700, συνιστά σε κάποιον εντριβές «με πετρέλαιον, ήγουν νεύτι», ενώ ο Νικόλαος Μυρεψός, γιατρός του 13ου αιώνα, αναφέρει στις συνταγές του πετρέλαιον. Πιο παλιά ακόμα, ο Επιφάνιος Αγιοπολίτης, που έγραψε περιγραφή της Συρίας τον 8ο-9ο αιώνα, λέει: «ἐγγὺς δὲ τῆς αὐτῆς πέτρας, ἔνθα ὁ μωυσῆς ἔστη ῥεῖ τὸ πετρέλαιον».
Θα μου πείτε: οι λόγιοι που χρησιμοποίησαν τη λέξη τον 19ο αιώνα είχαν υπόψη τους τον Μυρεψό ή τον Αγιοπολίτη; Δεν ξέρω. Όταν όμως ο πατριάρχης Καλλίνικος (που τον αναφέραμε πρόσφατα) τον 18ο αιώνα γράφει, για την Αίγυπτο:
Καὶ ἔλαιον συνάγουσιν ἀντίκρυ τοῦ ἁγίου
τοῦ Ἀντωνίου τὰ βουνά, ἐγγὺς τοῦ Σουβεσίου,
ὃ εἶναι ἰαματικόν, ὑπὸ πολλῶν ζητεῖται,
ὁ κρυωμένος ἀλειφθεὶς μεγάλως ὠφελεῖται.
Τοῦτο δ’ ἐστὶ πετρέλαιον, ὁμοίως καὶ τὸ ἄλλο
παρόμοιον μὲ φαίνεται, ἀνίσως καὶ δὲν σφάλλω.
αυτό μάλλον δείχνει ότι ο όρος ήταν σε χρήση.
Πετρέλαιος είχε ονομαστεί (και πάλι) ο Χ. Τρικούπης εξαιτίας του μονοπωλίου που επεβλήθη επί των ημερών του στο πετρέλαιο. Να πούμε και για το χρώμα πετρόλ (ανάμεσα πράσινο, γκρίζο και μπλε δεν είναι;) αλλά και για τις petroleuses, τις πυρπολήτριες της παρισινής Κομμούνας.
Να σημειώσω, ανάμεσα στα πάρα πολλά που θα μπορούσα να γράψω, το συντομευμένο πρώτο συνθετικό πετρο- (πετροδολλάρια, πετροχημικά κτλ.) Τα άλλα θα τα πείτε εσείς στα σχόλια -διότι, βλέπετε, και μόνο το θέμα «πετρέλαιο» αξίζει δικό του άρθρο, χωρίς να συστεγάζεται με άλλα καύσιμα.
Πάμε τώρα στη βενζίνη. Η βενζίνη προέρχεται μεν από το πετρέλαιο, με απόσταξη, αλλά η λέξη βενζίνη έχει άλλη ιστορία. Τον όρο τον έπλασε, στα γερμανικά, Benzin, ο Γερμανος χημικός Eilhardt Mitscherlich (1794-1863), για να ονοματίσει την ουσία που λέμε σήμερα βενζόλιο. Ο Μίτσερλιχ είχε παράξει (σικ, ρε) την ουσία αυτή αποστάζοντας βενζοϊκό οξύ, γι’ αυτό και την ονόμασε Benzin. Αυτό το βενζοϊκό οξύ έβγαινε από μια ρητίνη που ερχόταν από τη Σουμάτρα, ρητινη που την είπαν benzoin στα αγγλικά, benjoin στα γαλλικά, από το καταλανικό benjui, το οποίο είναι δάνειο από το αραβικό luban gawi, δηλαδή «λιβάνι της Ιάβας» (οι Άραβες είχαν μπερδέψει Ιάβα και Σουμάτρα), όπου το lu- θεωρήθηκε άρθρο!
Ενώ αρχικά ο όρος Benzin (και ο γαλλ. benzine) δήλωνε το βενζόλιο, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε για τη βενζίνη, προϊόν της απόσταξης του πετρελαίου.
Αλλά τα ονοματολογικά του πετρελαίου και της βενζίνης στις διάφορες γλώσσες και στις διάφορες περιοχές του κόσμου έχουν πολύ μπέρδεμα.
Καταρχάς, στα αγγλικά το πετρέλαιο λέγεται συνήθως crude oil ή συχνότερα σκέτο oil. Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι σκέτο λάδι εμείς λέμε το ελαιόλαδο και οι αγγλοσάξονες το… πετρόλαδο.
Πάμε πιο κάτω στο μπέρδεμα. Όπως θα ξέρετε, και ίσως θα θυμάστε από τα τελευταία Μεζεδάκια μας, στις Ηνωμένες Πολιτείες η βενζίνη που βάζουν τα αυτοκίνητα λέγεται gasoline, που συχνά το συγκόπτουν σε gas. H γέννηση του όρου, γύρω στα 1860, έχει ενδιαφέρον -φαίνεται πως είναι εξέλιξη της εμπορικής επωνυμίας Cazeline / Gazeline, που ήταν μάρκες φωτιστικού πετρελαίου.
Ωστόσο, στην Αγγλία και στις περισσότερες χώρες της Κοινοπολιτείας, τη βενζίνη τη λένε petrol, ενώ στα γαλλικά pétrole είναι το πετρέλαιο. Στα γαλλικά, η βενζίνη λέγεται essence, η ίδια λέξη που επίσης σημαίνει «ουσία» αλλά στα ισπανικά η βενζίνη λέγεται gasolina, ομοίως και στα πορτογαλικά. Στα γερμανικά και στις συγγενικές γλώσσες οπως και στις σλαβικές γλώσσες, χρησιμοποιούνται όροι συναφείς με τη Benzin/βενζίνη.
Αν στις ΗΠΑ λέγεται gasoline η βενζίνη, στη Γαλλία λέγεται gazole το πετρέλαιο κίνησης. Λέγεται βέβαια και diesel, από το όνομα του δαιμόνιου Γερμανού μηχανικού Rudolf Diesel που εφεύρε τον κινητήρα εσωτερικής καύσης.
Τα ονόματα αλλάζουν, αλλά η τιμή των καυσίμων έχει ανέβει παντού -ή τουλάχιστον σε όλη την Ευρώπη, αν και βεβαια στη Δυτική Ευρώπη το βιοτικό επίπεδο είναι πολλαπλάσιο του ελληνικού κι όμως οι τιμές της βενζίνης είναι συγκρίσιμες.
Μάλιστα, στη Γαλλία, οπου έχουν προεδρικές εκλογές τον άλλο μήνα, ο Φαμπιέν Ρουσέλ, ο κομμουνιστής υποψήφιος, είπε σε τηλεοπτική συζήτηση μια ατάκα που έκανε αίσθηση: la station d’essence est le seul endroit où l’on tient le pistolet et que l’on se fait braquer ή αλλιώς «το βενζινάδικο είναι το μόνο μέρος όπου αυτός που κρατάει το πιστόλι πέφτει θύμα ληστείας». Διότι, βλέπετε, στη Γαλλία όπως και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τη βενζίνη τη βάζουν οι οδηγοί, σελφ σέρβις, ο υπάλληλος κάθεται στο ταμείο.
Και στην Ελλάδα θύματα ληστείας πέφτουμε, χωρίς να κρατάμε πιστόλι.
Πηγή: sarantakos.Wordpress.com
